«ΜΕΝΩ ΑΣΑΛΕΥΤΗ./ Η παγωνιά σχηματίζει ένα λουλούδι, η δροσοσταλίδα ένα αστέρι./ Η πένθιμη καμπάνα, η πένθιμη καμπάνα. / Κάποιος έχει ξοφλήσει»...
Με αυτούς τους στίχους ολοκλήρωνε η Σίλβια Πλαθ το «Θάνατος και Σία», το τελευταίο από τα ποιήματά της που ήθελε να συμπεριληφθούν στη συλλογή «Άριελ». ΄Ηταν ανάμεσα στα χειρόγραφα του μαύρου ντοσιέ που βρέθηκε πάνω στο γραφείο της την ημέρα που έβαλε τέλος στη ζωή της, στις 11 Φεβρουαρίου του 1963, καρπός και αυτό μιας περιόδου μεγάλης συναισθηματικής έντασης. Ό,τι ακριβώς περιείχε το εν λόγω ντοσιέ έμελλε να βγει στο φως μόλις το 2004. Ως τότε υπήρχε το «Άριελ» όπως το είχε επιμεληθεί και δημοσιεύσει ο Τεντ Χιουζ το 1965, ενώ από το 2012 κυκλοφορεί και στα ελληνικά η αυθεντική εκδοχή του σε μετάφραση Ελένης και Κατερίνας Ηλιοπούλου, πλαισιωμένη από μια κατατοπιστική εισαγωγή της κόρης του θρυλικού ζεύγους, Φρίντα Χιουζ (εκδ. Μελάνι, δίγλωσση έκδοση).
Έξι δεκαετίες μετά τον θάνατο της Πλαθ, το ενδιαφέρον για τη ζωή και το έργο της συνεχίζεται αμείωτο. Το ίδιο αμείωτος παραμένει, ωστόσο, και ο «πόλεμος» ανάμεσα στα στρατόπεδα που διαμορφώθηκαν έκτοτε μεταξύ των υποστηρικτών και των κατηγόρων του Χιουζ.
Από τα πιο εμβληματικά ποιητικά έργα του 20ού αιώνα και από τα κορυφαία γραπτά της Πλαθ, το «Άριελ» μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές. Η οικονομία του λόγου και η ρυθμική ένταση της Πλαθ δίνουν την αίσθηση του επείγοντος και η γυναικεία φωνή που αναδύεται από τη συλλογή δεν είναι η παθητική φωνή ενός θύματος αλλά ενός πλάσματος που λέει την αλήθεια του κι επιμένει να διεκδικεί.
Σύλβια Πλαθ, «Άριελ, η αποκαταστημένη έκδοση»
Μτφρ.: Ελένη Ηλιοπούλου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, εκδόσεις Μελάνι
Όπως αποφάνθηκε η κριτική, η Πλαθ μπόρεσε να μετατρέψει το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό που υπερβαίνει τα όρια της αυτοβιογραφίας, συμβάλλοντας έτσι στη ριζική ανανέωση της λυρικής έκφρασης.
Στην πρώτη εκδοχή του «Άριελ», αυτήν που έγινε ευρύτερα γνωστή και επηρέασε βαθιά την πρόσληψη του έργου της Αμερικανίδας ποιήτριας, ο Τεντ Χιουζ άλλαξε τη σειρά των ποιημάτων, αφαίρεσε κάποια που είχε τοποθετήσει η Πλαθ στο ντοσιέ με τα χειρόγραφά της και προσέθεσε κάποια άλλα που εκείνη δεν είχε συμπεριλάβει, με αποτέλεσμα να τονίζονται τα στοιχεία του θυμού, της σύγκρουσης και της αυτοκαταστροφής. Στην αποκαταστημένη έκδοση, όμως, όπου ακολουθείται η σειρά των ποιημάτων όπως την είχε ορίσει η Πλαθ, λείπουν όσα είχε προσθέσει ο Χιουζ και επαναφέρονται μερικά πιο στοχαστικά ή και φωτεινά ποιήματα – η συλλογή δεν τελειώνει μες στην απόλυτη σκοτεινιά αλλά με μια αίσθηση συνέχειας και επιβίωσης. Εδώ, τα ποιήματα δεν συσσωρεύουν διαρκώς απόγνωση, υπάρχουν και στιγμές διαύγειας και ειρωνείας, και η φωνή της Πλαθ ακούγεται κυρίαρχη και συνειδητή, όχι απλώς εξομολογητική.
«Μου φαίνεται πως η επιμέλεια του πατέρα μου στο “Άριελ” θεωρήθηκε “επέμβαση” στην ιερότητα της αυτοκτονίας της μητέρας μου, σαν να ήταν κάποια θεότητα και ό,τι την αφορούσε έπρεπε να διαφυλαχθεί και να προστατευθεί σαν κάτι το θαυματουργό», γράφει η Φρίντα Χιουζ στην εισαγωγή του βιβλίου. «Για μένα, οτιδήποτε είχε σχέση με τη μητέρα μου ήταν όντως θαυματουργό, επειδή όμως το έκανε ο πατέρας μου να φαίνεται έτσι, βάζοντάς μου, για παράδειγμα, έναν δίσκο όπου η μητέρα μου διάβαζε ποιήματα, για να μπορώ ν’ ακούσω ξανά τη φωνή της. Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου ν’ ανακαλύψω ότι η μητέρα μου είχε ένα σκληρό ταμπεραμέντο και μια ζηλόφθονη πλευρά, σε αντίθεση με την πιο ήρεμη και αισιόδοξη πλευρά του πατέρα μου, και ότι σε δύο περιπτώσεις είχε καταστρέψει τη δουλειά του πατέρα μου, τη μια σκίζοντάς τη και την άλλη καίγοντάς τη. Έμεινα εμβρόντητη που η τέλεια εικόνα που είχα για εκείνη, συνδεδεμένη με τις τελευταίες μου αναμνήσεις, ήταν τόσο ασταθής. Μπορεί η μητέρα μου να ήταν μια εξαιρετική ποιήτρια, αλλά ήταν και ένα ανθρώπινο πλάσμα και βρήκα ανακούφιση στην αποκατάσταση της ισορροπίας – με έκανε να την καταλάβω».
Έξι δεκαετίες μετά τον θάνατο της Πλαθ, το ενδιαφέρον για τη ζωή και το έργο της συνεχίζεται αμείωτο. Το ίδιο αμείωτος παραμένει, ωστόσο, και ο «πόλεμος» ανάμεσα στα στρατόπεδα που διαμορφώθηκαν έκτοτε μεταξύ των υποστηρικτών και των κατηγόρων του Χιουζ. Ο τελευταίος είχε το θλιβερό προνόμιο να διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κουβαλώντας τη ρετσινιά του καταραμένου συζύγου, παρόλο που συνέβαλε τα μέγιστα στη διεθνή αναγνώριση της Πλαθ. Σε μια νέα βιογραφία της Αμερικανίδας ποιήτριας, πάντως, στο «Ερωτικό τραγούδι του τρελού κοριτσιού», του Άντριου Γουίλσον, καθίσταται σαφές ότι οι σπόροι της αυτοκαταστροφής υπήρχαν εντός της πολύ προτού συναντηθεί με τον Χιουζ.
Όπως και να ’χει, η δημιουργός του «Άριελ» και του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος «Ο γυάλινος κώδων», σε πείσμα της κλονισμένης ψυχικής της υγείας, ήταν μια επαγγελματίας ποιήτρια, σχεδόν από τα εφηβικά της χρόνια, και επιχειρούσε διαρκώς καλλιτεχνικά άλματα. Όπως και άλλοι ποιητές της γενιάς της –η Αν Σέξτον, ο Ρόμπερτ Λόουελ–, κινήθηκε ενάντια στον φορμαλισμό και στην αποστασιοποίηση του μοντερνισμού, ενσωμάτωσε επιρροές από τους μπιτ αλλά και από τον σουρεαλισμό και τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα, διοχέτευσε στους στίχους της όλη την προσωπική της οδύνη και μίλησε άμεσα για θέματα που ήταν ως τότε ταμπού – τον αλκοολισμό, την κατάθλιψη, τον θάνατο, το σώμα, τη σεξουαλικότητα. Εκείνο ωστόσο που την καθιστά μοναδική, σύμφωνα με την Κ. Ηλιοπούλου, είναι ότι κατάφερε να συγκεράσει με εκρηκτικό τρόπο τη λυρική ποίηση με την αφήγηση και ότι κατάφερε να τιθασεύσει όλα τα στοιχεία του κόσμου που διαχειρίστηκε, έμψυχα και μη.