Μία οικονομική θεωρία, που έχει βραβευθεί με Νόμπελ, φαίνεται ότι βοηθά να σωθούν κοραλλιογενείς ύφαλοι που απειλούνται, σύμφωνα με επιστήμονες. 

 

Ερευνητές του πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ χρησιμοποίησαν τη σύγχρονη θεωρία χαρτοφυλακίου (modern portfolio theory), ένα μαθηματικό πλαίσιο που ανέπτυξε ο οικονομολόγος Χάρι Μάρκοβιτς τη δεκαετία του ‘50 για να βοηθήσει επενδυτές που αποφεύγουν το ρίσκο να μεγιστοποιήσουν τις αποδόσεις. 

 

Όμως, αυτή τη φορά η θεωρία δεν χρησιμοποιήθηκε για μετοχές, αλλά προκειμένου να εντοπιστούν οι 50 κοραλλιογενείς ύφαλοι σε όλο τον κόσμο που είναι πιο πιθανό να «επιβιώσουν» από την κλιματική κρίση και που μπορούν να ανασυστήσουν άλλους υφάλους, αν δεν υπάρχουν περαιτέρω απειλές. 

 

Η μελέτη προτείνει τη στόχευση επενδύσεων σε πρότζεκτ που έχουν «ισχυρότερες πιθανότητες επιτυχίας» στην προστασία υφάλων προτεραιότητας. Μάλιστα, λένε επιστήμονες και οργανισμοί, τα κέρδη από κάτι τέτοιο δεν είναι μόνο οικολογικά, αλλά υπάρχουν κρίσιμα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη για κοινότητες, όπως και για την υγεία και τη διατροφή τους. 

 

«Είναι ουσιαστικά μια στρατηγική για να μας βοηθήσει να πάρουμε αποφάσεις για το τι να προστατεύσουμε, προκειμένου να έχουμε κοράλλια στα τέλη του αιώνα. Είναι η καλύτερη ελπίδα μας για το μακροπρόθεσμο μέλλον των κοραλλιών», εξήγησε ο καθηγητής Ove Hoegh-Guldberg του πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ, από τους επικεφαλής του πρότζεκτ των «50 υφάλων».  

 

«Η σύγχρονη θεωρία χαρτοφυλακίου είναι ένα πλαίσιο που στοχεύει στη μείωση του ρίσκου ενώ μεγιστοποιεί τις αποδόσεις. Αντιμετωπίζει την προστασία κατά κάποιο τρόπο ως επενδυτική ευκαιρία», δήλωσε ο Hoegh-Guldberg. 

 

Η στρατηγική, που προέκυψε από συνάντηση επιστημόνων στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας της Χαβάης το 2017, αξιοποιεί τη θεωρία για να βοηθήσει τους επιστήμονες να επιλέξουν ένα «ισορροπημένο χαρτοφυλάκιο» κοραλλιογενών υφάλων. 

 

«Έχεις εκατοντάδες τέτοιους υφάλους σε όλο τον πλανήτη. Ποιον επιλέγεις, ώστε να επικεντρώσεις τις προσπάθειές σου σε αυτόν;», σχολίασε ο Hoegh-Guldberg. 

 

Οι επιστήμονες χώρισαν τους κοραλλιογενείς υφάλους του κόσμου σε «βιοκλιματικές μονάδες» (BCU) των 500 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Για την κάθε περίπτωση χρησιμοποίησαν 174 μετρήσεις σε πέντε κατηγορίες, υπολογίζοντας μεταξύ άλλων το ιστορικό θερμοκρασίας και προβλέψεις, την οξίνιση ωκεανού, τα χωροκατακτητικά είδη, τη δραστηριότητα κυκλώνων και τη συνδεσιμότητα με άλλους υφάλους. 

 

Στη συνέχεια, έκαναν εκτιμήσεις για κάθε BCU, καταγράφοντας έτσι το ευρύτερο φάσμα πιθανοτήτων για το μέλλον. «Δεν ξέρουμε ποιες μετρήσεις είναι οι καλύτερες στην πρόβλεψη κινδύνου», εξήγησε ο Hawthorne Beyer του πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ. 

 

Στη συνέχεια, η ομάδα χρησιμοποίησε τη σύγχρονη θεωρία χαρτοφυλακίου για να ποσοτικοποιήσει τις απειλές και να εντοπίσει τους υφάλους που είναι η καλύτερη επιλογή για προστασία, επιτρέποντας την αβεβαιότητα για μελλοντικούς κινδύνους λόγω της κλιματικής αλλαγής. 

 

«Δεν θες να τα ποντάρεις όλα σε ένα, ούτε να στοιχηματίσεις σε ένα μέτρο κινδύνου, όταν υπάρχει τεράστια αβεβαιότητα για το ποιοι θα είναι οι κίνδυνοι», εξήγησε ο Hawthorne Beyer. 

 

Το πρότζεκτ εντόπισε υφάλους στη Μέση Ανατολή, τη βόρεια και ανατολική Αφρική, την Αυστραλία, την Καραϊβική, τα νησιά του Ειρηνικού, τη Νότια Αμερική, το νοτιοανατολική και νότια Ασία. 

 

Περιλαμβάνουν μέρη του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου της Αυστραλίας και τη νότια Ερυθρά Θάλασσα και μέρη του κοραλλιογενούς τριγώνου γύρω από την Ινδονησία, τη Μαλαισία, την Παπούα Νέα Γουινέα και τις Φιλιππίνες. Αλλά, με βάση τα κριτήρια για το κλίμα και τη συνδεσιμότητα, το μοντέλο απέκλεισε αρκετές οικολογικά σημαντικές περιοχές, όπως η Χαβάη και ο κοραλλιογενής ύφαλος της Κεντρικής Αμερικής. 

 

Σχεδόν 93 εκατομμύρια δολάρια επενδύθηκαν στο πρότζεκτ, που χρηματοδοτήθηκε από την πρωτοβουλία Vibrant Oceans του Bloomberg Philanthropies και άλλους. Η έκθεση διαπίστωσε ότι η προσέγγιση αυτή βοήθησε τουλάχιστον 26 οργανισμούς και οχτώ χρηματοδότες που έχουν θέσει τώρα ως προτεραιότητα 60 οικοσυστήματα κοραλλιογενών υφάλων σε πάνω από 40 χώρες. 

 

Το μέλλον προβλέπεται δεινό για τους κοραλλιογενείς υφάλους. Ακόμη κι αν οι δραστικές μειώσεις εκπομπών αερίων διασφαλίσουν ότι η παγκόσμια άνοδος της θερμοκρασίας θα περιοριστεί στους 1,5 βαθμούς Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα- κάτι που θα απαιτούσε να πέσουν σχεδόν στο μισό οι παγκόσμιες εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα έως το 2030 σε σύγκριση με το 2010- το 70% έως και 90% των σημερινών κοραλλιών θα εξαφανιστούν. 

 

Τον Οκτώβριο, μελέτη διαπίστωσε ότι το 14% των κοραλλιογενών υφάλων έχει χαθεί σε λιγότερο από μία δεκαετία και αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στον αποχρωματισμό που προκαλείται από την άνοδο της θερμοκρασίας στην επιφάνεια της θάλασσας. 

 

Με πληροφορίες από Guardian