Στην πόλη Τολέδο στα νοτιοδυτικά της Βραζιλίας, δε φαίνεται να υπάρχει πολύς σκεπτικισμός απέναντι στο εμβόλιο κατά του κορωνοϊού. Περίπου το 98% όσων πληρούσαν τις προϋποθέσεις για εμβόλιο, έχουν κάνει τουλάχιστον τη μία δόση, σύμφωνα με τις δημοτικές αρχές. 

 

Οι περισσότεροι έλαβαν το σκεύασμα της Pfizer, με την φαρμακοβιομηχανία να ανακοινώνει αυτήν την εβδομάδα πως θα εμβολιάσει όλους τους κατοίκους της πόλης άνω των 12 ετών, προκειμένου να διεξάγει έρευνα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του εμβολίου. 

 

Η εταιρεία θα συνεργαστεί με τις ντόπιες υγειονομικές αρχές, ένα νοσοκομείο, ένα πανεπιστήμιο και την εθνική υπηρεσία εμβολιασμών για να καταγράψει τη διασπορά του κορωνοϊού βάση ενός «ρεαλιστικού σεναρίου», όταν όλος ο πληθυσμός της έχει εμβολιαστεί με το σκεύασμα της Pfizer-BioNTech. 


Οι ερευνητές θα παρακολουθούν τους συμμετέχοντες για πάνω από ένα χρόνο ώστε να διαπιστώσουν πόσο διαρκεί η προστασία του εμβολίου κατά του κορωνοϊού και των μεταλλάξεών του. 
 

«Εδώ πιστεύουμε στην επιστήμη και θρηνούμε τους περίπου 600.000 νεκρούς από Covid-19 στη Βραζιλία» αναφέρει ο δήμαρχος του Τολέδο, Μπέτο Λουνίτι, ανακοινώνοντας τη σχετική έρευνα. 

 

Σημειώνεται πως, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Γεωγραφίας και Στατιστικής της Βραζιλίας, ο δήμος του Τολέδο στο κρατίδιο του Παρανά έχει πληθυσμό 142.000 ανθρώπων. 
 

Η έρευνα αυτή έρχεται μετά τον πειραματικό εμβολιασμό σχεδόν όλων των ενηλίκων στην πόλη Σεράνα, στα νότια της Βραζιλίας. Ο εμβολιασμός με το κινεζικό Sinovac πραγματοποιήθηκε μέσα σε τρεις μήνες σε 45.000 ανθρώπους. Η επιτυχία του δοκιμαστικού προγράμματος αποδείχτηκε θριαμβευτική, με τεράστια μείωση κρουσμάτων, θανάτων και νοσηλειών, και, μάλιστα, σε μια περίοδο που η υπόλοιπη Βραζιλία βρισκόταν στο απόγειο της πανδημίας. 

 

Η Βραζιλία καταγράφει τον δεύτερο υψηλότερο απολογισμό νεκρών στον κόσμο, λόγω της πανδημίας - μετά τις ΗΠΑ που μετρούν πάνω από 710.000 θανάτους. Περίπου 600.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, παρότι οι ειδικοί εκτιμουν πως ο πραγματικός αριθμός των νεκρών ίσως είναι υψηλότερος.  


Με πληροφορίες από New York Times