Μια μελέτη για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του κορωνοϊού στην υγεία, με επικεφαλής ειδικούς από το Πανεπιστήμιο του Λέστερ, το Imperial College London και το University College London, διαπίστωσε, ότι μετά τη νόσηση από COVID-19, παρατηρούνται αλλαγές στο αίμα οι οποίες ενδέχεται να βοηθήσουν στον εντοπισμό ασθενών που διατρέχουν κίνδυνο να εμφανίσουν επίμονη πνευμονική νόσο.
Υπό την καθοδήγηση του National Institute for Health and Care Research (NIHR) Leicester Biomedical Research Centre (BRC), η μελέτη PHOSP-COVID αξιοποίησε την τεχνογνωσία ερευνητών και κλινικών γιατρών από ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να αξιολογήσει τον αντίκτυπο της COVID-19 στη σωματική και ψυχική υγεία των ασθενών, καθώς και την πορεία ανάρρωσής τους.
Στην πιο πρόσφατη αυτή μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό EBioMedicine στις 27 Ιανουαρίου 2026, εξετάστηκαν δείγματα αίματος από σχεδόν 1.000 άτομα που είχαν νοσηλευτεί λόγω COVID-19, προκειμένου να εντοπιστούν μόρια, που πιστεύεται ότι εμφανίζονται όταν υπάρχει βλάβη στους πνεύμονες.
Διαπιστώθηκε, ότι οι ασθενείς που παρουσίαζαν αλλοιώσεις στους πνεύμονες στις απεικονιστικές εξετάσεις παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα στο αίμα τους μορίων γνωστών ως matrix metalloproteinase-7 (MMP-7) και Krebs von den Lungen-6 (KL-6).
Κορωνοϊός: «Τα ευρήματα θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για απλές αιματολογικές εξετάσεις»
Και τα δύο αυτά μόρια έχει αποδειχθεί στο παρελθόν ότι βρίσκονται σε αυξημένα επίπεδα σε άτομα με διαγνωσμένη πνευμονική νόσο και αποτελούν ένδειξη βλάβης στα επιθηλιακά κύτταρα που επενδύουν τους πνεύμονες, σύμφωνα με uhleicester.nhs.uk.
Η Δρ Rachael Evans, κλινική αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ, δήλωσε: «Τα επιθηλιακά κύτταρα σχηματίζουν τον κρίσιμο φραγμό που επενδύει τους πνεύμονες, λειτουργώντας ως η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στα σωματίδια που εισπνέουμε, παράγοντας βλέννα και ενεργοποιώντας ανοσολογικές αποκρίσεις. Οι βιοδείκτες που παρατηρήσαμε στα δείγματα αίματος αυτής της μελέτης μας δείχνουν ότι υπάρχει βλάβη σε αυτή την επένδυση, και ότι αυτή συμβάλλει στα επίμονα συμπτώματα και στη μειωμένη πνευμονική λειτουργία σε ορισμένα άτομα με long-COVID. Τα ευρήματα αυτά θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για απλές αιματολογικές εξετάσεις, οι οποίες θα βοηθούν στον προσδιορισμό των ατόμων που ενδέχεται να εμφανίσουν επίμονα πνευμονικά προβλήματα και να μας καθοδηγούν στην επιλογή της καταλληλότερης θεραπείας».
Ο Δρ Iain Stewart από το National Heart & Lung Institute του Imperial College London, ο οποίος ηγήθηκε των αναλύσεων, ανέφερε: «Επειδή η μελέτη PHOSP-COVID συγκέντρωσε τόσο λεπτομερή και υψηλής ποιότητας δεδομένα από μεγάλο αριθμό ανθρώπων, μπορέσαμε να εντοπίσουμε ενδείξεις συνεχιζόμενης πνευμονικής βλάβης ακόμη και σε σχετικά μικρό δείγμα. Το γεγονός ότι αυτή η βλάβη μπορεί να έχει επιπτώσεις σε όλη τη ζωή καθιστά ζωτικής σημασίας τον εντοπισμό αξιόπιστων δεικτών για την αναγνώριση των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο».
Ο καθηγητής Gisli Jenkins από το National Heart & Lung Institute του Imperial College London σχολίασε: «Τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν τη δυνατότητα χρήσης μιας εξέτασης αίματος για τον εντοπισμό ατόμων με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης χρόνιας πνευμονικής νόσου μετά από οξεία λοίμωξη με SARS-CoV-2».