Σοκαριστικοί διάλογοι από τη νύχτα της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι, μεταξύ πολιτών και τηλεφωνητών του 199, περιλαμβάνονται στην εισαγγελική διάταξη για την καταστροφή που οδήγησε στον θάνατο 100 ανθρώπων. 

 

Όπως προκύπτει από αυτούς του διαλόγους, κάτοικοι που βρίσκονταν σε κίνδυνο ή έβλεπαν τα σπίτια τους να καίγονται ήρθαν αρκετές φορές αντιμέτωποι με αγενή συμπεριφορά. Άλλωστε και στο πόρισμα των εισαγγελέων, γίνεται λόγος για χάος ασυνεννοησίας και έλλειψη συντονισμού.

 

Σύμφωνα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, στην εισαγγελική διάταξη τονίζεται πως στο τηλεφωνικό κέντρο βρίσκονταν μόλις τρία άτομα, ενώ ήταν γνωστός στις αρχές ο πολύ υψηλός κίνδυνος εμφάνισης πυρκαγιάς στην Αττική, στις 23 Ιουλίου. 

 

 

Μάλιστα, η εν λόγω υπηρεσία, «κατέστη ανενεργή» μετά τις 19:17 της μοιραίας νύχτας «καθώς δεν ήταν έτοιμη και ικανή να διαχειριστεί τα περιστατικά αποτελεσματικά αλλά ούτε καν στοιχειωδώς (...) ακριβώς λόγω της έλλειψης ικανού αριθμού χειριστών - τηλεφωνητών σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό των συμβάντων διαπιστώθηκαν και περιπτώσεις απρεπούς συμπεριφοράς σε καλούντες πολίτες».

 

 

Οι πολίτες καλούσαν και ζητούσαν πληροφορίες ή οδηγίες αλλά έρχονταν συχνά αντιμέτωποι με αγενή συμπεριφορά όπως προκύπτει και από τους διαλόγους που ακολουθούν:

 

- «Έρχονται κυρία μου, έρχονται, το κέρατο μου, έρχονται», «αυτό σας λέω κυρία μου, ό,τι μπορούμε κάνουμε, 15 αυτοκίνητα, 20 έρχονται, μακάρι να γεννήσουμε και άλλα»

 

- «Δεν κατάλαβα το ύφος σας κύριε... όχι, όχι τι είστε εσείς, τι δεν καταλάβατε, πολίτης είμαι, έχετε υποχρέωση, τι είσαστε, μαγαζί σας είναι η Πυροσβεστική, δεν το κατάλαβα; ... και εγώ δεν το κατάλαβα».

 

- «Εντάξει δεν είναι ταξί να το παραγγείλουμε κινδυνεύει κάποιος, μπορεί να κινδυνεύει κάποιος άνθρωπος, θα το δούμε έτσι; Θα ρθει», «Καπνό ... την Αττική ο καπνός μην παραπονιέστε και φωνάζετε όλοι».

 

Οι εισαγγελείς διαπίστωσαν ανάλογη συμπεριφορά των τηλεφωνητών και απέναντι στην Άμεση Δράση. Ενδεικτικά:

 

- «Θέλω τροχαία στα φανάρια στη διασταύρωση στη Ραφήνα.... στη Ραφήνα έχω φωτιές από εκεί πέρα,.... τι είναι αυτό στο Ν. Βουτζά, χεστήκαμε. Ο παππούς θα πεθάνει εκεί μέσα, μ@λ@κα είναι να πεθάνει ο παππούς.... θέλω τροχαία στη διασταύρωση για Ραφήνα».

 

Στην εισαγγελική διάταξη παρατίθενται και άλλα περαστικά που καταδεικνύουν την έλλειψη οργάνωσης: 

 

- Στις 18:13 μ.μ μία οικογένεια που βρίσκεται στο σπίτι της στο Νέο Βουτζά επικοινώνησε με το 199 την ώρα που η αυλή τους φλεγόταν και το αυτοκίνητό τους είχε ήδη καεί. Μέλη οικογένειας τηλεφωνούν στο 199 και λένε στον τηλεφωνητή – χειριστή: «Γύρω γύρω τώρα καίγονται όλα, έχουν καεί όλα εμείς είμαστε μέσα, έχει πολύ καπνό... χάλασε το αυτοκίνητό μας, κάηκε, τι λετε τώρα;...». Η απάντηση που δίνει ο χειριστής είναι: «Σιγά σιγά προς την παραλία δεν μπορείτε να πάτε; Έχετε αυτοκίνητο;». Μία γυναίκα του απαντά: «Όχι ρε παιδιά αφού έχω μωρό 13 μηνών και πόσο θα αναπνεύσει λίγο, δεν ξέρω, κάντε κάτι».

 

- Δυο λεπτά αργότερα χειριστής - τηλεφωνητής «αντί να προβεί στην αποστολή δυνάμεων για τη διάσωση των κινδυνευόντων» στο συγκεκριμένο σπίτι, διαβιβάζει το συμβάν στο ΚΕΠΠ αναφέροντάς: «ο Δήμος δεν μπορεί να βάλει ένα αυτοκίνητο για να βοηθήσει, τα δικά μας σβήνουν».

 

Από το ΚΕΠΠ του απαντούν: «Ναι παιδιά όμως δεν γίνεται όλοι εσείς να παίρνετε μόνο το δικό μου τηλέφωνο, έχει και δίπλα τρία τέσσερα εδώ πέρα» και συνεχίζοντας, αναφέρει: «αυτή η κυρία δεν γίνεται να πάρει τηλέφωνο το 100 να πάει ένα περιπολικό; Αυτά που είπε σε εσένα δεν μπορούσε να τα πει στο 100;».

 

- Στις 18:57 μ.μ ένας πολίτης από το Μάτι τηλεφωνεί στο 199 ενημερώνοντάς τους για τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν τρεις γυναίκες, καθώς έξω από το σπίτι τους καίγονταν δέντρα.

 

Ο πολίτης ακούγεται να ζητά βοήθεια για τη διάσωση και τη μεταφορά των γυναικών σε ασφαλή περιοχή αλλά ο τηλεφωνητής του απαντά: «Ντάξει ....παρα πολλά περιστατικά όμως που είναι έτσι αντίστοιχα με τα δικά σας και κατασκηνώσεις.... προσπαθούμε να εκκενώσουμε και γίνεται χαμός» και «να σας πω, πάρτε και το 100 την αστυνομία αν μπορούν να κάνουν και αυτοί μεταφορά».

 

Τέλος, όταν μία υπάλληλος του ξενοδοχείου «Ραμάντα» ζήτησε από το 199 την εκκένωσή του κτιρίου επειδή καίγονταν τα αυτοκίνητα στο εξωτερικό πάρκινγκ, ο τηλεφωνητής κάλεσε το ΚΕΠΠ, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να διαβιβάσει στην αστυνομία το περιστατικό.