«Η αγέλη»: Στο μυαλό ενός γυναικοκτόνου

Στο μυαλό ενός γυναικοκτόνου/ Κλείνοντας τα μάτια στις γυναικοκτονίες/ Πόσο εύκολα κλείνουμε τα μάτια στις γυναικοκτονίες; Facebook Twitter
Η «Αγέλη» είμαστε όλοι εμείς που κλείνουμε τα μάτια στη βία κατά των γυναικών γύρω μας. Εικονογράφηση: bianka/ LIFO
0


«ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΑΘΟΥΣ», «έγκλημα ζήλιας», «εν βρασμώ ψυχής», «τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε». Αυτοί οι παράδοξοι τίτλοι συνόδευαν για χρόνια τις ακραίες μορφές έμφυλης και σεξιστικής βίας κατά των γυναικών, υποβαθμίζοντας τη σοβαρότητά τους και ρομαντικοποιώντας τες. Μόνο τα τελευταία χρόνια αρχίσαμε να ονομάζουμε αυτά τα εγκλήματα με το πραγματικό τους όνομα: γυναικοκτονίες.

Η «Αγέλη» είναι το έκτο πεζογραφικό έργο της Βίκυς Τσελεπίδου (γεν. Καβάλα, 1975), η οποία το 2017 τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών για το «Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;». Στο νέο της μυθιστόρημα που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, καταπιάνεται με το ακανθώδες ζήτημα των γυναικοκτονιών που απασχολεί έντονα την επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια, επιστρέφοντας –όπως και σε παλιότερα έργα της– σε ηθικά και κοινωνικά διλήμματα, ενώ παράλληλα επιδιώκει και εδώ να πειραματιστεί με τη φόρμα και την τεχνική της.

Πρόκειται για ένα σύνθετο και πολυφωνικό μυθιστόρημα, στο οποίο με μαεστρία η Τσελεπίδου ξετυλίγει το πολύπλοκο κουβάρι μιας γυναικοκτονίας μέσα από τις παράλληλες αφηγήσεις έξι προσώπων από το κοντινό περιβάλλον του δράστη –που δεν κατονομάζεται ποτέ– και του θύματος, της Λυδίας. Τα πρόσωπα αυτά είναι ο ξάδελφος του δράστη, ένας συνάδελφός του με τον οποίο ήταν και φίλοι, το αφεντικό του, η παιδική φίλη του Στέλλα, η πρώην σχέση του Φαίη και η κολλητή φίλη του θύματος, Όλγα. Ταυτόχρονα με τις αφηγήσεις των έξι προσώπων, παρεμβαίνει συνεχώς εμβόλιμα και ο ίδιος ο γυναικοκτόνος στην αφήγηση, είτε με μεμονωμένες φράσεις είτε με μεγαλύτερες παρεμβάσεις, εξηγώντας τα γεγονότα από τη δική του σκοπιά. Το αποτέλεσμα παρουσιάζει μεγάλη υφολογική διαφοροποίηση, η οποία εξυπηρετεί ταυτόχρονα πολλαπλές αναγνώσεις.

Η συγγραφέας κρατά αποστάσεις από το θέμα της και αφήνει τα ίδια τα πρόσωπα να μιλήσουν. Η μεγάλη εικόνα, που είναι η συστημική διάσταση των γυναικοκτονιών, δεν είναι τόσο εμφανής όσο θα περίμενε κανείς, όμως αυτή διατρέχει υπόρρητα όλο το βιβλίο. 

Σταδιακά συμπληρώνονται τα κομμάτια του παζλ που στοιχειοθετούν το φριχτό έγκλημα. Η Λυδία στραγγαλίστηκε από τον σύντροφό της ενώ έκαναν ελεύθερο κάμπινγκ σε ένα ερημικό νησί του Αιγαίου, από εκείνα που κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού επισκέπτονται τουρίστες με καραβάκια για τις παραλίες τους. Μετά τον θάνατό της, o δράστης θα βεβηλώσει τη σορό της. Στη συνέχεια, θα παραδοθεί στην αστυνομία ομολογώντας την πράξη του και υποδεικνύοντας το σημείο όπου βρισκόταν το πτώμα, χωρίς να δώσει άλλες λεπτομέρειες για το πώς έφτασε στο έγκλημα.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ:
Βίκυ Τσελεπίδου, Η αγέλη, εκδόσεις Πατάκη

Τι προηγήθηκε της γυναικοκτονίας; Ποιο είναι το πορτρέτο του δράστη και ποιο εκείνο του θύματος και πώς σκιαγραφείται το πλαίσιο της σχέσης τους; Αλλά, κυρίως, ποιες είναι οι αντιδράσεις και η στάση του περίγυρου απέναντι στο γεγονός; Η Τσελεπίδου επιλέγει να εξετάσει το έγκλημα μέσα από την οπτική του δράστη και των ανθρώπων που τον έζησαν, αλλά όχι του ίδιου του θύματος. Ποτέ δεν ακούμε τη φωνή της ίδιας της Λυδίας, αλλά την προσεγγίζουμε μέσα από τα λόγια των άλλων. Το έγκλημα έχει συντελεστεί. Η Λυδία είναι απούσα και αυτό είναι η μόνη αναντίρρητη αλήθεια: είναι νεκρή από τα χέρια του δράστη. Αυτή η πραγματικότητα προσθέτει ένα ειδικό βάρος στο βιβλίο. Όπως συμβαίνει και έπειτα από κάθε είδηση για μια νέα γυναικοκτονία, ακούμε όλους τους άλλους, αλλά όχι την πλευρά του θύματος. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει και τις προθέσεις της συγγραφέως. Το θέμα της, όπως εξάλλου υποδεικνύει και ο τίτλος του βιβλίου, είναι η συλλογική στάση της κοινωνίας, οι πολλές εκδοχές της αλήθειας και ο ρόλος της αφήγησης στην κατασκευή της πραγματικότητας.

Ο πίνακας του Γιάννη Γαΐτη «Ο βιασμός» ή «Αφήγηση» που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου απηχεί απόλυτα και το πνεύμα του: η πραγματικότητα κατακερματισμένη σε κουτάκια και η αγέλη-κοινωνία που στέκει δίπλα στο θύμα, σαν Χορός αρχαίας τραγωδίας, να εξηγεί, να δικαιολογεί, να καταδικάζει, να ενοχοποιεί και ταυτόχρονα να ενοχοποιείται.

Οι έξι αφηγητές προσπαθούν, ο καθένας από τη δική του σκοπιά, να ερμηνεύσουν τα αίτια του εγκλήματος. Ανατρέχουν στο παρελθόν, αναλύουν τις κινήσεις του δράστη και φαινομενικά ασήμαντα περιστατικά του βίου του που τώρα φωτίζονται διαφορετικά. Άλλοτε εξοργίζονται και καταδικάζουν χωρίς καμία επιείκεια, άλλοτε βρίσκουν ελαφρυντικά. Περιγράφουν ένα απόλυτα προμελετημένο, «ένα κοινό αποτρόπαιο έγκλημα ενός κοινού, αδίστακτου εγκληματία» και νιώθουν τύψεις που δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν το γεγονός ή το εισπράττουν ως προδοσία και εναντίον των ιδίων.

Εύχονται να πεθάνει ο δράστης ή τον πενθούν ήδη σαν πεθαμένο, ενώ άλλοι ρίχνουν το φταίξιμο και στη γυναίκα, όπως γίνεται συνήθως. Οργίζονται, αμφιταλαντεύονται, αναπτύσσουν αμυντικούς μηχανισμούς για να αντέξουν το βάρος της πράξης του ανθρώπου που μέχρι χθες νόμιζαν πως γνωρίζουν και έχουν την πεποίθηση πως αν δεν είχε συμβεί το ένα ή το άλλο τυχαίο γεγονός, «μπορεί, λέμε τώρα, να μην προλάβαινε να πάρει μέσα του σχήμα το τέρας αυτό». Η Τσελεπίδου συνθέτει δεξιοτεχνικά ένα γαϊτανάκι αντιφατικών συναισθημάτων, εσωτερικών συγκρούσεων, ενοχών και αντικρουόμενων μεταξύ τους αφηγήσεων, που όλες όμως καταλήγουν στο ίδιο γεγονός: η Λυδία είναι πλέον νεκρή.

Η συγγραφέας κρατά αποστάσεις από το θέμα της και αφήνει τα ίδια τα πρόσωπα να μιλήσουν. Η μεγάλη εικόνα, που είναι η συστημική διάσταση των γυναικοκτονιών, δεν είναι τόσο εμφανής όσο θα περίμενε κανείς, όμως αυτή διατρέχει υπόρρητα όλο το βιβλίο. Στο μυαλό των περισσότερων προσώπων, τα έμφυλα κίνητρα του εγκλήματος φαίνεται να περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Μόνο η στενή φίλη της, η Όλγα, μοιάζει να έχει συλλάβει την αληθινή φύση της σχέσης τους. Μιλά για «καβγάδες, προσβολές, αφύσικες συμπεριφορές, ανούσιες υπερβολές», εκεί όπου οι υπόλοιποι έβλεπαν, αρχικά τουλάχιστον, έναν «παραμυθένιο έρωτα». Η Λυδία ήταν «σε μια μόνιμη θέση άμυνας για κάποιο υποτιθέμενο σφάλμα της, μια ασήκωτη κουβέντα εναντίον του, για οτιδήποτε. Δεν έπαιρνε ανάσα, την πίεζε αφόρητα». Αλλά ακόμα και οι φίλοι του δράστη κάτι ψυχανεμίζονταν: «Δεν την ήξερα, πάμπολλες όμως φορές μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί και να υπέφερε μαζί του».

Ο σεξισμός, ο μισογυνισμός και η τοξική αρρενωπότητα είναι σε αρκετά σημεία διάχυτα. Ο πατέρας της Λυδίας, ο «Κέρβερος», όπως τον χαρακτηρίζουν, την καταδυναστεύει και της ασκεί ασφυκτικό έλεγχο: «Είχε τον πατέρα της τον Κέρβερο, μετά από κάθε έξοδο να την περιμένει κάτω στην πολυκατοικία να γυρίσει, μοναχοκόρη, της έβαζε ωράριο». «Ούτε να ντυθεί ούτε να βαφτεί σαν άνθρωπος την άφηνε ο πατέρας της στις εξόδους μας».

Όλα τα στάδια μιας κακοποιητικής σχέσης, που σηματοδοτούν τον κύκλο της έμφυλης βίας, καταγράφονται με διεισδυτικότητα, έστω και αν δεν αποδίδονται με σύγχρονες ορολογίες: η εμμονή που παθαίνει ο δράστης με το θύμα από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους, οι παρακολουθήσεις του, η αδυναμία του να χειριστεί την απόρριψη –«όλα τα όχι της στη σειρά τα βίωνε σαν “διαδοχικούς θανάτους”»–, το love-bombing, η υπερβολική κτητικότητα, οι χειριστικές τακτικές, όπως η διαλείπουσα ενίσχυση (η εναλλαγή θετικής και αρνητικής συμπεριφοράς που δυναμώνει την εξάρτηση), το gaslighting, η απομόνωση του θύματος από το περιβάλλον του, όλα αυτά περιγράφονται με μεγάλη ακρίβεια.

Ακόμα και το προφίλ του δράστη, όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις, θυμίζει γνωστές περιπτώσεις γυναικοκτόνων που έχουν απασχολήσει την επικαιρότητα. Ο γυναικοκτόνος δεν είναι ένα «τέρας», έχει μια κανονική ζωή, είναι ένας ταλαντούχος και περιζήτητος αρχιτέκτονας, «ευγενικός, πρόθυμος, μετρημένος» και πάντα άψογος στη δουλειά του, σύμφωνα με το αφεντικό του. «Γενναιόδωρος, τρυφερός. Ξεχωριστός, σ’ έκανε κι εσένα να νιώθεις ξεχωριστή», θα τον χαρακτηρίσει η πρώην του, η Φαίη. Μόνο που κάποιες λεπτομέρειες εδώ κι εκεί θολώνουν τη θετική εικόνα: μια αναίτια και αδικαιολόγητη έκρηξη θυμού σε μια σερβιτόρα, η έλλειψη ενσυναίσθησης και η ξαφνική σκληρότητα που επιδεικνύει –όπως στην εισαγωγική σκηνή του βιβλίου με την απρόσμενη σκληρότητα απέναντι στη σκύλα που περιμαζεύει για να την εγκαταλείψει μετά– και μια αταραξία που κάποιες στιγμές παγώνει τους γύρω του.

Καθώς εξελίσσεται το μυθιστόρημα, γίνεται αντιληπτό πως ο δράστης είναι τελικά μια άκρως γοητευτική αλλά και ναρκισσιστική προσωπικότητα «που τίποτα δεν έβλεπε πέρα απ’ το εγώ του» και οι περιγραφές των αφηγητών αρχίζουν να ευθυγραμμίζονται με το παραλήρημα του γυναικοκτόνου που τους διακόπτει συνεχώς, επεμβαίνοντας στα λεγόμενά τους, διευκρινίζοντας και αποσαφηνίζοντας, σύμφωνα πάντα με τη δική του λογική. Οι δικές του παρεμβάσεις συνίστανται σε ατέρμονες ψευδαισθήσεις μεγαλείου και ξεδιπλώνουν την απόλυτη υπεροψία του και τις ελεγκτικές τάσεις ενός νάρκισσου.

Το αλαζονικό παραλήρημα του γυναικοκτόνου κατασκευάζει κι αυτό τη δική του αφήγηση, και δεν μπορεί παρά να εγείρει την οργή του αναγνώστη – ο οποίος συμμετέχει χωρίς να το ξέρει ως ένα ακόμα αθέατο μέλος της «αγέλης». Η επιλογή της Τσελεπίδου να δώσει αναλογικά μεγάλο χώρο στη φωνή του γυναικοκτόνου αποδεικνύεται αρκετά ριψοκίνδυνη και μάλλον αμφιλεγόμενη, ενώ στερεί από την οικονομία του βιβλίου, καθώς επιβραδύνει τον ρυθμό και αποδυναμώνει τη συνοχή. Ο λυρικός και υπερβατικός του λόγος, που βρίθει θρησκευτικών αναφορών, επιχειρεί να περιγράψει έναν έρωτα σπάνιο και εκτός ορίων, που ελάχιστοι άνθρωποι θα ζήσουν, ενώ το ίδιο το έγκλημα περιγράφεται περίπου ως η διατεταγμένη πράξη που υπαγορεύεται από μια ανώτερη δύναμη. Θα μπορούσαν να είναι τα λόγια ενός ατόμου με διαταραγμένο ψυχισμό ή κάποιου που προσπαθεί να δικαιολογήσει την πράξη του, επικαλούμενος δυνάμεις που τον ξεπερνούν. Μήπως όμως δεν είναι τίποτε άλλο από μια μεγεθυμένη εξιδανίκευση του «παθιασμένου έρωτα»; Μήπως, τελικά, η λογοτεχνία προσφέρει εδώ την ιδανική ευκαιρία να διακρίνουμε καθαρά πως η ρομαντικοποίηση των «εγκλημάτων πάθους» για πολλά χρόνια δεν ήταν παρά η κανονικοποίηση άγριων εγκλημάτων εις βάρος των γυναικών;

Πέρα από τον εξωραϊσμό των γυναικοκτονιών και τον μισογυνισμό που διαπερνά την κοινωνία, αλλά και τη δυσκολία να αντιληφθούμε τα έμφυλα εγκλήματα ως τέτοια, που και τα δύο αναδεικνύονται ανάγλυφα στο βιβλίο, υπάρχει επίσης και η επώδυνη συνειδητοποίηση πως η «αγέλη» κατά βάθος γνώριζε, αλλά κώφευε. «Ύστερα, λέει, πήγε και σκότωσε. Αν το καλοσκεφτείς, δεν εκπλήσσεσαι και τόσο. Λίγο πολύ, όλους κατά καιρούς μάς βρήκαν τα σκάγια του». Η «αγέλη» πάντα γνωρίζει το έγκλημα που υποθάλπει: «Του την βάρεσε και το ’κανε. Τον έπαιρνε και το έκανε. Πάει το κοριτσάκι, έτσι πάνε όλα τα κοριτσάκια». Στο τέλος του βιβλίου, όμως, κάποιος τολμά να παραδεχτεί πως: «Κανείς μας δεν είχε νοιαστεί ουσιαστικά, κανείς δεν παρενέβη στο έγκλημα που τόσο καιρό τελούνταν εις βάρος της, πάρα κάναμε το πιο εύκολο, κλείσαμε τα μάτια, το πιο εύκολο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος είναι να κλείσει τα μάτια».

Συνοψίζοντας, η Βίκυ Τσελεπίδου στην «Αγέλη» ανοίγεται σε βαθιά νερά –της λογοτεχνίας αλλά και της σκοτεινής ανθρώπινης φύσης– και δομεί ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες. Αποφεύγοντας διδακτισμούς και ηθικολογίες, ξεβολεύει και επιδεικνύει μια γενναιότητα που χρειάζεται η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Η «Αγέλη», εν τέλει, είμαστε όλοι εμείς που κλείνουμε τα μάτια στη βία κατά των γυναικών γύρω μας.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η τραγική ιστορία και η άγρια δολοφονία μιας θαρραλέας περφόρμερ

Θέατρο / Η τραγική ιστορία και η άγρια δολοφονία μιας θαρραλέας περφόρμερ

Όταν η Πίπα Μπάκα ξεκίνησε να κάνει oτοστόπ από την Ιταλία για να φτάσει στην Ιερουσαλήμ δεν φαντάστηκε ότι αυτό το ταξίδι-μήνυμα ειρήνης θα κατέληγε στον βιασμό και τη δολοφονία της.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Βιβλίο / Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Ο γιατρός και συγγραφέας, που τα βιβλία του είναι όλα μπεστ σέλερ, βρέθηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και συζήτησε με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου για το τραύμα και τη σύγχρονη ζωή, αλλά και για τη γενοκτονία στη Γάζα, που ο ίδιος, ως Εβραίος, θεωρεί ότι είναι χειρότερη από το Άουσβιτς.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«ASTY», η Αθήνα του 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Design / Αθήνα 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Ο αρχιτέκτονας και δημιουργός κόμικς Δημήτρης Πασχάλης μετατρέπει την ανησυχία του για τη σύγχρονη Αθήνα σε μια δυστοπική αφήγηση που εκτυλίσσεται στο έτος 2999. Μέσα από το «ASTY» εξερευνά την υπεραστικοποίηση, την απώλεια του προσωπικού χώρου και τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την ψυχική υγεία και το μέλλον της πόλης.
M. HULOT
O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Το πίσω ράφι / O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Στο μυθιστόρημά του «Νέα από τον παράδεισο» ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μάς κάνει συμμέτοχους στους προβληματισμούς του γύρω από την πίστη, τη μαζική νεύρωση των διακοπών και τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ