ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ Θανάση Μήνα για τη μαύρη μουσική (το αισθητικό και το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της) την έχω κατά νου περισσότερο από μια 15ετία, πρώτα και κύρια μέσω της σχετικής αρθρογραφίας του στο περιοδικό «Jazz & Tζαζ» της τελευταίας φάσης του. Τα θυμάμαι ακόμη, αλλά έψαξα και τα βρήκα κιόλας, τα κείμενά του για τον παραγωγό του r&b και της σόουλ, από τη Νέα Ορλεάνη των '50s-'60s, Cosimo Matassa [τεύχος #241, Απρ. 2013], για τις ανθολογίες της εταιρείας Soul Jazz «Lover’s Rock», οι οποίες πραγματεύονταν την επέλαση της ρέγκε στη Βρετανία των '70s [τεύχος #234, Σεπτ. 2012], για την Arhoolie Records, μία κορυφαία ετικέτα από τον χώρο της αμερικανικής λαϊκής μουσικής [τεύχος #217, Απρ. 2011], για τον Charley Patton, τον ηγήτορα του blues του Δέλτα [τεύχος #215, Φεβ. 2011], για το δισκογραφικό και όχι μόνο Black Power με αφορμή το βιβλίο του Pat Thomas «Listen Whitey: The Sights and Sounds of Black Power 1965-1975» και μια σχετική συλλογή της εταιρείας Light In the Attic [τεύχος #232/233, Ιούλ. 2012] και άλλα διάφορα. Και κάπως έτσι, «Black Power» δηλαδή, αποκαλείται και το πρόσφατο (δεύτερο) βιβλίο του Θανάση Μήνα που κυκλοφορεί τώρα από τις εκδόσεις Πόλις.
Το βιβλίο αναπτύσσεται σε 372 σελίδες, διαθέτει οκτώ κεφάλαια, δύο εισαγωγές, επίλογο και δύο παραρτήματα. Είναι ένα βιβλίο προσεγμένο αισθητικά, με πολλές σημειώσεις (418), που παρατίθενται κάπως σαν βιβλιογραφία, σχεδόν κάτω από κάθε σελίδα του.
Το βιβλίο αναπτύσσεται σε 372 σελίδες, διαθέτει οκτώ κεφάλαια, δύο εισαγωγές, επίλογο και δύο παραρτήματα. Είναι ένα βιβλίο προσεγμένο αισθητικά, με πολλές σημειώσεις (418), που παρατίθενται κάπως σαν βιβλιογραφία, σχεδόν κάτω από κάθε σελίδα του. Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, φαίνεται πως ο συγγραφέας το έχει ψάξει γερά το θέμα του, και από διάφορες πλευρές, κάτι που δημιουργεί μια πρώτη ισχυρή θετική εντύπωση για το ανάγνωσμά του. Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:
Θανάσης Μήνας, Black Power, εκδόσεις Πόλις
«Το βιβλίο αυτό παρακολουθεί τα αφροαμερικανικά κινήματα από τους πρώτους υπέρμαχους της κατάργησης της δουλείας, τους λεγόμενους Abolitionists, στο Black Power των 60’s και, από εκεί, έως το πρόσφατο Black Lives Matter. Το “κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα” δεν είναι ενιαίο· είναι ένα πολυπλόκαμο άθροισμα κινημάτων, που διακρίνονται μεταξύ τους ανάλογα με την ιδεολογία, τις πρακτικές, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τους επιμέρους στόχους που βάζουν στο τραπέζι της συζήτησης. Το βιβλίο εστιάζει στις προσωπικότητες που τέθηκαν στην εμπροσθοφυλακή αυτών των κινημάτων. Όχι κατ’ ανάγκην επειδή ήταν χαρισματικές· οι μεμονωμένες προσωπικότητες λειτουργούν περισσότερο ως οδοδείκτες, ως συμβολικοί αντιπρόσωποι των συλλογικών αγώνων ενός καταπιεσμένου λαού».
Το πρώτο κεφάλαιο αποκαλείται «Mississippi Goddam: Εμφύλιος, Ανασυγκρότηση, Μεγάλη Ύφεση (1860-1939)» (σελ. 27-82) και από αυτό αντιλαμβάνεσαι αμέσως τον τρόπο που «δουλεύει» ο Μήνας. Υπάρχουν τα βασικά ιστορικά στοιχεία και επιπλέον οι αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα της μαύρης κοινωνίας, διανόησης και καλλιτεχνίας, τα οποία, το ένα μετά το άλλο, παίρνουν τη θέση τους στην αφήγηση. Έτσι, λοιπόν, μέσα απ’ αυτές τις μεγάλες ιστορικές περιόδους (Εμφύλιος, Ανασυγκρότηση, Μεγάλη Ύφεση), αναδεικνύονται o συγγραφέας Frederick Douglas και η ακτιβίστρια-συγγραφέας Ida B. Wells, ο κοινωνιολόγος, συγγραφέας, παναφρικανιστής W.E.B. Du Bois και ο πολιτικός ακτιβιστής Marcus Garvey, ο bluesman Robert Johnson και η blueswoman Bessie Smith, ο «πατριάρχης της αφροαμερικανικής αστυνομικής λογοτεχνίας» Chester Himes, o τραγουδιστής ηθοποιός Paul Robeson, ο ποιητής-συγγραφέας Langston Hughes, ο πρωτοπυγμάχος Joe Louis και άλλοι διάφοροι. Στο βιβλίο εξετάζεται, συνοπτικά, το έργο όλων αυτών, οι διασυνδέσεις τους και βεβαίως η προσφορά τους στη μαύρη χειραφέτηση.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, το «Strange Fruit: Μποϊκοτάζ και πικετοφορίες κατά του φυλετικού διαχωρισμού (1940-1959)» (σελ. 83-100), πρωταγωνιστεί, όπως όλες και όλοι αντιλαμβάνονται, η Billie Holiday λόγω του θρυλικού τραγουδιού «Strange fruit» (που περιγράφει μια σκηνή λιντσαρίσματος), ενώ γίνεται λόγος για τη νομικό-εργατολόγο Pauli Murray και διαφόρους άλλους συνδικαλιστές-ακτιβιστές, συγγραφείς, αθλητές κ.λπ. (A. Philip Randolph, Ralph Ellison, Bill Russell, Emmett Till, Rosa Parks κ.ά.) που θα έφερναν τον αγώνα για τα δικαιώματα της μαύρης φυλής, όχι χωρίς προσωπικές συνέπειες, στο προσκήνιο.
Στο κεφάλαιο 3, που επιγράφεται «A change is gonna come: Ο δρ Martin Luther King (1929-1968)» (σελ. 101-127), πρωταγωνιστεί φυσικά ο πάστορας από την Ατλάντα της Georgia και διακεκριμένος πολιτικός ακτιβιστής Martin Luther King Jr. Ο Μήνας εξετάζει, συνοπτικά, όλη τη διαδρομή του King, που προπαγάνδιζε τη μη-βίαιη δράση και διαμαρτυρία, κάτι που θα βοηθούσε, όπως ο ίδιος πίστευε, στην «εκτεταμένη κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης του αγώνα για την ισότητα των μαύρων και το δικαίωμα ψήφου». Στο κεφάλαιο εξετάζεται ακόμη η συνύπαρξή του με την τραγουδίστρια των γκόσπελ Mahalia Jackson, οι συνθήκες που προηγήθηκαν της δολοφονίας του, μα και ό,τι επακολούθησε σε σχέση με την απόδοση ευθυνών και την καταδίκη «του ενός» (James Earl Ray), που υποτίθεται ότι έδρασε μεμονωμένα κ.λπ.
«Message from a black man: Ο Malcolm X και το Έθνος του Ισλάμ (1925-1965)» αποκαλείται το 4ο κεφάλαιο (σελ. 129-150). Όπως διαβάζουμε στη σελίδα 130: «Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ο Malcolm X υπήρξε ο πιο φλογερός ηγέτης του κινήματος των μαύρων στις ΗΠΑ. Εξέφρασε, ίσως με μεγαλύτερη οξύτητα από κάθε άλλον, τη συσσωρευμένη οργή και τις προσδοκίες των Αφροαμερικανών. Ο αγώνας του ενάντια στον ρατσισμό ήταν ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος». Εδώ καταγράφονται από τον συγγραφέα οι συγκρουσιακές σχέσεις (στο ιδεολογικό και όχι μόνο πεδίο) του Malcolm X τόσο με τον Martin Luther King Jr., όσο κυρίως με τον Elijah Muhammad, ηγέτη του Έθνους του Ισλάμ – καταστάσεις που, χοντρικά, θα οδηγούσαν στη δολοφονία του Malcolm X, στις 21 Φεβρουαρίου 1965. Ποιος, ποιοι, γιατί; Ένοχοι βρέθηκαν, «βολικοί» ή όχι κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει 60 χρόνια αργότερα.
Η ιστορία συνεχίζεται με το πέμπτο κεφάλαιο, το «There’s a riot goin’ on: Η έννοια του Black Power, το αφροαμερικάνικο ’68 και οι Μαύροι Πάνθηρες (1960-1969)», που εκτείνεται στις σελίδες 151-242 (πρόκειται για το μεγαλύτερο κεφάλαιο του βιβλίου). Εκείνο που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι η συνθετότητα και η πολυδιάστατη ανάπτυξή του. Τούτο οφείλεται και στο χρονικό εύρος του, αλλά κυρίως στην κοινωνικοπολιτική συγκυρία (των '60s), που απεδείχθη κρίσιμη όσον αφορά πλείστα όσα γεγονότα και καταστάσεις που θα συμπορεύονταν με το φυλετικό ζήτημα στις ΗΠΑ. Έτσι υπάρχει μια μετάβαση από γεγονότα που άλλοτε μπορεί να σχετίζονταν με τον αθλητισμό (Wilma Rudolph-Ολυμπιάδα Ρώμης, Cassius Clay, Tommie Smith, John Carlos-Ολυμπιάδα Μεξικού), άλλοτε με τις ποικίλες οργανώσεις (NAACP-National Association for the Advancement of Colored People, SNCC-Student Nonviolent Coordinating Committee κ.λπ.), άλλοτε με τις πολιτικές δολοφονίες (Medgar Evers) και τις τοπικές εξεγέρσεις (The Watt Riots, 1967 Detroit riot, Stonewall) και άλλοτε με ανθρώπους των γραμμάτων (James Baldwin, Richard Wright, William Melvin Kelley, Maya Angelou, LeRoi Jones ή Amiri Baraka) και βεβαίως με μουσικές και μουσικούς (Motown, Sam Cooke, James Brown, Ornette Coleman-free jazz, Charles Mingus, Max Roach, Oscar Brown Jr., John Coltrane, ESP-Disk’, Miles Davis, Nina Simone, Archie Shepp, Sly Stone κ.ά.). Εννοείται πως κυρίαρχο ρόλο, εδώ, παίζουν πρόσωπα της πολιτικής σκηνής, σαν εκείνα των Stokely Carmichael (Black Power movement), Bobby Seale, Huey P. Newton, Eldridge Cleaver (Black Panther Party), Angela Davis (Che-Lumumba Club/CPUSA δηλαδή Κομμουνιστικό Κόμμα ΗΠΑ) και άλλα διάφορα πρόσωπα που συμπλέκονται, από τον συγγραφέα, σε σχέση με τις ιδέες και τις δράσεις τους, και βεβαίως με τις αντιθέσεις τους.
Στο έκτο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Right on for the darkness: Οι συγκρούσεις των αρχών της δεκαετίας του ’70 και η υποχώρησή τους προς το τέλος της (1970-1979)» (σελ. 243-276), ο Θανάσης Μήνας καταπιάνεται με τις φράξιες που ξεπήδησαν μέσα από το Black Panther Party (όπως ο Black Liberation Army), τη δίκη των «Επτά του Σικάγου», την αιματηρή σύγκρουση στις (ρατσιστικές) φυλακές Attica, το φεμινιστικό κίνημα, την ακτιβίστρια Assata Shakur, τον πυγμαχικό αγώνα Rumble in the Jungle στην Κινσάσα του τότε Ζαΐρ (30 Οκτωβρίου 1974) ανάμεσα στους George Foreman και Muhammad Ali (θα νικούσε ο Ali), τις συγγραφείς Toni Morrison και Octavia E. Butler, με το κεφάλαιο να παρουσιάζει και ποικίλο μουσικό ενδιαφέρον με τις αναφορές του συγγραφέα σε AACM, Art Ensemble of Chicago, War, Curtis Mayfield, Stevie Wonder, Last Poets κ.ά.
Το προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου είναι το «Fight the power: Η κουλτούρα του χιπ χοπ και η εξέγερση του Λος Άντζελες (1980-1999)» (σελ. 277-305). Εδώ ο συγγραφέας εξετάζει την περίοδο της συντηρητικής αναδίπλωσης (Ronald Reagan) και το πώς επέδρασε αυτή στις μαύρες κοινότητες. Γίνεται λόγος για τον Cedric G. Robinson και το ιστορικό βιβλίο του «Black Marxism» από το 1983, για το δόγμα της «μηδενικής ανοχής» του τότε δημάρχου της Νέας Υόρκης Rudy Giuliani, το κίνημα MOVE (που σχετιζόταν με την υπόθεση του ακτιβιστή-δημοσιογράφου Mumia Abu-Jamal), τις Los Angeles riots του 1992, ενώ γίνεται μία επισκόπηση του χιπ χοπ και του gangsta rap με αναφορές σε Chuck D., “Cop Killer” κ.λπ.
Το «Black Power» θα ολοκληρωθεί με το όγδοο κεφάλαιο «Black Rage: Από τη σιωπηλή οργή στο κίνημα του Black Lives Matter (2000-2020)» (σελ. 307-336). Εδώ ο Μήνας καταπιάνεται με τον συγγραφέα Percival Everett, με τις νέες συνθήκες (για τον μαύρο πληθυσμό) που δημιούργησαν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, την εκλογή Obama, τον συγγραφέα-δημοσιογράφο Ta-Nehisi Coates και βεβαίως με το κίνημα Black Lives Matter, που πήρε μπροστά το 2013, για να φθάσει στο απόγειό του με τη δολοφονία του George Floyd το 2020. Κι εδώ υπάρχουν αναφορές στη μουσική, στο NBA (πρωτάθλημα μπάσκετ) κ.λπ.
Τα κείμενα των παραρτημάτων για τη Stax Records και τον αφροαμερικανικό κινηματογράφο των '70s, το γνωστό τοις πάσι blaxploitation, θα ολοκληρώσουν το «Black Power» – ένα βιβλίο που συνοψίζει, με ωραίο και διαυγή τρόπο, μέσα από τις 372 σελίδες του, τους αγώνες των μαύρων Αμερικανών για δικαιώματα και μια καλύτερη ζωή, σ’ ένα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 150 ετών.
Κλείνοντας, να υπενθυμίσω ένα παλαιότερο δικό μου κείμενο σε σχέση με το πώς αντιμετωπίστηκε το Black Power στην Ελλάδα, σε πρώτο χρόνο, που έχει κι αυτό το ενδιαφέρον του.