The king is dead, long live the king!

The king is dead, long live the king! Facebook Twitter
0

 

The king is dead, long live the king! Facebook Twitter

 

Eλειψαν οι μεγάλες παραστάσεις αυτόν το χειμώνα, αυτές που εντυπώνονται στη μνήμη ως πλήρεις καλλιτεχνικές πράξεις, στις οποίες ανατρέχεις από καιρό σε καιρό για να επαναπροσδιορίσεις εξωτερικά μέτρα και εσωτερικά κριτήρια. Και από πιο μικρά πράγματα, ωστόσο, μπορεί κανείς να συγκινηθεί και να επιβεβαιώσει το μεγαλείο της σκηνικής τέχνης – που για μένα συνδέεται με τα εξής δύο στοιχεία: τον λόγο και τον ηθοποιό, όταν αυτός λειτουργεί, οικειοθελώς και ανιδιοτελώς, σαν σφάγιο στην (επί σκηνής) τελετουργία της κάθαρσής μας. Το τελευταίο ακούγεται ως υπερβολή, αλλά είμαι ακόμα επηρεασμένη από την ερμηνεία της Αγλαΐας Παππά στον Ριχάρδο ΙΙ του Σαίξπηρ στο Βυρσοδεψείο κι εξακολουθώ να απορώ για τη δύναμη που κινεί έναν άνθρωπο σε μια τέτοια προσφορά.


Ο Ριχάρδος ΙΙ (1597) έχει ξαναπαρουσιαστεί άλλη μία φορά, το 1947, από το Εθνικό Θέατρο, με τον Δημήτρη Χορν στον ρόλο του τίτλου. Πώς διέφυγε την προσοχή μας, των ανθρώπων του θεάτρου, όλες αυτές τις δεκαετίες είναι απορίας άξιο! Πρόκειται για ένα εκπληκτικό έργο, που προετοιμάζει τις μεγάλες τραγωδίες του Σαίξπηρ. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη έως τα μέσα του 20ού αι. άποψη, που αντιλαμβάνεται την Ιστορία ως πορεία προς τα εμπρός, και τις σκοτεινές σελίδες της ως το τίμημα που πληρώνει η ανθρωπότητα για να επιτύχει την πρόοδό της, σε αντίθεση με τον Χέγκελ και τον Μαρξ και πολύ νωρίτερα απ' αυτούς, ο Σαίξπηρ συλλαμβάνει εκπληκτικά την Ιστορία ως έναν αενάως επαναλαμβανόμενο κύκλο. Τόσο στον Ριχάρδο ΙΙ όσο και στον Ριχάρδο ΙΙΙ, η επανάληψη (της πορείας των επίδοξων βασιλέων, δηλαδή των ανθρώπων που επί αιώνες διαχειρίζονταν τις τύχες λαών και κρατών, προς τον θρόνο και της αντίστροφης πορείας προς την έκπτωσή τους, σε μια ατέρμονη διαδοχή του τέλους του ενός από την αρχή του επόμενου, στο πλαίσιο ενός μηχανισμού που ακυρώνει τις επιμέρους διαφορές) καθιστά σαφές ότι, παρά την εναλλαγή των προσώπων, ο κύκλος είναι φαύλος, νόημα δεν υπάρχει, ούτε πρόοδος.


Δεν είμαστε μακριά από τον Αngelus Novus, τον Άγγελο της Ιστορίας του Μπένγιαμιν, του οποίου το πρόσωπο στρέφεται στο παρελθόν κι εκεί «που εμείς βλέπουμε μια αλληλουχία γεγονότων, αυτός βλέπει μία και μόνη καταστροφή που στοιβάζει συντρίμμια πάνω σε συντρίμμια και τα σαρώνει στα πόδια του» (Θέσεις πάνω στην έννοια της Ιστορίας, 1940).

The king is dead, long live the king! Facebook Twitter


Η συγκίνηση που προκαλεί ο Ριχάρδος ΙΙ, ωστόσο, λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα. Γραμμένος όλος σε στίχο, έχει μερικά μέρη που σε αρπάζουν και δεν σε αφήνουν, αν δεν παραδοθείς ολοκληρωτικά στη γοητεία της σύλληψής τους: όπως όταν ο Μόουμπρι, ένας ευγενής που εξορίζει ο Ριχάρδος ΙΙ, ένα δεινό εντοπίζει στην καταδίκη του, ότι θα στερηθεί τη μητρική του γλώσσα! Με πόνο ομολογεί πως θα 'ναι σαν άρπα ή βιόλα χωρίς χορδές, σαν όργανο που κάποιος κρατά, αλλά δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει για να βγάλει μουσική. Και παρομοιάζει την εξορία με ποινή θανάτου στη σιωπή, αφού του στερεί «την ντόπια πνοή, της γλώσσας μου το φως»! Ή οι εκπληκτικοί μονόλογοι του Ριχάρδου, που «ο καιρός μουντζούρωσε την περηφάνια του» – οι στίχοι του, λίγο πριν από το τέλος του (Πράξη Ε', σκηνή 5), συγκαταλέγονται στους πιο όμορφους, τους πιο συγκινητικούς του σαιξπηρικού θεάτρου.


Στο πρόσωπο του βασιλιά που χάνει το μέτρο και μαζί τον θρόνο και τη ζωή του ο Σαίξπηρ πετυχαίνει το εξής εντυπωσιακό: αυτός που αδίκησε και δικαίως τιμωρείται, μέσα από το δράμα της έκπτωσης και τη σπαρακτική αυτοσυνείδησή του γίνεται ένα τραγικό πρόσωπο, που συμπονάς. Κι έτσι καταλύονται τα στεγανά περί δικαίου και αδίκου και οι σχετικές βεβαιότητες. Η ήττα εδώ είναι οντολογικής τάξης και αφορά εξίσου δικαίους και αδίκους.

Ακόμη κι αν η σκηνοθεσία προτείνει μια ανάγνωση που δεν υπηρετεί ακριβώς τον λόγο, όπως αυτή της Έλλης Παπακωνσταντίνου στο Βυρσοδεψείο, της οφείλουμε την (επ)ανακαλύψη του Ριχάρδου ΙΙ. Κινούμενη προφανώς από την αγωνία που προκαλούν φαινόμενα όπως η έκπτωση της πολιτικής ηθικής και η κρίση της δημοκρατίας, έστησε το έργο ως μία σειρά απειλητικών, σκοτεινών εικόνων όπου το πάσχον Σώμα (των τεσσάρων ηθοποιών που ερμηνεύουν πολύ περισσότερους ρόλους) πρωταγωνιστεί. Η Παπακωνσταντίνου υιοθετεί υφολογικά στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά παραστατικά είδη: το αυτοσχεδιαστικό θέατρο, το τσίρκο, το θέατρο του Μπρεχτ, το καμπαρέ, το visual theatre και τις περφόρμανς. Η video-art και ο κινηματογράφος του Πίτερ Γκρίναγουεϊ [που, ως γνωστόν, έχει μεγάλη αγάπη στους μεγάλους μετρ της ύστερης Αναγέννησης) σαφώς εγγράφονται στις επιρροές της: κάποια ταμπλό-βιβάν μπαρόκ ύφους, σε συνδυασμό με τους αχανείς χώρους του Βυρσοδεψείου, ανακαλούν εικόνες από την ταινία The cook, the thief, his wife and her lover (1989)]. Η μουσική, επεξεργασμένη από τον Τηλέμαχο Μούσα, συνδυάζει τραγούδια του 17ου αι. (το «Μusic for a while» και το «O let me weep» του Χένρι Πάρσελ) με το «This Corrosion» των Sisters of Mercy και ενισχύει τη σκοτεινή, μπαρόκ και πανκ αισθητική της παράστασης.


Οι αναφορές της Παπακωνσταντίνου, οι επιδράσεις που έχει δεχθεί, οι ιδέες που θέλει να μεταφέρει, είναι πολλές. Δεν χωρούν όλες και είναι, νομίζω, καιρός να αρχίσει να αφαιρεί από τις παραστάσεις, να συμπυκνώνει και να αποφεύγει την ακύρωση στην οποία οδηγείται από το παιχνίδι των αντιθέτων. Τι θέλω να πω; Όταν έχεις στα χέρια σου ένα έργο αυτής της ποιότητας δεν χρειάζεται να το σχολιάσεις, να υπονομεύσεις το «κλασικό», να ειρωνευτείς το δράμα, να κοροϊδέψεις στην τραγική πτώση. Σεβάσου τη σπουδαία ποίηση, άφησέ τη ν' ακουστεί (είναι πολύς ο θόρυβος γύρω μας και την έχουμε ανάγκη) και δούλεψε με τους ηθοποιούς σου την ερμηνεία της. Είναι «συντηρητική» η υπόδειξη; Κι όμως, δείτε πώς παίζουν η Αγλαΐα Παππά (με τη μεγάλη εμπειρία της, τη σκληρή δουλειά και τη συγκινητική διαθεσιμότητα που σταθερά διακρίνει τις ερμηνείες της) και ο Ηλίας Μελέτης, και συγκρίνετέ τους με τη Βάλια Παπαχρήστου, που είναι χορεύτρια, και τον Άντριαν Φρίλινγκ που, λόγω και της... ελληνογερμανικής προφοράς του, μόνο σε ρόλους κλόουν/τρελού και κονφερασιέ μπορεί να αποδώσει. Η διαφορά μεταξύ των δύο πρώτων και των δύο τελευταίων είναι τεράστια.


Που σημαίνει ότι ο Σαίξπηρ δεν είναι για τον καθένα, αν και το θέατρό του είναι τόσο γενναιόδωρο ώστε να «στηρίζει» ακόμα και τις ατελείς προσεγγίσεις του.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Εύη Σαουλίδου / Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Μια από τις πιο προσηλωμένες στην τέχνη της ηθοποιούς της γενιάς της θα ζωντανέψει επί σκηνής μαζί με τέσσερις άντρες, σε μια ελεύθερη θεατρική διασκευή, την ταινία του Μάρκο Φερέρι «Το μεγάλο φαγοπότι».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Θέατρο / Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου ανεβάζει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ το τελευταίο διήγημα του Κάφκα, βλέποντας σε αυτό μια εξαιρετικά επίκαιρη αλληγορία για την προσπάθεια της τέχνης να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν τη θεωρεί απαραίτητη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Έρευνα / Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Τι χρειάζεται, τελικά, για να βγει μια παράσταση έξω από την Ελλάδα; Ποιος στηρίζει τους καλλιτέχνες; Ποια έργα «αρέσουν» στους ξένους; Ζητήσαμε από τους Έλληνες δημιουργούς Δημήτρη Παπαϊωάννου, Πρόδρομο Τσινικόρη, Ανέστη Αζά, Γιώργο Βαλαή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Ευριπίδη Λασκαρίδη, Πατρίσια Απέργη και Μάριο Μπανούσι να μοιραστούν την πορεία του ταξιδιού τους.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Θέατρο / Στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης εξηγεί τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την όπερα του Ντονιτσέτι, «μουτζουρώνοντας» το μπελ κάντο του συνθέτη με ηχητικές παρεμβολές πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Θέατρο / O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Ο μουσικός εξηγεί πώς από το έργο του Φραντς Κάφκα εμπνεύστηκε την ομώνυμη μουσική περφόρμανς θέλοντας να μιλήσει για τον τρόπο που ακόμα και η υποψία του φόβου παραλύει τον άνθρωπο, ενώ ουσιαστικά παγιδεύεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
M. HULOT
Κωνσταντίνος Σκουρλέτης: «Πώς γίνεται να μην παρατηρείς όσα συμβαίνουν γύρω σου και να μην τα εισάγεις στην τέχνη σου;»

Θέατρο / Ένας από τους καλύτερους σκηνογράφους μας είναι μόλις 31 ετών

Λίγο προτού ανέβει το «Τζένη Τζένη», ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης της ομάδας bijoux de kant, του φιλμικού σύμπαντος του Βασίλη Κεκάτου, των αριστουργηματικών κόσμων του Γκολντόνι αλλά και της Μαρίνας Σάττι, αποκωδικοποιεί την ανοδική του πορεία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά για το «Shopping and Fucking»

Θέατρο / «Shopping and Fucking»: Έτσι στήθηκε μια από τις πιο σοκαριστικές παραστάσεις των ’90s

Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος θυμάται τις συνθήκες και την απήχηση της παράστασης του θεάτρου Αμόρε την περίοδο 1996-97 που υπήρξε ένα από τα πιο προκλητικά έργα που ανέβηκαν στην Αθήνα.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Όλη η ζωή του Άντον Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Θέατρο / Όλη η ζωή του Aντόν Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Αναμένοντας τις δύο πρεμιέρες του «Βυσσινόκηπου» που θα ανέβουν στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, διαβάζουμε για τη ζωή του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα και την ιστορία του τελευταίου του έργου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Θέατρο / Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Στην «Αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι υποδύονται δύο ορειβάτες. Η κατάκτηση της κορυφής, η πτώση, η μνήμη, η φιγούρα του πατέρα ζωντανεύουν σε ένα συναρπαστικό έργο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
73 λεπτά με τη Βίκυ Βολιώτη

Θέατρο / «Βίκυ, πώς το έκανες αυτό;»

Η Βίκυ Βολιώτη είναι η μοναδική γνωστή Ελληνίδα ηθοποιός όπου, χωρίς προηγούμενη εμπειρία με το χορό, κατόρθωσε να περάσει τις αυστηρές οντισιόν για την παράσταση «Kontakthof». Πώς τα κατάφερε; Και τι σημαίνει να είσαι μέλος ενός θιάσου που ζει στον κόσμο της Πίνα Μπάους;
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ