Σαντάλ Άκερμαν: «Μη μ’ αφήνεις, μαμά, όχι ακόμη»

Σαντάλ Άκερμαν: «Μη μ’ αφήνεις, μαμά, όχι ακόμη» Facebook Twitter
Η γραφή της Άκερμαν είναι απογυμνωμένη από κάθε περιττό στοιχείο: πυκνή και σπαρακτική μέσα στη λιτότητά της και με μια αφοπλιστική σχεδόν παιδικότητα. Φωτ.: Getty Images
0


ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ
«Ζαν Ντιλμάν» («Jeanne Dielman, 23, quai du Commerce, 1080, Bruxelles») που σκηνοθέτησε το 1975, σε ηλικία μόλις 25 ετών, η Σαντάλ Άκερμαν (1950-2015) κινηματογράφησε την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα μιας νοικοκυράς, απευθύνοντας ουσιαστικά ένα γράμμα αγάπης στη μητέρα της, μια Πολωνοεβραία και επιζήσασα του Ολοκαυτώματος που υπήρξε σε μεγάλο βαθμό η έμπνευση για το έργο της σε όλη της τη ζωή. Το «Ζαν Ντιλμάν» θεωρείται το αριστούργημα της σπουδαίας Βελγίδας σκηνοθέτιδας, της οποίας η ρηξικέλευθη τεχνική επηρέασε καθοριστικά τη σύγχρονη κινηματογραφική αφήγηση. Το 2022, το έγκυρο βρετανικό περιοδικό «Sight & Sound» ανέδειξε την ταινία, στην καθιερωμένη λίστα του, στην καλύτερη όλων των εποχών.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Η μητέρα μου γελάει» («Ma mère rit»), η Άκερμαν γράφει ένα ακόμα γράμμα αγάπης στη μητέρα της, το πιο ειλικρινές και συνταρακτικό απ’ όλα. Αυτήν τη φορά, αντί στο σελιλόιντ, καταγράφει σε σελίδες την καθημερινότητα της ηλικιωμένης και άρρωστης μητέρας της. Η αληθινή Ζαν Ντιλμάν έχει πια γεράσει. Έχει επιζήσει από μια καρδιακή προσβολή, μια σοβαρή εγχείριση καρδιάς και έναν σπασμένο ώμο. Διατηρεί, όμως, στο ακέραιο την ανάγκη της για την «αγία» ρουτίνα της που την κρατά στη ζωή. Η λίστα με τα ψώνια παραμένει μια σημαντική τελετουργία, όπως και στην ταινία της Άκερμαν, και συνεχίζει να συμπληρώνεται, ως μια υπενθύμιση ότι η ζωή συνεχίζεται. Και η απαραίτητα καθαρή κουζίνα της, όπως και σε άλλα φιλμ της, εξακολουθεί να λειτουργεί ως ένας τρόπος για να διατηρείται ο κόσμος σε τάξη.

Το βιβλίο αποτελεί ένα παλλόμενο χρονικό, ένα ημερολόγιο βιωμένων στιγμών: «Τρώει. Ξαπλώνει στον καναπέ. Κοιμάται. Ξυπνάει. Μιλάει λίγο με τις δύο κόρες της, που είναι εκεί γι’ αυτή. Μιλάνε για όλα και για τίποτα. Περί ανέμων και υδάτων. Τι άλλο έχει μείνει να ειπωθεί;»

Παρότι η Άκερμαν επηρέασε καθοριστικά τον φεμινιστικό και πρωτοποριακό κινηματογράφο, η ίδια ένιωθε άνετα μόνο με τη λέξη «κόρη» και αντιδρούσε σε χαρακτηρισμούς όπως «λεσβία», «φεμινίστρια» ή «Εβραία». Αυτοκτόνησε στο Παρίσι το 2015, σε ηλικία 65 ετών. Το βιωματικό «Η μητέρα μου γελάει» κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 2013, δυο χρόνια πριν από τον θάνατό της και έναν χρόνο πριν από τον θάνατο της μητέρας της, το 2014. Η στενή σχέση με τη μητέρα της υπήρξε ο πυρήνας του έργου της. Ακόμα και η τελευταία της δουλειά, το ντοκιμαντέρ «No home movie», είναι αφιερωμένο σε αυτήν και καταγράφει τις συζητήσεις που είχε μαζί της.

Πρόσφατα, το βιβλίο κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Πλήθος, σε εξαιρετική μετάφραση της Μυρτώς Ταπεινού, που διατηρεί την αμεσότητα και τον κοφτό λόγο του πρωτοτύπου, με επίμετρο της γνωστής σκηνοθέτιδας Εύας Στεφανή.

ακερμαν
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Σαντάλ Άκερμαν, «Η μητέρα μου γελάει», μτφρ: Μύρτώ Ταπεινού, εκδ.: Πλήθος

Παρόλο που στο «Η μητέρα μου γελάει» υπάρχουν μόνο σποραδικές αναφορές στις ταινίες της και στον τρόπο που τις επεξεργαζόταν, η σύνδεση μεταξύ της κινηματογραφίστριας και της συγγραφέως είναι εμφανής. Η σκηνοθετική ματιά της είναι κι εδώ παρούσα. Η Άκερμαν καταγράφει τον χρόνο με αργό ρυθμό, λεπτομερώς και χωρίς μοντάζ, ακολουθώντας τον ίδιο τρόπο αφήγησης και την ίδια μέθοδο «ψυχρής» παρατήρησης.

Το «Η μητέρα μου γελάει» δεν είναι μόνο ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα στη μητέρα της, λίγο πριν από το τέλος της, ούτε μόνο ένα βαθύ ψυχογράφημα της σχέσης μητέρας-κόρης. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια σπαρακτική μαρτυρία για τη φθορά, τα γηρατειά και τη θνητότητα αλλά και για το αβάσταχτο έργο της φροντίδας των ηλικιωμένων γονιών. Παράλληλα, είναι μια σπάνια εξομολόγηση, γεμάτη δύσκολες συνειδητοποιήσεις και πικρές παραδοχές.

Η γραφή της Άκερμαν είναι απογυμνωμένη από κάθε περιττό στοιχείο: πυκνή και σπαρακτική μέσα στη λιτότητά της και με μια αφοπλιστική σχεδόν παιδικότητα. Έχει απομείνει μόνο το «κουκούτσι» της αλήθειας. Η καθημερινότητα περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια και αφτιασίδωτη, σε μια αποστασιοποίηση από το συναίσθημα που αναμοχλεύει μόνο το ουσιαστικό, καταλήγοντας έτσι να είναι πολύ πιο συγκινητική. Γράφει για τη μητέρα της: «Έχει βγει από το νοσοκομείο. Ξέρει καλά ότι παραλίγο να μην τα καταφέρει. Ξέρει ότι έχει γεράσει, αλλά λέει ότι δεν το πιστεύει. Θέλει να ζήσει» και «Ναι, μερικές μόνο τρίχες έχουν μείνει σε αυτό το κεφάλι που κάποτε ήταν τόσο όμορφο. Το βρίσκει δύσκολο να μην είναι τόσο όμορφη πια». Οι κοφτές, στακάτες φράσεις της και οι πολλές επαναλήψεις καρφώνονται σαν λεπίδες. Αφήνει τα γεγονότα ωμά, να μιλήσουν μόνα τους: «Την παίρνει ο ύπνος ανά πάσα στιγμή. Ξυπνάει. Τρώει λίγο. Υπάρχει».

Σαντάλ Άκερμαν: «Μη μ’ αφήνεις, μαμά, όχι ακόμη» Facebook Twitter
Στο «Ζαν Ντιλμάν» κινηματογράφησε την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα μιας νοικοκυράς, στέλνοντας ουσιαστικά ένα γράμμα αγάπης στη μητέρα της.

Το βιβλίο αποτελεί ένα παλλόμενο χρονικό, ένα ημερολόγιο βιωμένων στιγμών: «Τρώει. Ξαπλώνει στον καναπέ. Κοιμάται. Ξυπνάει. Μιλάει λίγο με τις δύο κόρες της, που είναι εκεί γι’ αυτή. Μιλάνε για όλα και για τίποτα. Περί ανέμων και υδάτων. Τι άλλο έχει μείνει να ειπωθεί;». Τι άλλο μπορεί να ειπωθεί σε μια τόσο στενή σχέση; Το βιβλίο ξεκινά να γράφεται από το σημείο εκείνο όπου τίποτε άλλο δεν έχει μείνει να ειπωθεί, μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος. Όταν οι άνθρωποι μένουν ο ένας δίπλα στον άλλον, χωρίς να χρειάζεται να αμύνονται ή να προσποιούνται πια.

Η αφήγηση δεν είναι γραμμική· κινείται συνεχώς μπρος-πίσω στον χρόνο. Σε πρώτο επίπεδο, η μητέρα της είναι πολύ άρρωστη. Δεν είναι πια σε θέση να κάνει τίποτα μόνη της, χρειάζεται βοήθεια για να ντυθεί, να κάνει μπάνιο, να φάει. Βρίσκεται στο σπίτι της στις Βρυξέλλες μαζί με την κόρη της και τις γυναίκες που τη φροντίζουν. Η Άκερμαν έχει έρθει από τη Νέα Υόρκη για να περάσει μερικές μέρες μαζί της. Σε δεύτερο και παρελθοντικό, ανατρέχει στα γεγονότα της καρδιακής προσβολής της και της εγχείρισης στην οποία υποβλήθηκε, που συνέβη στο Μεξικό, όπου ταξίδεψε για τον γάμο της εγγονής της. Η ζωή με την άρρωστη μητέρα είναι αβάσταχτη, γεμάτη αντιφατικά συναισθήματα, τύψεις και μια μόνιμη ανησυχία: «Μη σταματάς να αναπνέεις, μαμά, μη μ’ αφήνεις, συνέχισε να αναπνέεις. Μη μ’ αφήνεις, όχι ακόμη. Δεν είμαι έτοιμη και ίσως ποτέ να μην είμαι».

Η μητέρα της Άκερμαν γελά πολύ: «Γελάει με το παραμικρό. Κι όταν λέω με το παραμικρό, εννοώ με οτιδήποτε. Μερικές φορές γελάει με το που ξημερώνει». Το γέλιο της μητέρας της είναι ένα γέλιο που υπογραμμίζει το παράλογο της ζωής και του θανάτου, και προοιωνίζει το τέλος. Είναι ένα γέλιο ιλαρό και σπαρακτικό ταυτόχρονα, ανακουφιστικό αλλά και σπαραξικάρδιο. Ακόμα και οι γύρω της έχουν την ανάγκη να γελάνε υστερικά. Είναι ένας μηχανισμός για να μην τους κατακλύσει ο συναισθηματισμός που απειλεί να τους κατατροπώσει: «Όλοι γελάμε. Κανείς δεν θυμάται γιατί. Όλοι έχουμε δάκρυα στα μάτια».

Η σχέση της Άκερμαν με τη μητέρα της υπήρξε πάντα δύσκολη και πολύπλοκη, στοργική αλλά και βασανιστική, όπως είναι συχνά η σχέση μητέρας-κόρης: «Η μητέρα μου κι εγώ παραήμασταν δεμένες· ένας δεσμός θανάσιμος για μένα». Ήταν μια μόνιμη διελκυστίνδα εξάρτησης και απόρριψης, αγάπης και αποφυγής, ασφυξίας και ενοχής που άφησε έντονο στίγμα στο έργο της.

Σαντάλ Άκερμαν: «Μη μ’ αφήνεις, μαμά, όχι ακόμη» Facebook Twitter
H Σαντάλ Άκερμαν με τη μητέρα της. Φωτ.: Fondation Chantal Akerman

Μια σκιά έπεφτε βαριά στη σχέση τους και αυτή ήταν το παρελθόν της μητέρας της. Η μητέρα της Άκερμαν είναι «μια επιζήσασα. Έχει επιζήσει και εξακολουθεί να επιζεί». Έχει επιζήσει από τη μεγαλύτερη ανθρώπινη τραγωδία που αφάνισε έξι εκατομμύρια Εβραίους, αλλά τώρα καλείται να επιζήσει από έναν σπασμένο ώμο και μια χειρουργική επέμβαση. Κανένας άλλος από την οικογένειά της στην Πολωνία δεν είναι ζωντανός. «Δεν μπορώ άλλο με όλες αυτές τις ιστορίες για τους επιζήσαντες», ομολογεί χωρίς δισταγμό η Άκερμαν.

Μέσα από το πρίσμα της σχέσης με τη μητέρα της, η Άκερμαν επανεξετάζει και τις υπόλοιπες στενές σχέσεις της ζωής της: την εξίσου δύσκολη με τον πατέρα της, τις ερωτικές και φιλικές, και κυρίως τον έρωτά της με την Κ., όπως την αναφέρει – τον δυσλειτουργικό, τελματωμένο δεσμό της με μια αρκετά νεότερή της γυναίκα. Πρόκειται για μια ακόμα σχέση αγάπης που στην αρχή τής δίνει χαρά, αλλά καταλήγει σε εγκλωβισμό. Παράλληλα, θίγει και άλλα θέματα, όπως το μόνιμο αίσθημα του ανοίκειου που την κατέτρυχε, τις τάσεις φυγής της, τα πολλά σπίτια στα οποία έζησε, το πώς διαχειρίστηκε τη διαφορετικότητά της, τη διπολική διαταραχή από την οποία έπασχε, τις απόπειρες αυτοκτονίας της. Όσο είναι ζωντανή η μητέρα της, δηλώνει πως δεν έχει σκοπό να αυτοκτονήσει: «Αλλά δεν γίνεται να το κάνω αυτό στη μητέρα μου, μονολογώ. Μετά, όταν δεν θα είναι πια μαζί μας». Όπως και τελικά συνέβη. Πράγματι, η Άκερμαν μοιάζει να προλέγει πως θα πάψει να υπάρχει μόνο αφού και η μητέρα της φύγει από τη ζωή.

Στο τέλος, γίνεται σαφές πως το βιβλίο δεν είναι παρά μια απέλπιδα προσπάθεια της συγγραφέως να προετοιμαστεί για τον θάνατο της μητέρας της: «Αρχίζω να προετοιμάζομαι για τον θάνατό της. Πώς το κάνεις αυτό, ρώτησε κάποιος. Προσπαθώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνη. Και νομίζω ότι θα είναι μια χαρά». Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν θα είναι ποτέ ψυχολογικά έτοιμη για ένα τέτοιο γεγονός – όπως δεν είναι και ποτέ κανείς. Σε άλλο σημείο, το παραδέχεται και η ίδια: «Μια τέτοια προετοιμασία φυσικά είναι αδύνατη, οπότε απλώς χάνω τον χρόνο μου».

Η έκδοση διανθίζεται με φωτογραφίες από το οικογενειακό άλμπουμ της Άκερμαν –με την ίδια μωρό, τη μικρότερη αδερφή της και τη μητέρα της νέα– καθώς και με στιγμιότυπα από ταινίες και βιντεο-εγκαταστάσεις της αλλά και φωτογραφίες που έχει τραβήξει η ίδια.

Το μεστό και ευθύβολο επίμετρο της Εύας Στεφανή ανακαλεί και την περίπτωση της δικής της μητέρας, αναδεικνύει τη σημασία αυτής της αρχετυπικής σχέσης αγάπης και τραύματος και αποδεικνύεται απόλυτα αντάξιο ενός τέτοιου βιβλίου. Όπως γράφει χαρακτηριστικά: «Η Άκερμαν μιλά για όλες εμάς τις μαμάδες και κόρες που ζούμε παράνομα σαν μπάμπουσκες, η μία μέσα στην άλλη».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μια μεγάλη αναδρομική έκθεση για το έργο της Σαντάλ Άκερμαν

Εικαστικά / Μια μεγάλη αναδρομική έκθεση για το έργο της Σαντάλ Άκερμαν

Οι Βρυξέλλες τιμούν μια ακούραστη δημιουργό που χάρη στη νεωτερικότητα, την οραματική αντιμετώπιση των εικόνων, του χρόνου και του χώρου και στους προβληματισμούς που διατρέχουν το έργο της εξακολουθεί να επηρεάζει γενιές καλλιτεχνών.
LIFO NEWSROOM

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ