Ένας Πακιστανός επιχειρηματίας, ο οποίος κατηγορείται ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του Ντόναλντ Τραμπ, κατέθεσε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μπρούκλιν πως εξαναγκάστηκε να συμμετάσχει στο σχέδιο από τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν. Όπως είπε, οι απειλές αφορούσαν άμεσα την οικογένειά του.
Ο 47χρονος Ασίφ Μέρτσαντ επέλεξε να καταθέσει ο ίδιος στην υπεράσπισή του. Αντιμετωπίζει κατηγορίες για τρομοκρατία και για συνωμοσία με σκοπό δολοφονία κατόπιν πληρωμής. Μιλώντας μέσω διερμηνέα στα ουρντού, ανέφερε στους ενόρκους ότι συμμορφώθηκε από φόβο για τη σύζυγό του και την υιοθετημένη κόρη του, που ζουν στην Τεχεράνη.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ένας Ιρανός αξιωματούχος των Φρουρών της Επανάστασης —τον οποίο περιέγραψε ως «χειριστή» του— τον προσέγγισε και του ζήτησε να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2024. Εκεί, είπε, θα έπρεπε να βρει συνεργούς και να προχωρήσει σε μια επιχείρηση που ξεκινούσε με την οργάνωση διαμαρτυριών και την κλοπή εγγράφων, περνούσε στο ξέπλυμα χρήματος και κατέληγε στην οργάνωση πολιτικής δολοφονίας.
Ο Μέρτσαντ υποστήριξε ότι δεν έλαβε ποτέ σαφή εντολή για συγκεκριμένο στόχο. Ανέφερε, ωστόσο, ότι στη συζήτηση τέθηκαν τρία πιθανά ονόματα: ο Ντόναλντ Τραμπ, ο τότε πρόεδρος Τζο Μπάιντεν και η πρώην υποψήφια των Ρεπουμπλικανών Νίκι Χέιλι.
Οι άνθρωποι που τελικά προσέγγισε για να προχωρήσει το σχέδιο αποδείχθηκαν μυστικοί πράκτορες του FBI. Σε ηχογράφηση που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, ακούγεται να τους λέει πως χρειάζεται κάποιον που «ίσως θα μπορούσε να σκοτώσει κάποιον». Πρόσθεσε ότι, εκείνη τη στιγμή, ο πολιτικός στόχος δεν του είχε ακόμη γνωστοποιηθεί.
Κατέθεσε επίσης ότι σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή του στις ΗΠΑ κατάλαβε πως οι αρχές τον παρακολουθούσαν. Όπως είπε, πράκτορες μετανάστευσης τον σταμάτησαν στο αεροδρόμιο του Χιούστον και έλεγξαν τις αποσκευές και τις συσκευές του. Παρ’ όλα αυτά, υποστήριξε ότι συνέχισε να «παίζει τον ρόλο» του, επειδή φοβόταν πως οι ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών θα έβλαπταν την οικογένειά του αν αποχωρούσε.
Οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς απορρίπτουν την εκδοχή του. Υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν τον ισχυρισμό περί εξαναγκασμού και σημειώνουν ότι ο ίδιος παραδέχθηκε πως γνώριζε ότι συνεργαζόταν με οργάνωση την οποία οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν τρομοκρατική. Επιπλέον, αναφέρουν ότι έχει καταγραφεί να συζητά λεπτομέρειες της επιχείρησης σε δωμάτιο ξενοδοχείου στο Κουίνς.
Κατά την εισαγγελία, η υπόθεση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό και στις πληροφορίες ενός γνωστού του Μέρτσαντ, ο οποίος συνεργαζόταν κρυφά με το FBI και κατέγραψε συνομιλίες τους σχετικά με το σχέδιο.
Ο Μέρτσαντ συνελήφθη στις 12 Ιουλίου 2024 στο Τέξας, λίγο πριν επιβιβαστεί σε πτήση με προορισμό το Πακιστάν.
Η δίκη άρχισε την περασμένη εβδομάδα, σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Η Τεχεράνη έχει αρνηθεί ότι σχεδίαζε επιθέσεις εναντίον Αμερικανών αξιωματούχων.
Με πληροφορίες από Guardian