Σε δίκη παραπέμπονται οι δύο κατηγορούμενοι για τον βιασμό και τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο. 

 

Οι δύο νέοι άνδρες, ηλικίας 20 και 21 ετών αντίστοιχα αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία, και του βιασμού της 21χρονης φοιτήτριας και, όπως μεταδίδει η τοπική εφημερίδα Δημοκρατική, ο αντιεισαγγελέας πλημμελειοδικών Ρόδου εισηγήθηκε, εκτός από την παραπομπή σε δίκη, και την παράταση της προσωρινής τους κράτησης έως τις 4 Δεκεμβρίου. 

 

Οι αρχές έκριναν πως αν αφεθούν ελεύθεροι ακόμα και υπό κατ' οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση «είναι εξαιρετικώς πιθανό να προβούν σε διάπραξη νέων συναφών εγκλημάτων». 

 

Η παράταση της προσωρινής κράτησης είχε γίνει με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, που έλαβε υπόψιν του τα χαρακτηριστικά στοιχεία του εγκλήματος, συνυπολογίζοντας τον «μεθοδευμένο τρόπο δράσης» των υπαίτιων και «την εμμονή τους στην τελική επίτευξη του επιδιωχθέντος θανάτου της φοιτήτριας, η οποία προκύπτει τόσο από την εναλλαγή πλειόνων πρόσφορων τρόπων θανάτωσης ενός ανθρώπου, όσο και από τη μεγάλη χρονική διάρκεια της θανατηφόρου συμπεριφοράς που επέδειξαν».

 

Παράλληλα τονίζεται η επιλογή του «εξαιρετικά επώδυνου, αργού και βασανιστικού τρόπου θανάτωσης της φοιτήτριας, που μαρτυρά ιδιαίτερη σκληρότητα και τα εξόχως ταπεινά κίνητρα της εν γένει συμπεριφοράς τους». Όπως σημειώνεται στην αναλυτική αναφορά για το έγκλημα, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, ο 20χρονος που είχε γνωρίσει το θύμα του μία εβδομάδα πριν το έγκλημα και μαζί με τον 21χρονο συγκατηγορούμενο του είχαν «προαποφασίσει» να βιάσουν την Ελένη Τοπαλούδη.

 

Στις 27 Νοεμβρίου του 2018, οι κατηγορούμενοι πήραν την 21χρονη από το σπίτι της με βανάκι (το οποίο κατέγραψαν κάμερες ασφαλείας) και πήγαν στην εξοχική κατοικία των γονιών του 20χρονου στην περιοχή των Πεύκων Λίνδου. «Εκεί, μετά από κοινή τους απόφαση και παρά την εκδηλωθείσα αντίθετη βούληση της Ελένης Τοπαλούδη», βιάσαν «παράλληλα και διαδοχικά» την φοιτήτρια «κάμπτοντας την αντίστασή της με τις υπέρτερες σωματικές τους δυνάμεις, ασκώντας επί αυτής σωματική βία, σφίγγοντάς την δηλαδή στην τραχηλική χώρα, καταφέροντάς της παράλληλα γρονθοκοπήματα, και απειλώντας τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα με μαχαίρι».

«Υπό αυτές τις συνθήκες, κι ενώ η παθούσα ήταν αβοήθητη, έρμαιο στις σεξουαλικές διαθέσεις τους, πέραν της εξώγαμης συνουσίας, εκμεταλλευόμενοι την εκμηδένιση της αντίστασής της, λόγω της σωματικής και ψυχικής εξάντλησής της», την εξανάγκασαν και σε άλλες ασελγείς πράξεις. Όταν εκείνη αρνήθηκε εκ νέου, οι κατηγορούμενοι - που ασχολούνταν με πολεμικές τέχνες - τη γρονθοκόπησαν με δύναμη στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να ζαλιστεί και να χάσει στιγμιαία τις αισθήσεις της. 

 

Όταν συνήλθε, η Ελένη Τοπαλούδη διεμήνυσε στους βιαστές της ότι θα τους καταγγείλει στην αστυνομία «πυροδοτώντας έτσι το θυμό τους και παράλληλα την ανησυχία τους ότι θα συλληφθούν και θα υποστούν ποινικές κυρώσεις» για τις πράξεις τους και τη συμπεριφορά τους. «Ενόψει αυτής της δυσάρεστης για εκείνους προοπτικής, οι κατηγορούμενοι προέβησαν τότε σε στάθμιση των δεδομένων και αποφάσισαν από κοινού τη φυσική εξόντωση της παθούσας ώστε να αποκλείσουν κάθε πιθανότητα μελλοντικής σε βάρους τους καταγγελίας».

 

Έτσι, ενώ η Ελένη παρέμενε εξασθενημένη και σε σχεδόν λιπόθυμη κατάσταση εξαιτίας του τραυματισμού της κατά τον βιασμό της, οι κατηγορούμενοι «αποδεχόμενοι πλήρως ο ένας τη συμπεριφορά του άλλου και επιδιώκοντας να εξοντώσουν την παθούσα», την χτύπησαν αλλεπάλληλα με γροθιές και σίδερο σιδερώματος το κεφάλι «προκαλώντας της έντονη αιμορραγική διήθηση του αριστερού κροταφίτη μυ» και των υποδόριων ιστών, κατάγματα στο πίσω μέρος του κρανίου και αιμάτωμα και εγκεφαλικό οίδημα. Επιπλέον προσπάθησαν να την σκοτώσουν στραγγαλίζοντάς τη. 

 

Στη συνέχεια κι ενώ η Ελένη Τοπαλούδη έδινε μάχη να κρατηθεί στη ζωή, υπομένοντας τις συνεχιζόμενες προσπάθειες των κατηγορουμένων να την σκοτώσουν, εκείνοι «ευρισκόμενοι σε απολύτως ήρεμη ψυχική κατάσταση και παρά τις σχετικές έντονες παρακλήσεις της να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο, επέδειξαν εμμονή στον εγκληματικό τους σχεδιασμό» και τη μετέφεραν ημίγυμνη στο όχημα, «προκειμένου να ολοκληρώσουν το προαποφασισμένο από αυτούς κακούργημα της ανθρωποκτονίας».


Στη συνέχεια τη μετέφεραν σε απόκρημνη βραχώδη περιοχή στον όρμο «Φώκια», «περιοχή γνωστή σε ελάχιστους και κυρίως σε κατοίκους της ευρύτερης περιοχής της Λίνδου», την οποία γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Εκεί «ενεργώντας από κοινού και βάσει σχεδίου, σήκωσαν με τα χέρια τους και οι δύο το σώμα της» (η ίδια βρισκόταν πλέον σε ημιλιπόθυμη κατάσταση) και την έριξαν από ύψος περίπου 10 μέτρων στη θάλασσα. Από την ενέργειά τους αυτή σε συνδυασμό με τις ήδη προκληθείσες σωματικές βλάβες (κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, διάχυτη εγκεφαλική αιμορραγία και οίδημα που είχαν προκληθεί από τα χτυπήματα στο κεφάλι της), η νέα γυναίκα δεν ήταν σε θέσει να κινηθεί αποτελεσματικά ώστε να επιπλεύσει με αποτέλεσμα να πνιγεί. 

 

Με πληροφορίες από Dimokratiki.gr