«ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΑΘΟΥΣ», «έγκλημα ζήλιας», «εν βρασμώ ψυχής», «τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε». Αυτοί οι παράδοξοι τίτλοι συνόδευαν για χρόνια τις ακραίες μορφές έμφυλης και σεξιστικής βίας κατά των γυναικών, υποβαθμίζοντας τη σοβαρότητά τους και ρομαντικοποιώντας τες. Μόνο τα τελευταία χρόνια αρχίσαμε να ονομάζουμε αυτά τα εγκλήματα με το πραγματικό τους όνομα: γυναικοκτονίες.
Η «Αγέλη» είναι το έκτο πεζογραφικό έργο της Βίκυς Τσελεπίδου (γεν. Καβάλα, 1975), η οποία το 2017 τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών για το «Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;». Στο νέο της μυθιστόρημα που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, καταπιάνεται με το ακανθώδες ζήτημα των γυναικοκτονιών που απασχολεί έντονα την επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια, επιστρέφοντας –όπως και σε παλιότερα έργα της– σε ηθικά και κοινωνικά διλήμματα, ενώ παράλληλα επιδιώκει και εδώ να πειραματιστεί με τη φόρμα και την τεχνική της.
Πρόκειται για ένα σύνθετο και πολυφωνικό μυθιστόρημα, στο οποίο με μαεστρία η Τσελεπίδου ξετυλίγει το πολύπλοκο κουβάρι μιας γυναικοκτονίας μέσα από τις παράλληλες αφηγήσεις έξι προσώπων από το κοντινό περιβάλλον του δράστη –που δεν κατονομάζεται ποτέ– και του θύματος, της Λυδίας. Τα πρόσωπα αυτά είναι ο ξάδελφος του δράστη, ένας συνάδελφός του με τον οποίο ήταν και φίλοι, το αφεντικό του, η παιδική φίλη του Στέλλα, η πρώην σχέση του Φαίη και η κολλητή φίλη του θύματος, Όλγα. Ταυτόχρονα με τις αφηγήσεις των έξι προσώπων, παρεμβαίνει συνεχώς εμβόλιμα και ο ίδιος ο γυναικοκτόνος στην αφήγηση, είτε με μεμονωμένες φράσεις είτε με μεγαλύτερες παρεμβάσεις, εξηγώντας τα γεγονότα από τη δική του σκοπιά. Το αποτέλεσμα παρουσιάζει μεγάλη υφολογική διαφοροποίηση, η οποία εξυπηρετεί ταυτόχρονα πολλαπλές αναγνώσεις.
Η συγγραφέας κρατά αποστάσεις από το θέμα της και αφήνει τα ίδια τα πρόσωπα να μιλήσουν. Η μεγάλη εικόνα, που είναι η συστημική διάσταση των γυναικοκτονιών, δεν είναι τόσο εμφανής όσο θα περίμενε κανείς, όμως αυτή διατρέχει υπόρρητα όλο το βιβλίο.
Σταδιακά συμπληρώνονται τα κομμάτια του παζλ που στοιχειοθετούν το φριχτό έγκλημα. Η Λυδία στραγγαλίστηκε από τον σύντροφό της ενώ έκαναν ελεύθερο κάμπινγκ σε ένα ερημικό νησί του Αιγαίου, από εκείνα που κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού επισκέπτονται τουρίστες με καραβάκια για τις παραλίες τους. Μετά τον θάνατό της, o δράστης θα βεβηλώσει τη σορό της. Στη συνέχεια, θα παραδοθεί στην αστυνομία ομολογώντας την πράξη του και υποδεικνύοντας το σημείο όπου βρισκόταν το πτώμα, χωρίς να δώσει άλλες λεπτομέρειες για το πώς έφτασε στο έγκλημα.
Βίκυ Τσελεπίδου, Η αγέλη, εκδόσεις Πατάκη
Τι προηγήθηκε της γυναικοκτονίας; Ποιο είναι το πορτρέτο του δράστη και ποιο εκείνο του θύματος και πώς σκιαγραφείται το πλαίσιο της σχέσης τους; Αλλά, κυρίως, ποιες είναι οι αντιδράσεις και η στάση του περίγυρου απέναντι στο γεγονός; Η Τσελεπίδου επιλέγει να εξετάσει το έγκλημα μέσα από την οπτική του δράστη και των ανθρώπων που τον έζησαν, αλλά όχι του ίδιου του θύματος. Ποτέ δεν ακούμε τη φωνή της ίδιας της Λυδίας, αλλά την προσεγγίζουμε μέσα από τα λόγια των άλλων. Το έγκλημα έχει συντελεστεί. Η Λυδία είναι απούσα και αυτό είναι η μόνη αναντίρρητη αλήθεια: είναι νεκρή από τα χέρια του δράστη. Αυτή η πραγματικότητα προσθέτει ένα ειδικό βάρος στο βιβλίο. Όπως συμβαίνει και έπειτα από κάθε είδηση για μια νέα γυναικοκτονία, ακούμε όλους τους άλλους, αλλά όχι την πλευρά του θύματος. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει και τις προθέσεις της συγγραφέως. Το θέμα της, όπως εξάλλου υποδεικνύει και ο τίτλος του βιβλίου, είναι η συλλογική στάση της κοινωνίας, οι πολλές εκδοχές της αλήθειας και ο ρόλος της αφήγησης στην κατασκευή της πραγματικότητας.
Ο πίνακας του Γιάννη Γαΐτη «Ο βιασμός» ή «Αφήγηση» που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου απηχεί απόλυτα και το πνεύμα του: η πραγματικότητα κατακερματισμένη σε κουτάκια και η αγέλη-κοινωνία που στέκει δίπλα στο θύμα, σαν Χορός αρχαίας τραγωδίας, να εξηγεί, να δικαιολογεί, να καταδικάζει, να ενοχοποιεί και ταυτόχρονα να ενοχοποιείται.
Οι έξι αφηγητές προσπαθούν, ο καθένας από τη δική του σκοπιά, να ερμηνεύσουν τα αίτια του εγκλήματος. Ανατρέχουν στο παρελθόν, αναλύουν τις κινήσεις του δράστη και φαινομενικά ασήμαντα περιστατικά του βίου του που τώρα φωτίζονται διαφορετικά. Άλλοτε εξοργίζονται και καταδικάζουν χωρίς καμία επιείκεια, άλλοτε βρίσκουν ελαφρυντικά. Περιγράφουν ένα απόλυτα προμελετημένο, «ένα κοινό αποτρόπαιο έγκλημα ενός κοινού, αδίστακτου εγκληματία» και νιώθουν τύψεις που δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν το γεγονός ή το εισπράττουν ως προδοσία και εναντίον των ιδίων.
Εύχονται να πεθάνει ο δράστης ή τον πενθούν ήδη σαν πεθαμένο, ενώ άλλοι ρίχνουν το φταίξιμο και στη γυναίκα, όπως γίνεται συνήθως. Οργίζονται, αμφιταλαντεύονται, αναπτύσσουν αμυντικούς μηχανισμούς για να αντέξουν το βάρος της πράξης του ανθρώπου που μέχρι χθες νόμιζαν πως γνωρίζουν και έχουν την πεποίθηση πως αν δεν είχε συμβεί το ένα ή το άλλο τυχαίο γεγονός, «μπορεί, λέμε τώρα, να μην προλάβαινε να πάρει μέσα του σχήμα το τέρας αυτό». Η Τσελεπίδου συνθέτει δεξιοτεχνικά ένα γαϊτανάκι αντιφατικών συναισθημάτων, εσωτερικών συγκρούσεων, ενοχών και αντικρουόμενων μεταξύ τους αφηγήσεων, που όλες όμως καταλήγουν στο ίδιο γεγονός: η Λυδία είναι πλέον νεκρή.
Η συγγραφέας κρατά αποστάσεις από το θέμα της και αφήνει τα ίδια τα πρόσωπα να μιλήσουν. Η μεγάλη εικόνα, που είναι η συστημική διάσταση των γυναικοκτονιών, δεν είναι τόσο εμφανής όσο θα περίμενε κανείς, όμως αυτή διατρέχει υπόρρητα όλο το βιβλίο. Στο μυαλό των περισσότερων προσώπων, τα έμφυλα κίνητρα του εγκλήματος φαίνεται να περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Μόνο η στενή φίλη της, η Όλγα, μοιάζει να έχει συλλάβει την αληθινή φύση της σχέσης τους. Μιλά για «καβγάδες, προσβολές, αφύσικες συμπεριφορές, ανούσιες υπερβολές», εκεί όπου οι υπόλοιποι έβλεπαν, αρχικά τουλάχιστον, έναν «παραμυθένιο έρωτα». Η Λυδία ήταν «σε μια μόνιμη θέση άμυνας για κάποιο υποτιθέμενο σφάλμα της, μια ασήκωτη κουβέντα εναντίον του, για οτιδήποτε. Δεν έπαιρνε ανάσα, την πίεζε αφόρητα». Αλλά ακόμα και οι φίλοι του δράστη κάτι ψυχανεμίζονταν: «Δεν την ήξερα, πάμπολλες όμως φορές μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί και να υπέφερε μαζί του».
Ο σεξισμός, ο μισογυνισμός και η τοξική αρρενωπότητα είναι σε αρκετά σημεία διάχυτα. Ο πατέρας της Λυδίας, ο «Κέρβερος», όπως τον χαρακτηρίζουν, την καταδυναστεύει και της ασκεί ασφυκτικό έλεγχο: «Είχε τον πατέρα της τον Κέρβερο, μετά από κάθε έξοδο να την περιμένει κάτω στην πολυκατοικία να γυρίσει, μοναχοκόρη, της έβαζε ωράριο». «Ούτε να ντυθεί ούτε να βαφτεί σαν άνθρωπος την άφηνε ο πατέρας της στις εξόδους μας».
Όλα τα στάδια μιας κακοποιητικής σχέσης, που σηματοδοτούν τον κύκλο της έμφυλης βίας, καταγράφονται με διεισδυτικότητα, έστω και αν δεν αποδίδονται με σύγχρονες ορολογίες: η εμμονή που παθαίνει ο δράστης με το θύμα από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους, οι παρακολουθήσεις του, η αδυναμία του να χειριστεί την απόρριψη –«όλα τα όχι της στη σειρά τα βίωνε σαν “διαδοχικούς θανάτους”»–, το love-bombing, η υπερβολική κτητικότητα, οι χειριστικές τακτικές, όπως η διαλείπουσα ενίσχυση (η εναλλαγή θετικής και αρνητικής συμπεριφοράς που δυναμώνει την εξάρτηση), το gaslighting, η απομόνωση του θύματος από το περιβάλλον του, όλα αυτά περιγράφονται με μεγάλη ακρίβεια.
Ακόμα και το προφίλ του δράστη, όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις, θυμίζει γνωστές περιπτώσεις γυναικοκτόνων που έχουν απασχολήσει την επικαιρότητα. Ο γυναικοκτόνος δεν είναι ένα «τέρας», έχει μια κανονική ζωή, είναι ένας ταλαντούχος και περιζήτητος αρχιτέκτονας, «ευγενικός, πρόθυμος, μετρημένος» και πάντα άψογος στη δουλειά του, σύμφωνα με το αφεντικό του. «Γενναιόδωρος, τρυφερός. Ξεχωριστός, σ’ έκανε κι εσένα να νιώθεις ξεχωριστή», θα τον χαρακτηρίσει η πρώην του, η Φαίη. Μόνο που κάποιες λεπτομέρειες εδώ κι εκεί θολώνουν τη θετική εικόνα: μια αναίτια και αδικαιολόγητη έκρηξη θυμού σε μια σερβιτόρα, η έλλειψη ενσυναίσθησης και η ξαφνική σκληρότητα που επιδεικνύει –όπως στην εισαγωγική σκηνή του βιβλίου με την απρόσμενη σκληρότητα απέναντι στη σκύλα που περιμαζεύει για να την εγκαταλείψει μετά– και μια αταραξία που κάποιες στιγμές παγώνει τους γύρω του.
Καθώς εξελίσσεται το μυθιστόρημα, γίνεται αντιληπτό πως ο δράστης είναι τελικά μια άκρως γοητευτική αλλά και ναρκισσιστική προσωπικότητα «που τίποτα δεν έβλεπε πέρα απ’ το εγώ του» και οι περιγραφές των αφηγητών αρχίζουν να ευθυγραμμίζονται με το παραλήρημα του γυναικοκτόνου που τους διακόπτει συνεχώς, επεμβαίνοντας στα λεγόμενά τους, διευκρινίζοντας και αποσαφηνίζοντας, σύμφωνα πάντα με τη δική του λογική. Οι δικές του παρεμβάσεις συνίστανται σε ατέρμονες ψευδαισθήσεις μεγαλείου και ξεδιπλώνουν την απόλυτη υπεροψία του και τις ελεγκτικές τάσεις ενός νάρκισσου.
Το αλαζονικό παραλήρημα του γυναικοκτόνου κατασκευάζει κι αυτό τη δική του αφήγηση, και δεν μπορεί παρά να εγείρει την οργή του αναγνώστη – ο οποίος συμμετέχει χωρίς να το ξέρει ως ένα ακόμα αθέατο μέλος της «αγέλης». Η επιλογή της Τσελεπίδου να δώσει αναλογικά μεγάλο χώρο στη φωνή του γυναικοκτόνου αποδεικνύεται αρκετά ριψοκίνδυνη και μάλλον αμφιλεγόμενη, ενώ στερεί από την οικονομία του βιβλίου, καθώς επιβραδύνει τον ρυθμό και αποδυναμώνει τη συνοχή. Ο λυρικός και υπερβατικός του λόγος, που βρίθει θρησκευτικών αναφορών, επιχειρεί να περιγράψει έναν έρωτα σπάνιο και εκτός ορίων, που ελάχιστοι άνθρωποι θα ζήσουν, ενώ το ίδιο το έγκλημα περιγράφεται περίπου ως η διατεταγμένη πράξη που υπαγορεύεται από μια ανώτερη δύναμη. Θα μπορούσαν να είναι τα λόγια ενός ατόμου με διαταραγμένο ψυχισμό ή κάποιου που προσπαθεί να δικαιολογήσει την πράξη του, επικαλούμενος δυνάμεις που τον ξεπερνούν. Μήπως όμως δεν είναι τίποτε άλλο από μια μεγεθυμένη εξιδανίκευση του «παθιασμένου έρωτα»; Μήπως, τελικά, η λογοτεχνία προσφέρει εδώ την ιδανική ευκαιρία να διακρίνουμε καθαρά πως η ρομαντικοποίηση των «εγκλημάτων πάθους» για πολλά χρόνια δεν ήταν παρά η κανονικοποίηση άγριων εγκλημάτων εις βάρος των γυναικών;
Πέρα από τον εξωραϊσμό των γυναικοκτονιών και τον μισογυνισμό που διαπερνά την κοινωνία, αλλά και τη δυσκολία να αντιληφθούμε τα έμφυλα εγκλήματα ως τέτοια, που και τα δύο αναδεικνύονται ανάγλυφα στο βιβλίο, υπάρχει επίσης και η επώδυνη συνειδητοποίηση πως η «αγέλη» κατά βάθος γνώριζε, αλλά κώφευε. «Ύστερα, λέει, πήγε και σκότωσε. Αν το καλοσκεφτείς, δεν εκπλήσσεσαι και τόσο. Λίγο πολύ, όλους κατά καιρούς μάς βρήκαν τα σκάγια του». Η «αγέλη» πάντα γνωρίζει το έγκλημα που υποθάλπει: «Του την βάρεσε και το ’κανε. Τον έπαιρνε και το έκανε. Πάει το κοριτσάκι, έτσι πάνε όλα τα κοριτσάκια». Στο τέλος του βιβλίου, όμως, κάποιος τολμά να παραδεχτεί πως: «Κανείς μας δεν είχε νοιαστεί ουσιαστικά, κανείς δεν παρενέβη στο έγκλημα που τόσο καιρό τελούνταν εις βάρος της, πάρα κάναμε το πιο εύκολο, κλείσαμε τα μάτια, το πιο εύκολο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος είναι να κλείσει τα μάτια».
Συνοψίζοντας, η Βίκυ Τσελεπίδου στην «Αγέλη» ανοίγεται σε βαθιά νερά –της λογοτεχνίας αλλά και της σκοτεινής ανθρώπινης φύσης– και δομεί ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες. Αποφεύγοντας διδακτισμούς και ηθικολογίες, ξεβολεύει και επιδεικνύει μια γενναιότητα που χρειάζεται η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Η «Αγέλη», εν τέλει, είμαστε όλοι εμείς που κλείνουμε τα μάτια στη βία κατά των γυναικών γύρω μας.