Ο Χιούγκο και ο Ρος Τέρνερ, δύο ομοζυγωτικοί δίδυμοι, ακολούθησαν για 12 εβδομάδες πολύ διαφορετική διατροφή και στο τέλος συνέκριναν τα αποτελέσματα. 

 

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Μάρτιο ο Χιούγκο τρεφόταν αυστηρά ως vegan ενώ στο μενού του Ρος κυριαρχούσε σε καθημερινή βάση το κρέας. Όλο αυτό το διάστημα, η εξέλιξή τους παρακολουθείτο από την Virgin Active και το Τμήμα έρευνας Διδύμων στο πανεπιστήμιο King's College του Λονδίνου.

 

Τα δύο αδέλφια έτρωγαν πολύ διαφορετικά πιάτα αλλά τις ίδιες θερμίδες σε ημερήσια βάση. Παράλληλα με την διατροφή τους, προπονούνταν εντατικά πέντε με έξι φορές την εβδομάδα, καθώς προετοιμάζονται για μελλοντικές αποστολές σε ακραία σημεία του πλανήτη. Στο τέλος, όλα είχαν αλλάξει: το βάρος, τα επίπεδα χοληστερίνης και το ποσοστό λίπους στο σώμα του καθενός, εξαιτίας της διατροφής τους.

 

 

 

 

 

Ένα τυπικό γεύμα του Χιούγκο
Ένα τυπικό γεύμα του Χιούγκο

 

Ο Ρος τα έτρωγε όλα
Ο Ρος τα έτρωγε όλα

 

 

 

Τι συνέβη στον vegan Χιούγκο: Μέσα σε δώδεκα εβδομάδες το σωματικό βάρος μειώθηκε από τα 83,9 κιλά στα 82,1 και παράλληλα το λίπος στο σώμα του έπεσε στο 12%. Τα επίπεδα χοληστερίνης επίσης μειώθηκαν και ο Χιούγκο ανέφερε πως ένιωθε συχνότερα γεμάτος ενέργεια - πιθανότητα επειδή το σάκχαρο στο αίμα του δεν έπεφτε τόσο συχνά όσο παλιότερα. Κατά τον ίδιο, ήταν και πνευματικά πιο διαυγής και συγκεντρωμένος αν και υπήρχαν και αρνητικές «παρενέργειες», όπως είπε, αφού είχε χάσει την σεξουαλική του διάθεση. 

 

Ο παμφάγος Ρος ξεκίνησε από τα 79,4 κιλά και τρώγοντας καθημερινά κρέας πήρε, παρά την καθημερινή άσκηση, 1,8 κιλά λίπους και 4,5 κιλά σε μυϊκή μάζα, σκαρφαλώνοντας στα 85,7 κιλά. Το ποσοστό λίπους στο σώμα του αυξήθηκε στο 15% αλλά η χοληστερίνη του παρέμεινε σταθερή. 

 

Συλλέγοντας δείγματα από τα κόπρανα των διδύμων, οι επιστήμονες εντόπισαν και άλλες σημαντικές διαφορές. 

 

Το ανθρώπινο σώμα φιλοξενεί μικροοργανισμούς και το σύνολο αυτών των βακτηρίων, μυκήτων και αρχαιοβακτηρίων, με τον εκπληκτικό πλούτο και την πολυπλοκότητά τους, ονομάζεται «μικροβίωμα». Στην περίπτωση του Χιούγκο, διαπιστώθηκε πως είχε γίνει πιο ανθεκτικό, μειώνοντας τις πιθανότητες για διαβήτη τύπου 2 και παχυσαρκία. Ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις, υπήρχαν απώλειες λόγω της αυστηρής vegan και της αυστηρά κρεατοφαγικής διατροφής αντίστοιχα. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Μου έλειψαν οι υδατάνθρακες. Μου έλειψαν πολύ. Αλλά μόλις έφαγα ξανά αμέσως ένιωσα φούσκωμα», λέει ο Ρος. «Μας παρέδιδαν κάθε μέρα το μενού από το Mindful Chef και οι θερμίδες ήταν σχεδόν ίδιες, συν-πλην 50 θερμίδες» 

 

Ο Χιούγκο επιμένει ότι η «λίμπιντο» του εξαφανίστηκε. «Όμως τα επίπεδα της ενέργειάς μου ήταν καλύτερα. Δεν είχα υπογλυκαιμίες. Δεν μπορούσα να φάω σνακ όπως σοκολάτες, μπισκότα και άλλα γλυκά. Έτρωγα κυρίως ξηρούς καρπούς και φρούτα». 

 

Πώς αυτό επηρέασε την προπόνησή σας;

Χιούγκο: Στο γυμναστήριο είχα πολύ περισσότερη ενέργεια. Πηγαίναμε πέντε, έξι φορές την εβδομάδα και δεν υπήρξε ούτε μία προπόνηση που να νιώσω ότι δεν είχα την δύναμη. 

Ρος: Εγώ ακριβώς το αντίθετο. Πεινούσα πάρα πολύ στις 10-11. Είχα κορυφώσεις ενεργητικότητας και μετά κατέρρεα. Τα αποτελέσματα ήταν πολύ διαφορετικά. Εγώ πήρα βάρος, ο Χιούγκο έχασε. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Χιούγκο και ο Ρος αποκαλούνται τα «περιπετειώδη πειραματόζωα» καθώς από το 2011 κάνουν διάφορες εξορμήσεις σε δυσπρόσιτα και επικίνδυνα σημεία του πλανήτη. Το 2015 ανέβηκαν στην ψηλότερη κορυφή της Ευρώπης, το όρος Elbrus στον Καύκασο για να συγκρίνουν τον παραδοσιακό ορειβατικό εξοπλισμό με μοντέρνα εργαλεία.

 

Απόφοιτοι του τμήματος Βιομηχανικού Σχεδιασμού και Τεχνολογίας του πανεπιστημίου Loughborough και οι δύο, ετοιμάζονται τώρα για την επόμενη περιπέτεια. Κατέχουν ήδη δύο ρεκόρ: ως μέλη του νεότερου πληρώματος που διέσχισε κωπηλατώντας τον ατλαντικό Ωκεανό και ως οι πρώτοι δίδυμοι που κωπηλάτησαν οποιονδήποτε ωκεανό του πλανήτη.

 

Έχουν ταξιδέψει και στην Γροιλανδία, όπου δοκίμασαν ένα κιτ πανομοιότυπο με αυτό του Σερ Ernest Shackleton από το 1914 με ένα σύγχρονο και το «παλιό» αποδείχτηκε καλύτερο.

 

Αυτή την φορά επέλεξαν να ανέβουν ένα διατροφικό «βουνό» και όπως λένε τώρα, θέλουν στο μέλλον να επαναλάβουν το πείραμα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα - για έξι μήνες ή ακόμα και έναν χρόνο.