ΤΕΜΠΗ LIVE!

Χρήστος Αστερίου: Υπαρξιακά μπλουζ από τη Νέα Υόρκη στην Ακρόπολη

Χρήστος Αστερίου: Υπαρξιακά μπλουζ από τη Νέα Υόρκη στην Ακρόπολη Facebook Twitter
Η έννοια της έκθεσης και της αντίστροφης όψης της μοναξιάς μέσα από την τεχνολογική υπερέκθεση είχε απασχολήσει τον Χρήστο Αστερίου και σε προηγούμενα βιβλία του, όπως το Ίσλα Μπόα.
0

Σε μια εποχή που τη στοιχειώνει η ταχύτητα, ο Χρήστος Αστερίου δείχνει να στρέφεται σε μια καλά επεξεργασμένη βραδύτητα: ο ήρωάς του, βιώνοντας μια βαθιά υπαρξιακή και ηλικιακή κρίση, επιστρέφει με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στο παρελθόν, μιλώντας για μια εποχή όπου οι λέξεις, η έκφραση, ακόμα και το χιούμορ, δεν προέκυπταν άξαφνα αλλά βιώνονταν.

Σταδιακά, σε κάθε σελίδα του νέου του βιβλίου Η θεραπεία των αναμνήσεων (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις), βήμα-βήμα, όπως αξίζει να συμβαίνει σε κάθε Bildungsroman, ο πρωταγωνιστής του Μάικ Μπουζιάνης (ξανα)χτίζει, έστω με τον πλέον επώδυνο τρόπο –αυτόν της εσωτερικής αναδίφησης–, τον πιο μύχιο και άρα ανδρικό εαυτό του. Δεν έχει σημασία αν ζει στη Νέα Υόρκη, την κατεξοχήν πόλη της ταχύτητας, και αν όλα γύρω του κινούνται με ρυθμούς καταιγιστικούς.

Σε μια ζωή που αρέσκεται στα γρήγορα συμπεράσματα και τις ξαφνικές αποκαλύψεις, εκείνος αποφασίζει, με αφορμή μια σοβαρή κρίση πανικού μπροστά σε όλο τον κόσμο, να πάρει τον άλλον, τον μακρύ δρόμο και να αναλογιστεί τι είναι εκείνο που τον συνδέει με ό,τι μέχρι τότε αρνιόταν, διαπιστώνοντας πως πίσω από τη δική του θλιμμένη φιγούρα, αν και κωμικός, κρύβονται τα αδήριτα ψήγματα της πατρογονικής μελαγχολίας.

Σε κάποια από τα πιο χιουμοριστικά στιγμιότυπα του βιβλίου ο Χρήστος Αστερίου βρίσκει αφορμή από τον ήρωά του για να χτυπήσει με αντίστοιχα κωμικό τρόπο όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής ορθότητας και τις εναλλακτικές μορφές ενός ψευδεπίγραφου πλην όμως κυρίαρχου ευ ζην.

Όταν όλοι, λοιπόν, προτιμούν τα μπεστ σέλερ από τα υπαρξιακά μυθιστορήματα και τα ακτινοβόλα ψέματα από τον αντιφατικό λόγο της πραγματικότητας, ο Μάικ Μπουζιάνης επιλέγει τη σκληρή και αδιάσειστη αλήθεια. Αυτήν που ως κωμικός ήξερε πάντα να βλέπει πολύ καλά, για να μπορεί να την αντιστρέφει προς τέρψη των θεατών και του βαθύτερου, αν και μελαγχολικού, εαυτού του.

«Το χιούμορ είναι πανίσχυρο όπλο» ομολογεί σε ένα από τα διαλογικά κομμάτια του βιβλίου. «Χρησιμοποιώντας το μπορείς να μιλήσεις για πράγματα που κανείς δεν θίγει στην κοινωνική του ζωή ή για θέματα που η σοβαρή λογοτεχνία δυσκολεύεται να πραγματευτεί. Γι' αυτά, δηλαδή, που μας απασχολούν, αλλά δεν τολμούμε να θίξουμε, επειδή οι αναστολές δεν μας το επιτρέπουν. Κάποιοι αναγνώστες σοκάρονται βέβαια, αλλά κατά βάθος αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη».

Γι' αυτό, αν και αθεράπευτα φαντασιόπληκτος ο ίδιος από πολύ μικρή ηλικία, θέλησε να ξεμπερδεύει από νωρίς με τις ψευδαισθήσεις. Μέσα από ένα μπεκετικό πρίσμα που επιμένει πως η πιο σατραπική συμπεριφορά κρύβει βαθιά υπαρξιακή ουσία, ο Μπουζιάνης ανιχνεύει την ιλαροτραγική σύσταση του κόσμου που βιώνει με τον πλέον απτό τρόπο ο ίδιος.

Από τη μια η ζωή φάνηκε να του χαμογελά ανέλπιστα θετικά, καθώς τον μετέτρεψε σε έναν αναγνωρίσιμο, αν όχι διάσημο, κωμικό συγγραφέα, που, μάλιστα, αυτή την πολύ κρίσιμη στιγμή, έχοντας βγει από έναν χωρισμό και ένα διαζύγιο, καταλήγει στα έδρανα του πανεπιστημίου.

  

Εκεί, την ώρα που πιστεύει ότι η ζωή του έχει τελειώσει, κατόπιν παρότρυνσης ενός καλού του φίλου, θα βρεθεί να διδάσκει μια σειρά από μαθήματα και θα γνωρίσει τον μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο της πολύ μικρότερής του και επίσης ελληνικής καταγωγής Αντιγόνης.

Από την άλλη, επειδή ξέρει ότι η αντίθετη όψη της χαράς είναι πάντα η τραγωδία, την ίδια εποχή θα βιώσει τον αρκετά αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του. Ένα κουτί που θα του αφήσει εκείνος, γεμάτο πολύτιμα μυστικά για τον παρελθόν του, θα τον φέρει αντιμέτωπο με μια άλλη, άγνωστη πραγματικότητα και με τις πιο μύχιες πτυχές του εαυτού του. Αλήθεια, πόσο Έλληνας μπορεί να είναι ένας γιος μετανάστη που δεν κατάφερε καν να μάθει τη γλώσσα και αγνοεί τα κυρίαρχα στην παροικία κομμάτια του τρόπου ζωής της;

Ενδεχομένως, το γεγονός ότι μεγάλωσε στην πιο άγνωστη περιοχή του Ουάσινγκτον Χάιτς –παρ' ότι κάποτε κατοικούσε εκεί η Μαρία Κάλλας– από έναν πατέρα ανθοπώλη, σεβαστό στο ευρύ ελληνοαμερικανικό κοινό, να μην τον έφερε τόσο κοντά στις πιο κλισέ πτυχές της κλειστής κοινότητας.

Άλλωστε, για μεγάλο διάστημα ένιωθε αρκετά Αμερικανός για να αντιληφθεί το ατίθασο ελληνικό αίμα που τον έκανε να αντιδρά στην κανονιστικότητα και να μη δέχεται τις μόδες του συρμού. Σε κάποια από τα πιο χιουμοριστικά στιγμιότυπα του βιβλίου ο Χρήστος Αστερίου βρίσκει αφορμή από τον ήρωά του για να χτυπήσει με αντίστοιχα κωμικό τρόπο όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής ορθότητας και τις εναλλακτικές μορφές ενός ψευδεπίγραφου πλην όμως κυρίαρχου ευ ζην.

Ο πρωταγωνιστής του, όντας αποσυνάγωγος ο ίδιος, φαινομενικά ελάχιστα γοητευτικός με χαμηλές δόσεις αυτοπεποίθησης και υποχόνδριος, οδηγός ενός παλιού Saab και εραστής των κλασικών ταινιών και δίσκων βινυλίου, δεν μπορεί να δεχτεί οτιδήποτε έχει να κάνει με μια ψεύτικη, ιλουστρασιόν απάτη. Ακόμα περισσότερο, δηλώνει φανατικός εχθρός της τεχνολογίας και οτιδήποτε τη συνοδεύει, όπως η εύπεπτη κατανάλωση πληροφοριών ή η διαδικτυακή εύρεση συντρόφων.


Η έννοια της έκθεσης και της αντίστροφης όψης της μοναξιάς μέσα από την τεχνολογική υπερέκθεση είχε απασχολήσει τον Χρήστο Αστερίου και σε προηγούμενα βιβλία του, όπως το Ίσλα Μπόα. Εδώ, όμως, γίνεται πιο υπαρξιακός, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον στη βασική αρχή των σχέσεων, που είναι η αρχέγονη και αρχετυπική σύγκρουση πατέρα και γιου. Σε ένα από τα πιο όμορφα, συγκινητικά και λογοτεχνικά κομμάτια του βιβλίου, ο μεσήλικας γιος συναντά νοερά τον ετοιμοθάνατο πατέρα του στον οίκο ευγηρίας, απευθύνοντάς του ένα φανταστικό γράμμα αγάπης.

Μαζί με τα τελευταία συναισθηματικά αναχώματα γκρεμίζεται γύρω του και ο κόσμος των βεβαιοτήτων, μετατρέποντας τα χωροχρονικά δεδομένα σε αφορμές για την κραταιά ανακάλυψη πως, τελικά, εξαιτίας αυτής της σχέσης, κανείς άνδρας δεν είναι ένα νησί: «Κι έτσι, μέσα σ' αυτή την ονειρική πραγματικότητα άρχισαν γύρω μας οι τοίχοι να πέφτουν σαν φθηνά σκηνικά κινηματογραφικού πλατό, να ξεκολλάνε στους αρμούς, τα αντικείμενα να λιώνουν μέσα στα χέρια μας αποκαλύπτοντας μια έρημο, ενώ εμείς στη μέση μοιάζουμε με χάρτινους ήρωες κάποιου τρισδιάστατου κόμικ».

Έτσι, οι τρεις διαστάσεις αντικαθιστούν τις δύο της αφήγησης του βιβλίου, αφού το όνειρο ενσωματώνεται στην πραγματικότητα, και ένα άλλο βιβλίο μοιάζει να προκύπτει από το ήδη υπάρχον. Το μέλλον ταυτίζεται ως εκ τούτου με το παρελθόν, με τον γιο να παίρνει τη θέση του πατέρα και να τον συναντά σε ένα φανταστικό ενσταντανέ στην Αθήνα του '56, όπου αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, από τον Ντίζι Γκιλέσμπι που πραγματοποιεί ανάβαση στον Ιερό Βράχο μέχρι καταλυτικά μυστικά για τη ζωή του πατρός Νικ Μπουζιάνη.

Ουσιαστικά, το πανούργο αυτό εύρημα μεταμορφώνει το βιβλίο και μετατρέπει τον Μάικ –για τον πατέρα του ήταν πάντα Μιχάλης– σε κλασικό ήρωα ενός αλλόκοτου υπαρξιακού νουάρ. Δεν είναι τυχαίο ότι, προτού μεταβεί στην Ελλάδα ο ίδιος, φροντίζει να προμηθευτεί από το αεροδρόμιο ένα αστυνομικό, προοικονομώντας αυτό που θα ακολουθήσει: ότι κάθε υπαρξιακή αναζήτηση δεν είναι παρά μια αδυσώπητη έρευνα και η ωμότητα υπάρχει σε κάθε μορφή αλλοιωμένης τέχνης.

Μόνο που εδώ πρόκειται για την ίδια την τέχνη του βίου και αυτό είναι ένα μυθιστόρημα για την ίδια μας τη ζωή, που είναι γεμάτη χιούμορ, εκπλήξεις, πόνο και μπόλικη, όπως λέει και ο συγγραφέας, ελευθερία επιλογής.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Βιβλίο
0

ΤΕΜΠΗ LIVE!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ