Το Δεσποτικό δεν είναι απλώς ένας ακόμη αρχαιολογικός χώρος των Κυκλάδων αλλά ένας τόπος όπου η ιστορία, η λατρεία και η ανθρώπινη παρουσία συμπλέκονται με τρόπο υποδειγματικό. Η προνομιακή γεωγραφική του θέση, δίπλα στην Αντίπαρο, με τη νησίδα Τσιμηντήρι να αποτελεί στην αρχαιότητα έναν ισθμό που συνέδεε τα δύο νησιά, εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ο κόλπος του Δεσποτικού συγκαταλεγόταν στα ασφαλέστερα αγκυροβόλια του κεντρικού Αιγαίου.
Σήμερα είναι ένα μικρό, ακατοίκητο νησί των Κυκλάδων, γνωστό συχνά ως «δεύτερη Δήλος», χάρη στη σπουδαία ιστορική του σημασία και τον πλούτο των αρχαιολογικών του ευρημάτων. Τα τελευταία χρόνια, πλησιάζοντας κανείς το πληροφοριακό κέντρο στην είσοδο του υπήνεμου κόλπου του Αγίου Γεωργίου, στη δυτική ακτή της Αντιπάρου, συναντά επισκέπτες που επιθυμούν να περάσουν απέναντι, για να αντικρίσουν –έστω και από απόσταση– τον χώρο των ανασκαφών. Ο αρχαιολογικός χώρος στη θέση Μάντρα ανασκάπτεται συστηματικά εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, αποκαλύπτοντας σταδιακά τη σημασία του Δεσποτικού στον αρχαϊκό κόσμο των Κυκλάδων.
Σήμερα, το σύμπλεγμα των νησιών Δεσποτικό και Τσιμηντήρι αποτελεί ένα παλίμψηστο, όπου η ανθρώπινη παρουσία μετράει χιλιάδες χρόνια, από την Πρωτοκυκλαδική περίοδο έως και τη σύγχρονη εποχή
Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μέλισσα μια δίγλωσση έκδοση που φέρει τον τίτλο «Δεσποτικό. Φωτογραφίες και ιστορίες», σε επιστημονική επιμέλεια των Γ. Κουράγιου και Ι. Νταϊφά. Πρόκειται για ένα λεύκωμα που όταν το κρατήσει ο αναγνώστης στα χέρια του συνειδητοποιεί ότι έρχεται να συμπυκνώσει δεκαετίες συστηματικής ανασκαφικής έρευνας και επιστημονικής μελέτης στη θέση Μάντρα και στη νησίδα Τσιμηντήρι, αναδεικνύοντας τον καθοριστικό ρόλο του Δεσποτικού ως ενός από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα της αρχαϊκής περιόδου στις Κυκλάδες.
Η έκδοση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς κυκλοφόρησε λίγο μετά την ολοκλήρωση της αποκατάστασης του αρχαϊκού Κτιρίου Δ, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από την αρχαιολογική έρευνα στη βιωματική κατανόηση του μνημειακού συνόλου. Μέσα από το πλούσιο φωτογραφικό υλικό και την τεκμηριωμένη αφήγηση, το λεύκωμα δεν λειτουργεί μόνο ως επιστημονικό αποτύπωμα, αλλά και ως γέφυρα επικοινωνίας με το ευρύτερο κοινό, φωτίζοντας τον ρόλο της Πάρου, τη λατρεία του Απόλλωνα και τη θέση του Δεσποτικού στον πολιτισμικό χάρτη του αρχαϊκού Αιγαίου.
Για τον Γιάννο Κουράγιο, διευθυντή της συστηματικής ανασκαφής και του αναστηλωτικού προγράμματος στη θέση Μάντρα του Δεσποτικού και στη νησίδα Τσιμηντήρι, το 1996 αποτέλεσε ημερομηνία-σταθμό. Τότε επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Δεσποτικό μαζί με την Ντόλυ Γουλανδρή, ιδρύτρια του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, η οποία και του υπέδειξε τη θέση Μάντρα. Εκεί ο ίδιος διέκρινε εντοιχισμένα αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη, προερχόμενα από δωρικό ναό, καθώς και ορατά τμήματα τοίχων, ενδείξεις που προμήνυαν τη σημασία του χώρου. «Η ανασκαφή στη θέση Μάντρα στο Δεσποτικό αποτελεί για µένα έργο ζωής από το 1996, όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά το νησί. Τότε, ούτε εγώ ούτε οι συνεργάτες μου περιμέναμε πως κάτω από το μαντρί του Πέτρου Μαριάνου θα βρισκόταν μια μεγάλη εγκατάσταση και ένα από τα πλουσιότερα αρχαϊκά ιερά των Κυκλάδων. Η ανασκαφή και η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού συνεχίζονται κάθε χρόνο με τον ίδιο ρυθμό και συνεχώς μας επιφυλάσσουν ευχάριστες εκπλήξεις για τη ζωή στη Μάντρα των γεωμετρικών, αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Η προστασία και προβολή της αρχαιολογικής κληρονομιάς του τόπου αποτελεί για όλη την ομάδα του Δεσποτικού χρέος απέναντι στις επόμενες γενιές αρχαιολόγων, στην τοπική κοινωνία, αλλά και στο ευρύ κοινό. Ακριβώς γι’ αυτό, ήδη από τα πρώτα χρόνια της ανασκαφής απέκτησα ένα όραμα για την αναστήλωση και αποκατάσταση του αρχαϊκού τεμένους και τη διαμόρφωση της θέσης σε επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο, σε ένα πρότυπο αρχαιολογικό πάρκο», γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα.
Και προσθέτει: «Οι πολυετείς ανασκαφικές έρευνες στη θέση Μάντρα και στη νησίδα Τσιμηντήρι, που κατά την αρχαιότητα ήταν ενωμένη με το Δεσποτικό, σε συνάρτηση με τη μελέτη του αρχαιολογικού υλικού, μας έχουν δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε πλήρως τον χαρακτήρα μιας από τις πιο σημαντικές θέσεις των Κυκλάδων. Η πρωιμότερη φάση της εγκατάστασης, που ανάγεται στον 8ο αι. π.Χ., είχε οικιστικό χαρακτήρα. Οι ιδρυτές του οικισμού προέρχονταν από την Πάρο. Η ακμή της χρονολογείται στον 6ο αι. π.Χ., όταν γύρω στο 550 π.Χ., με την πόλη της Πάρου να παίζει πρωτεύοντα ρόλο, διαμορφώνεται μεγαλοπρεπές τέμενος αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Η Μάντρα σταδιακά αναδεικνύεται σε ένα από τα μεγαλύτερα θρησκευτικά κέντρα της αρχαϊκής περιόδου στις Κυκλάδες, αφού ο πλούτος και η έκτασή της κατά τον 6ο αι. π.Χ. μπορούν να συγκριθούν μόνο με του ιερού του Απόλλωνα στη Δήλο. Από τα πρώτα χρόνια της ανασκαφής, τα κινητά ευρήματα –και κυρίως τα αγγεία που έφεραν επιγραφές με το όνομά του– είχαν πιστοποιήσει τον Απόλλωνα ως τη λατρευόμενη θεότητα του σημαντικού αυτού ιερού. Η έρευνα στο Δεσποτικό έχει συμπληρώσει αλλά και ανατρέψει τη γνώση μας για τις Κυκλάδες της γεωμετρικής και αρχαϊκής εποχής. Αφενός, ήρθε στο φως μια νέα γεωμετρική και αρχαϊκή οικιστική εγκατάσταση, και αφετέρου αποκαλύφθηκε ένα άγνωστο μέχρι πρότινος λατρευτικό κέντρο αφιερωμένο στον Απόλλωνα, το οποίο δεν αναφέρεται σε καμιά γνωστή αρχαία πηγή. Σήμερα, το σύμπλεγμα των νησιών Δεσποτικό και Τσιμηντήρι αποτελεί ένα παλίμψηστο, όπου η ανθρώπινη παρουσία μετράει χιλιάδες χρόνια, από την Πρωτοκυκλαδική περίοδο έως και τη σύγχρονη εποχή».
Κατά την παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλαιά Βουλή), με ομιλητή τον Παναγιώτη Ιωσήφ, επιστημονικό διευθυντή του Μουσείου, αναδείχθηκε η σημασία των ερειπίων ενός ιερού που, μέσα από τη συστηματική έρευνα και αποκατάσταση, μεταβάλλουν σταδιακά το τοπίο της αρχαιολογίας των Κυκλάδων. «Οι πρώτες φωτογραφίες του βιβλίου μάς δείχνουν το Δεσποτικό από ψηλά, όπως θα το έβλεπε ίσως ένας θεός ή ένας πειρατής του 17ου αιώνα που προσπαθεί να βρει ασφαλές αγκυροβόλιο. Η θάλασσα δεν είναι εδώ φόντο, είναι πρωταγωνίστρια. Άλλοτε ακίνητη και γαλήνια, άλλοτε με μικρές ρυτίδες, περιβάλλει ένα νησί που φαίνεται σχεδόν απρόσιτο. Στη βόρεια είσοδο του μεγάλου κόλπου βρίσκεται η θέση Μάντρα. Αν δεν ήξερες, θα έλεγες ότι είναι απλώς ένα οριζόντιο πλάτωμα. Το βιβλίο όμως σου θυμίζει ότι αυτό το πλάτωμα είναι ουσιαστικά ένα τεράστιο αρχαιολογικό κείμενο, μια επιφάνεια πάνω στην οποία έχουν γραφτεί δεκαετίες ανασκαφής, αλλά και αιώνες ιστορίας», τόνισε ο κ. Ιωσήφ.
Και συμπλήρωσε: «Ο πυρήνας του βιβλίου αφηγείται τη σταδιακή αποκάλυψη της εγκατάστασης. Από την πρωτοκυκλαδική παρουσία, με τα νεκροταφεία στη νότια πλευρά του νησιού και το μικρό κοιμητήριο στο Τσιμηντήρι, περνούμε στον 8ο αιώνα π.Χ. Εκεί ιδρύεται ένας γεωμετρικός οικισμός με χώρο λατρείας. Οι κάτοικοί του, όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία, προέρχονται από την Πάρο. Όχι τυχαία. Η Πάρος, με τον πλούτο της, με το μάρμαρό της, με τη θέση της στο δίκτυο των θαλάσσιων δρόμων, έχει κάθε λόγο να ελέγχει τον στενό κόλπο ανάμεσα στην Αντίπαρο, το Τσιμηντήρι και το Δεσποτικό. Ο κόλπος αυτός είναι ένα από τα πιο ασφαλή αγκυροβόλια του κεντρικού Αιγαίου. Αν είσαι ναυτικός του 7ου ή του 6ου αιώνα, το μόνο που δεν θέλεις είναι να κοιμάσαι με το άγχος ότι ο βόρειος άνεμος θα σε ξεριζώσει από την άγκυρα. Εκεί, στο απάνεμο αυτό λιμάνι, ο οικισμός της Μάντρας γίνεται σταδιακά σταθμός σε ένα ευρύτερο δίκτυο θαλάσσιων διαδρομών, με ανθρώπους, ιδέες και προϊόντα να διακινούνται συνεχώς. Το βιβλίο περιγράφει πολύ όμορφα αυτή τη μετάβαση από μια απλή εγκατάσταση σε λατρευτικό κέντρο».
Μάλιστα, αναφερόμενος στο λεύκωμα, δεν παρέλειψε να τονίσει ότι «δεν πρόκειται για ένα στεγνό ανασκαφικό δελτίο, ούτε για έναν τυπικό επιστημονικό τόμο με δυσπρόσιτες λεπτομέρειες. Η δομή του είναι μελετημένη ώστε να μιλά ταυτόχρονα σε ειδικούς και μη ειδικούς. Τα κείμενα είναι δίγλωσσα, πράγμα που ανοίγει την πρόσβαση σε ένα διεθνές κοινό, ενώ η γλώσσα παραμένει σαφής, χωρίς περιττή ορολογία, αλλά και χωρίς εκπτώσεις στην ακρίβεια. Στο πρώτο μέρος δεσπόζουν οι φωτογραφίες, οι οποίες λειτουργούν σχεδόν αυτόνομα, σαν μια εικονογραφημένη αφήγηση της πορείας του χώρου από τις πρώτες ανασκαφές μέχρι τις αναστηλώσεις. Στο δεύτερο μέρος τα κείμενα έρχονται να ερμηνεύσουν, να σχολιάσουν, να προσθέσουν χρονολόγηση και τεκμηρίωση».
Αναντίρρητα, το λεύκωμα αυτό αποτελεί το επιστέγασμα μιας μακράς και επίμονης επιστημονικής προσπάθειας και, ταυτόχρονα, μια ανοιχτή πρόσκληση προς τον αναγνώστη να γνωρίσει έναν τόπο που για αιώνες παρέμενε σιωπηλός. Ανάμεσα στο εκτυφλωτικό φως του κυκλαδικού τοπίου και τη μνήμη της αρχαϊκής λατρείας, το Δεσποτικό επανέρχεται δυναμικά στον πολιτισμικό χάρτη του Αιγαίου, όχι ως ένα απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό παράδειγμα του πώς η αρχαιολογία μπορεί να επανασυστήσει την ιστορία και να την καταστήσει ξανά ορατή. Όλα δείχνουν πως τα επόμενα χρόνια ο αρχαιολογικός χώρος στο Δεσποτικό θα εξελιχθεί σε έναν από τους πιο δημοφιλείς και ουσιαστικούς αρχαιολογικούς προορισμούς των Κυκλάδων.