No.1

Δυο βιβλία μικρής φόρμας βάζουν το εξωφρενικό ελληνικό σύμπαν στο μικροσκόπιο

Δυο βιβλία μικρής φόρμας βάζουν το εξωφρενικό ελληνικό σύμπαν στο μικροσκόπιο Facebook Twitter
Πάνος Τσίρος και Βίκυ Τσελεπίδου.
0

«Magic life μίας χρήσεως» αποκαλείται το πλαστικό πιπάκι που χρησιμοποιεί ένας από τους ήρωες Πάνου Τσίρου, περιγραφή που φαίνεται να ταιριάζει επακριβώς στον πολύφερνο κόσμο της νέας συλλογής Η μοναξιά των σκύλων του. Αν οι προηγούμενες συλλογές του (Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, Δεν είν' έτσι; από τη Μικρή Άρκτο) είχαν έντονα το στοιχείο της έκπληξης και τη σφραγίδα της μεταφυσικής, η Μοναξιά αντισταθμίζει ιδανικά τα δυο αυτά στοιχεία, φτιάχνοντας μια ατελείωτη παρέλαση από περιστατικά που μπορεί να μοιάζουν εντελώς ρεαλιστικά, αλλά είναι συμβολικά, αλληγορικά και παράλογα στη λειτουργία τους, διαθέτοντας μαγική ζωή μίας χρήσεως.

Με άλλα λόγια, η ζωή εδώ δοξάζεται στις μικρές της στιγμές ή πάει εντελώς χαμένη, επιβεβαιώνοντας τον ιδιότυπο, μαγικό ρεαλισμό του Τσίρου που τείνει να αναδειχτεί σε σήμα κατατεθέν του, σαν εκείνον για τον οποίον κάνει λόγο ο Ναμπόκοφ αναλύοντας τον Θερβάντες: μπορεί ο Σάντσο στον Θερβάντες να χάνει όλα του τα δόντια, αλλά δεν μιλάμε κυριολεκτικά. Όπως έγραφε και ο Κούντερα στις Προδομένες Διαθήκες : «Τα εκατόν τρία σπασμένα δόντια του Σάντσο δεν γίνεται να τα πάρει κανείς κατά γράμμα, όπως άλλωστε και τίποτα στο μυθιστόρημα αυτό!».

Αντίστοιχα μιλώντας, στις ιστορίες του Τσίρου ο ρεαλισμός είναι βαθιά καταχωνιασμένος στην απροσδόκητη φάση της καθημερινότητας, έτοιμος να κατασπαράξει τη νωχέλεια των λέξεων: γιατί όσο απλές και απέριττες είναι οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας τόσο τεράστιο είναι το εύρος και το ενδεχόμενο των άπειρων κόσμων που κρύβουν μέσα τους. Αντίστοιχα απρόσμενοι είναι και οι καθημερινοί ήρωες. Κανείς δεν ξέρει, για παράδειγμα, τη δύναμη που κρύβει ο θείος Βαγγέλης με τα κομμένα δάχτυλα του ποδιού και την αδύναμη καρδιά να προσφέρει έναν διονυσιακό σχεδόν χορό ή ο κύριος Μιλτιάδης, που ζει το πιο ακραίο προσωπικό δράμα. Όλοι συνευρίσκονται σε οικογενειακές ταβέρνες, εξοχικά, μικροαστικούς κόσμους και όλοι είναι ικανοί να γίνουν πρωταγωνιστές, περιστασιακοί χαρακτήρες, ακόμα και φαντάσματα σε ιστορίες που δεν έχουν όρια στη σύλληψη και στην εκτέλεσή τους.

Γι' αυτό και στις περιγραφές, που φέρνουν στον νου μεταφερμένες στην ελληνική πραγματικότητα λεπτομέρειες από πίνακες του Χόπερ, η ερημιά είναι τόσο εκκωφαντική που φτάνει να ακούγεται, όπως και τα αντικείμενα ή οι μυρωδιές που εδώ είναι πάντα έντονες. Έτσι, τουλάχιστον, ακούγεται ο ήχος από τις τηλεοράσεις που μπορεί να παραμένουν ανοιχτές στο βάθος του πλάνου στο εσωτερικό ενός φάρου, ο ήχος από τα χαρτιά που παίζουν οι γέροι σε ένα ερημικό καφενείο γύρω από μια ξυλόσομπα ή οι σταγόνες της βροχής και το βράσιμο καφετιέρας στο παραθαλάσσιο δωμάτιο.

«Παρατηρούσα κάθε λεπτομέρεια, δεν ήθελα να μου διαφύγει τίποτα» ομολογεί σε πρώτο πρόσωπο ένας από τους ήρωες και η φράση περιγράφει με ακρίβεια τον Πάνο Τσίρο. Μάλιστα, οι λεπτομερείς περιγραφές δεν αποκαλύπτουν μόνο μια υπόγεια μαγεία αλλά διαθέτουν μια αδιόρατη τρυφερότητα ακόμα και για τον βίαιο, σχεδόν φασίστα, γιο του ταβερνιάρη ή τη σκυλίτσα Μινεζότα, που τολμάει να βγάλει το κεφάλι της στον παγωμένο αέρα, έξω από το αυτοκίνητο.

Κατά βάση, όμως, αυτό που διαπερνά όλες τις ιστορίες της συλλογής είναι η ελευθερία στην ερμηνεία τους αλλά και στην τυχαιότητά τους: όπως οι φωτογραφίες του Κάρβερ στην ιστορία «Κόφτης», οι οποίες μπλέκονται ειρωνικά με αυτές του φίλου του συγγραφέα και γνωστού ποιητή, όλες οι ιστορίες είναι ικανές να αποκαλύψουν τον πραγματικό Πάνο Τσίρο ‒καθηγητή σε λύκειο στο επάγγελμα‒ ως δημιουργό ή τον ιδανικό διηγηματογράφο και παντογνώστη αφηγητή ή ακόμα και τον αγαπημένο του φιλόσοφο, ο οποίος ήξερε ότι τα όρια του κόσμου του ήταν τα όρια των λέξεων που στη Μοναξιά» αποκαθαίρονται από το όποιο νόημά τους και γίνονται ένα με το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα.

Αν έχει διαβάσει κανείς Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον ύψιστο ίσως λογοτέχνη της ελληνικής ύπαρξης, ξέρει πως η πιο σκοτεινή όψη ενοικεί όχι σε κάτι υπερβατικό που έρχεται από ψηλά αλλά στο πιο απτό και στο επίγειο: τον ένοικο της διπλανής πόρτας, τον ηλικιωμένο, τον καλόβολο, κατά τα άλλα, γείτονα. Ενδεχομένως και σε όλες τις μεγάλες ιδέες με τις οποίες μεγαλώσαμε από μικροί και έρχονται σε πλήρη αντιδιαστολή με τα μικροσκοπικά δωμάτια, τα κακόγουστα μπιμπελό ή τα υφαντά που κοσμούν τις γεμάτες από οικογενειακά σίριαλ τηλεοράσεις.

Ανιχνεύοντας με την πιο λεπτή πένα ‒σε τέτοιο βαθμό που σε ξεγελούν οι προθέσεις της‒ το απόλυτο εύρος του κακού, η νικήτρια του Βραβείου Μυθιστορήματος του Ιδρύματος της Ακαδημίας Αθηνών Βίκυ Τσελεπίδου διευρευνά στη νουβέλα της Φιλελλήνων όλες τις διαβαθμίσεις της ελληνικότητας. Ο κακός ή καλός Έλληνας μπορεί έτσι να είναι ένα και το αυτό, φτιαγμένος από τα υλικά του αλτρουισμού και την ίδια στιγμή ορισμένος να διαψεύδει ακόμα και τον ίδιο τον χριστιανικό του εαυτό, καταλήγοντας στο πιο ανήκουστο ηθικό έγκλημα (το οποίο στη νουβέλα της Τσελεπίδου περιγράφεται με τρομακτικά ανάγλυφο τρόπο).

Τα πάντα, λοιπόν, κινούνται σε ρυθμούς κανονικότητας στην οδό Φιλελλήνων, παρότι μιλάμε για τις έκρυθμες μέρες του 2015 που βρίσκουν τη συνταξιούχο Δόμνα, πρώην υπάλληλο σε ζαχαροπλαστείο, να μένει κολλημένη στην τηλεόραση καθώς παρακολουθεί τις εξελίξεις και βλέπει τις οικονομίες της να αφανίζονται, αδυνατώντας να φάει ή να πιει. Αντίστοιχα η Φωτούλα, εξίσου μοναχική και με έναν διαψευσμένο καθ' όλα βίο, πληρώνει τα κρίματα της μάνας της. Αμφότερες φαίνεται να εναποθέτουν όλες τους τις ελπίδες σε έναν αλτρουιστή γείτονα, τον Ζαφείρη. Αυτός είναι που τους προσφέρει παρηγοριά, τους ψωνίζει, τους κάνει πλάκα και μοιράζεται μαζί τους κοινές χριστιανικές δοξασίες. Φαντασιώσεις, ανυπότακτα ερωτικά απωθημένα, αγκυλώσεις, δίνουν και παίρνουν.

Η ελληνική μικροαστική μέγγενη, υψωμένη σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από την επιθυμία, μοιάζει σαρωτική καθώς στο πέρασμά της παρασύρει μικρά αντικείμενα, ερωτικές προσδοκίες και τραπεζικές καταθέσεις, φέρνοντας στην επιφάνεια την απόγνωση και την τρέλα. Από τον στρατιώτη Θανάση μέχρι τον φαινομενικά καλόβολο Ζαφείρη, η τρέλα είναι η λεπτή γραμμή που καθιστά το χαοτικό, ελληνικό σύμπαν ικανό για το έγκλημα αλλά και ταυτόχρονα για το θαύμα.

Στον πολυεπίπεδο κόσμο που η Τσελεπίδου στήνει γύρω από το φαινόμενο «ελληνική οικογένεια» ‒το έκανε με το προηγούμενο βιβλίο της, Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;»‒ μπερδεύονται μοναδικά οι πιο σκοτεινές πλευρές του μικροαστισμού με τις ιδανικές φαντασιώσεις που έθρεψαν επιφανείς προσωπικότητες για τους Έλληνες, είτε πρόκειται για μουσουλμάνους, όπως ο Χατζή Χαλίλ Εφέντης, είτε για ξένους ρομαντικούς παγανιστές, όπως ο Πέρσι Σέλεϊ, είτε για Ευρωπαίους κινηματογραφιστές, όπως ο Ζακ-Λικ Γκοντάρ ‒ τα ονόματα αυτά παρατίθενται στο δεύτερο μέρος της νουβέλας. Η αποθέωση του ελληνικού οίστρου ή, μάλλον, η πλήρης αποδόμησή του τελικά κρίνεται όχι στις μεγάλες ιδέες αλλά στις λεπτομέρειες και στις μικρές χειρονομίες, όπως εκείνη η μοιραία στιγμή που οδήγησε στο ηθικό έγκλημα τον πρωταγωνιστή του βιβλίου ή η τούφα από τα μαλλιά του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που φύλαξε η Μαίρη Σέλεϊ γράφοντας «τη χρονολογία 1820 και αποπάνω το όνομά του. Στα ελληνικά».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Βιβλίο
0

No.1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Όλγκα Τοκάρτσουκ: «Έχω γίνει η ψυχοθεραπεύτρια του παρελθόντος»

Βιβλίο / Όλγκα Τοκάρτσουκ: «Έχω γίνει η ψυχοθεραπεύτρια του παρελθόντος»

Τρεις μήνες πριν από τη σημερινή βράβευσή της με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, η σπουδαία Πολωνή συγγραφέας μιλούσε στο New Yorker για τη ζωή, το έργο της και το ακραία εθνικιστικό και συντηρητικό καθεστώς της πατρίδας της.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ