Υπάρχουν πράγματα που δεν θα ρωτούσαμε ποτέ δυνατά. Τα ρωτάμε όμως στην Google.
Από το «γιατί το μωρό μου έχει λόξιγκα;» μέχρι το «πώς λέω στα παιδιά μου ότι χωρίζω;», οι αναζητήσεις μας μοιάζουν συχνά με ένα παράξενο, ανώνυμο ημερολόγιο της εποχής. Αυτό επιχειρεί να διαβάσει ο Σάιμον Ρότζερς στο νέο του βιβλίο What We Ask Google: A Surprisingly Hopeful Picture of Humankind, συγκεντρώνοντας δεδομένα από δισεκατομμύρια αναζητήσεις των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Ο Ρότζερς, data editor της Google και πρώην δημοσιογράφος, αντιμετωπίζει τα Google Trends σαν έναν κοινωνικό καθρέφτη. Από το 2006, το εργαλείο χρησιμοποιείται για την ανάλυση συχνών και ανώνυμων αναζητήσεων, με δεδομένα που φτάνουν πίσω έως το 2004 πριν από τα smartphones και πριν το ίντερνετ γίνει η μόνιμη προέκταση της καθημερινής μας σκέψης.
Το βιβλίο οργανώνει τις αναζητήσεις σε θεματικά κεφάλαια, με λίστες, γραφήματα και μικρές αφηγήσεις. Κάποιες είναι απλώς αστείες: το «πώς διπλώνω ένα burrito» φαίνεται να έχει απασχολήσει περισσότερο κόσμο από το «πώς διπλώνω παντελόνια», με μια μικρή εξαίρεση την περίοδο που η Μαρί Κόντο είχε γίνει ξανά φαινόμενο μέσα από το Netflix.
Άλλες αναζητήσεις είναι πιο αποκαλυπτικές. Στην ενότητα για τη γονεϊκότητα, οι ερωτήσεις γύρω από μωρά, νήπια, διαζύγιο ή ΔΕΠΥ δείχνουν όχι μόνο την περιέργεια των γονιών, αλλά και τη μόνιμη αγωνία τους να μην κάνουν κάτι λάθος. Σε μια άλλη τάση, το ενδιαφέρον για το «πώς να φροντίζω τους γονείς μου» ξεπέρασε, στις αρχές του 2023, το «πώς να φροντίζω τα παιδιά μου» ένα μικρό δεδομένο που φωτίζει την πίεση της λεγόμενης sandwich generation, των ανθρώπων που φροντίζουν ταυτόχρονα παιδιά και ηλικιωμένους γονείς.
Υπάρχουν και τα εντελώς αλλόκοτα σημεία. Γιατί στην Αυστρία, τη Νιγηρία και τον Καναδά οι άνθρωποι ψάχνουν συχνότερα για πόνο στη μέση τη νύχτα; Γιατί στο Κάνσας η πιο χαρακτηριστική απορία είναι πώς γράφεται η λέξη «chaos», ενώ στο γειτονικό Μισούρι δυσκολεύονται με το «unconscious»; Και τι σημαίνει ότι, μετά την ηλιακή έκλειψη του 2024, αυξήθηκαν στις ΗΠΑ οι αναζητήσεις για μάτια που πονούν, ακριβώς κατά μήκος της διαδρομής της έκλειψης;
Η γοητεία του βιβλίου βρίσκεται σε αυτή την παράξενη οικειότητα: οι αναζητήσεις δεν είναι μόνο πληροφορία. Είναι φόβος, ντροπή, πρακτικό αδιέξοδο, περιέργεια, μοναξιά, γονεϊκό άγχος, σωματικό σύμπτωμα, μικρή καθημερινή απορία. Είναι όλα όσα πληκτρολογούμε επειδή πιστεύουμε ότι εκείνη τη στιγμή δεν μας ακούει κανείς.
Υπάρχει, όμως, και ένα όριο. Το What We Ask Google μοιάζει να προσφέρει ένα διασκεδαστικό αλλά αρκετά επιλεκτικό παράθυρο στην ανθρώπινη περιέργεια, με μια ματιά συχνά αισιόδοξη απέναντι στον ρόλο του ίντερνετ και της ίδιας της Google.
Λείπει, για παράδειγμα, μια πιο ουσιαστική αναμέτρηση με το πώς η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει ήδη τον τρόπο που αναζητούμε πληροφορίες, αλλά και με το πώς τα AI summaries της Google επηρεάζουν τα μέσα, τις ιστοσελίδες και τη διαδρομή του χρήστη από την ερώτηση στην απάντηση. Λείπει επίσης μια πιο σκοτεινή ανάγνωση των δεδομένων: η πολιτική, ο Ντόναλντ Τραμπ, οι πιο βίαιες ή αμήχανες πλευρές της ανθρώπινης περιέργειας που σίγουρα έχουν αποτυπωθεί σε 20 χρόνια αναζητήσεων.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αναζήτησης «πόσο συχνά μπορώ να δίνω πλάσμα;». Μπορεί να διαβαστεί ως σημάδι διάθεσης για προσφορά, αλλά μπορεί επίσης να δείχνει τις ανισότητες του αμερικανικού συστήματος υγείας, όπου τα κέντρα πληρωμένης δωρεάς πλάσματος συγκεντρώνονται συχνά σε φτωχότερες περιοχές.
Ακόμη κι έτσι, το βιβλίο έχει ένα δυνατό εύρημα: η Google δεν είναι μόνο μηχανή αναζήτησης. Είναι και ο χώρος όπου καταλήγουν οι μικρές ντροπές, οι φόβοι, οι απορίες και τα πρακτικά αδιέξοδα της ζωής μας. Ένα παγκόσμιο τετράδιο ερωτήσεων, γραμμένο καθημερινά από ανθρώπους που νομίζουν ότι ψάχνουν μόνοι τους.
Με στοιχεία από Guardian.