Ο αντίκτυπος της μακροχρόνιας νόσησης που εμφανίζεται σε ανθρώπους μετά από λοίμωξη με COVID-19 εκτιμάται ότι κοστίζει στις χώρες του ΟΟΣΑ έως και 135 δισ. δολάρια ετησίως και θα επιβαρύνει τις οικονομίες τους για τουλάχιστον μία δεκαετία, σύμφωνα με νέα έρευνα.
Το πλήγμα στο ΑΕΠ, λόγω μειωμένης παραγωγικότητας, αυξημένων απουσιών ή ακόμη και αποχώρησης εργαζομένων από την εργασία, αναμένεται να είναι πολύ μεγαλύτερο από τις πρόσθετες δαπάνες υγείας που σχετίζονται με τη νόσο, αναφέρει η μελέτη που δημοσιεύτηκε την Τετάρτη.
Η μελέτη αποτελεί μια σπάνια προσπάθεια ποσοτικοποίησης των οικονομικών επιπτώσεων του λεγόμενου «long Covid», το οποίο έχει εξουθενωτικές επιπτώσεις στους πάσχοντες, αλλά παραμένει ελάχιστα κατανοητό από επιστημονική άποψη και η συλλογή δεδομένων για αυτό γίνεται με αποσπασματικό τρόπο.
«Ο ιός θα συνεχίσει να επιβαρύνει οικονομίες για χρόνια»
«Η εργασία αυτή είναι σημαντική γιατί για πρώτη φορά παρέχει μια ολοκληρωμένη εκτίμηση του οικονομικού βάρους του long Covid σε χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ», δήλωσε ο Guillaume Dedet, συντονιστής της έκδοσης και ανώτερος οικονομολόγος υγείας στον οργανισμό με έδρα το Παρίσι.
«Δείχνει ότι το κόστος της πανδημίας δεν τελείωσε με την οξεία φάση: ο ιός συνεχίζει και θα συνεχίσει να επιβαρύνει κοινωνίες και οικονομίες για χρόνια», πρόσθεσε.
Η έκθεση προβλέπει απώλειες μεταξύ 0,1% και 0,2% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 135 δισ. δολάρια ετησίως σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, σε σενάρια όπου η «χαμηλή ή μέτρια» κυκλοφορία του ιού οδηγεί σε νέα κρούσματα.
Το οικονομικό κόστος του long Covid είναι «σημαντικό και προέρχεται κυρίως από έμμεσες απώλειες, όπως η μειωμένη παραγωγικότητα και η περιορισμένη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό», σημειώνει η έκθεση, προσθέτοντας ότι οι εκτιμήσεις πιθανότατα υποτιμούν το πραγματικό βάρος.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις είναι ακόμη πιο σοβαρές επειδή προστίθενται σε ήδη υπάρχοντα προβλήματα, όπως η χαμηλή ανάπτυξη και η μειωμένη παραγωγικότητα σε γηράσκοντες πληθυσμούς.
Μέχρι σήμερα, οι οικονομολόγοι δυσκολεύονταν να μετρήσουν τον αντίκτυπο του long Covid στην απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη, καθώς λίγες χώρες συνέχισαν να παρακολουθούν τους ασθενείς μετά την κορύφωση της πανδημίας.
«Δεν είναι μόνο πρόβλημα υγείας»
Η ανάλυση του ΟΟΣΑ βασίστηκε σε νέα στοιχεία από έρευνες στις ΗΠΑ, που δείχνουν διαρκή αύξηση των απουσιών λόγω υγείας και αποχώρησης από την αγορά εργασίας, καθώς και σε ακαδημαϊκές μελέτες από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία και άλλες χώρες.
Όλα τα διαθέσιμα δεδομένα από ανεπτυγμένες οικονομίες συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: «τα επίμονα συμπτώματα μετά τη μόλυνση δεν αποτελούν μόνο πρόβλημα υγείας, αλλά και δομικό "φρένο" για την οικονομική παραγωγή».
Τα 38 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ περιλαμβάνουν μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ανατολικής Ασίας, αν και η Κίνα δεν είναι μέλος.
Παρότι πολλές χώρες έχουν αναπτύξει πολιτικές για την αναγνώριση και αντιμετώπιση του long Covid, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά - όπως στη μακροχρόνια φροντίδα ασθενών και στην εκπαίδευση και στήριξη των επαγγελματιών υγείας.
Η κυβερνητική δράση επικεντρώνεται κυρίως στον τομέα της υγείας, με περιορισμένο συντονισμό με πολιτικές για την εργασία, την εκπαίδευση και την κοινωνική προστασία.
Ο long Covid - που ορίζεται ως κατάσταση που διαρκεί τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την αρχική λοίμωξη - εκτιμάται ότι επηρεάζει περίπου 18 εκατομμύρια ενήλικες στις ΗΠΑ. Οι ασθενείς αναφέρουν συμπτώματα όπως δύσπνοια, κόπωση και γνωστική δυσλειτουργία («brain fog») που μπορεί να διαρκέσουν μήνες ή και χρόνια.
Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη καταλήξει γιατί ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν long Covid ούτε ποια είναι η καλύτερη θεραπεία. Έρευνες δείχνουν ότι η λοίμωξη μπορεί να προκαλεί υπερδραστήρια ανοσολογική αντίδραση και χρόνια φλεγμονή, κάτι που ίσως αποτελεί κλειδί για την αντιμετώπισή του.
Με πληροφορίες από Financial Times