«Η Ελλάδα, το οικονομικά προβληματικό παιδί της Ευρώπης επί μακρόν, προσπαθεί να αποδείξει ότι έχει σημειώσει πρόοδο στις προσπάθειές της για ανάκαμψη, ανακοινώνοντας σχέδια πώλησης χρέους, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια», γράφουν οι New York Times, σχολιάζοντας την απόφαση της Αθήνας για έκδοση ομολόγου. Ωστόσο, το δημοσίευμα υπογραμμίζει πως η έκδοση αυτή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ξεπέρασε τα προβλήματα.

 

Η προτεινόμενη έκδοση ομολόγου «προσέφερε την ελπίδα ότι η Ελλάδα μπορεί τελικά να ετοιμάζεται να αποκοπεί από τα διεθνή προγράμματα διάσωσης, συνολικής αξίας 460 δισ. ευρώ», που έχει λάβει από το 2010, αναφέρει το άρθρο και συνεχίζει:

 

«Η πώληση είναι μια καθοριστική στιγμή στις επίπονες προσπάθειες της Ελλάδας να ανακάμψει από τα προβλήματα που προέκυψαν από την οικονομική κρίση που άρχισε στη Wall Street πριν από περίπου μία 10ετία, και σε κάποιο σημείο απείλησε να διαλύσει την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση.


»Εάν το ενδιαφέρον των επενδυτών είναι ισχυρό, θα είναι μια στιγμή ορόσημο, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την ευρωζώνη. Ωστόσο, αν η Αθήνα δυσκολευτεί να βρει αγοραστές, η πώληση του χρέους θα μπορούσε να αποτελέσει ακόμη ένα χτύπημα για μια χώρα που μόλις πρόσφατα άρχισε να βλέπει σημάδια ανάκαμψης, ενώ πριν από δύο καλοκαίρια κόντεψε να βρεθεί εκτός νομισματική ένωσης».

 

 

Οι New York Times τονίζουν ακόμα πως η έκδοση ομολόγου «δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ξεπέρασε τα προβλήματα. Είναι απλώς το πρώτο από αρκετά βήματα που πρέπει να κάνει η Αθήνα για να τεστάρει αν μπορεί να αντλήσει χρήματα από τις διεθνείς αγορές, προκειμένου να στηρίξει την οικονομία της και τη λειτουργία της κυβέρνησης όταν το τελευταίο πρόγραμμα διάσωσης, ύψους 86 δισ. ευρώ, λήξει τον Αύγουστο του 2018».

 


«Η Ελλάδα συνεχίζει να παραπατάει κάτω από ένα βουνό χρέους, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 314 δισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόβλημα αυτό προκάλεσε συγκρούσεις μεταξύ των δύο κυριότερων πιστωτών της χώρας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με τον καλύτερο τρόπο δράσης. [...]


»Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παραπατά από τα χρόνια αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής, περικοπών συντάξεων, αυξήσεις φόρων και άλλων ενεργειών λιτότητας που απαιτούνταν στο πλαίσιο των προγραμμάτων. Για να ανοικοδομήσει τα οικονομικά της, η Αθήνα θα πρέπει να διατηρήσει αυτά τα μέτρα ακόμα και μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος το επόμενο έτος», επισημαίνει η εφημερίδα.


Οι New York Times σχολιάζουν επίσης πως η διατήρηση της λιτότητας υπήρξε μια «αξιοσημείωτη αναστροφή» του Αλέξη Τσίπρα, που εξελέγη «ως πολιτικός αουτσάιντερ υποσχόμενος να σκίσει τα μνημόνια».


Αναφορά γίνεται ακόμα στο «χάος» του καλοκαιριού του 2015, με τα capital controls. «Από τότε, ο κ. Τσίπρας φαίνεται να έχει κάνει στροφή προς την αποκατάσταση της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας και η έκδοση ομολόγου αντιπροσωπεύει ένα ακόμη βήμα σε ααυτό τον δρόμο».


«Τα θετικά σημάδια αποτελούν κάποια ανακούφιση για τους πιστωτές της Ελλάδας, που ανυπομονούν η χώρα να σταματήσει να εξαρτάται από τα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τους ευρωπαίους φορολογούμενους. Τουλάχιστον, φαίνεται σίγουρο ότι η Αθήνα δεν θα προκαλέσει νέους πονοκεφάλους στην ευρωζώνη πριν από τις κρίσιμες εκλογές στη Γερμανία τον Νοέμβριο, όταν η Μέρκελ επιδιώκει να κερδίσει μια τέταρτη θητεία ως καγκελάριος», προσθέτει το άρθρο.


«Το πιο ήρεμο κλίμα έχει προσελκύσει την προσοχή των επενδυτών, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, όπου οι εταιρίες και οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις φαίνεται να εντείνουν την αναζήτηση για συναλλαγές καθώς η ελληνική οικονομία δείχνει σημάδια σταθεροποίησης» σημειώνουν οι New York Times και επισημαίνουν όμως πως η Ελλάδα «εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βαθιές οικονομικές ρωγμές».


Επιπλέον, «για τους καθημερινούς Ελληνες, τους "χτυπημένους" από χρόνια στερήσεων και δυσκολιών, οι προσπάθειες της κυβέρνησης να προσελκύσει επενδυτές έχουν ελάχιστο νόημα».


Η 68χρονη Σταυρούλα Βαρδάκη δηλώνει στην εφημερίδα: «Ποιος ενδιαφέρεται αν πουλάνε ομόλογα; Τι διαφορά κάνει; Η σύνταξή μου έχει μειωθεί ήδη έξι φορές. Μετά βίας μπορώ να βάλω στην άκρη κάτι για τα εγγόνια μου. Πώς μας έφεραν σε αυτό το χάλι;».