ΛΙΓΟ ΠΙΟ «ΓΗΙΝΟΣ» μοιάζει πλέον ο καταδικασμένος ως αρχηγός της 17 Νοέμβρη, μετά τις «παπαρατσικά» στιγμιότυπα που απεικονίζουν τις πρώτες ώρες του έξω από τη φυλακή, αλλά όχι απαραίτητα πιο «ανθρώπινος». Απολύτως αναγνωρίσιμος παρά τα 24 χρόνια εγκλεισμού (διάστημα κατά το οποίο, όπως μαθαίνουμε, απέκτησε διδακτορικό δι’ αλληλογραφίας, γεγονός που λειτουργεί και ως διαφημιστική ρεκλάμα του σωφρονιστικού συστήματος), ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος εμφανίζεται στις φωτογραφίες όπως περίπου τον ξέραμε από την εποχή της «κινηματογραφικής» σύλληψής του τον Ιουλίο του 2002 στους Λειψούς, πολύ πριν το άγνωστο τότε σε πολλούς νησί χαρακτηριστεί από τους τουριστικούς οδηγούς, ως «οι Μαλδίβες του Αιγαίου».
Το ίδιο ανάστημα, το ίδιο σουλούπι, η ίδια λευκή κεφαλή, πουκάμισο, τζιν και μια λευκή σακούλα στο χέρι: παρά την χαμηλή τους ευκρίνεια, οι εικόνες δείχνουν κάποιον ηλικιωμένο συνταξιούχο (ξέρουμε ότι είναι 82 αλλά σίγουρα θα μπορούσε να περάσει και για νεότερος), να γυρνάει στη μικροαστική του εστία αφού βγήκε για να κάνει μερικά απαραίτητα ψώνια ίσως ή να για να «σκοτώσει» τον χρόνο του μέχρι το γεύμα. «Κοτσονάτος», όπως σχολίασε σαρκαστικά κάποιος, και σε κάθε περίπτωση φαινομενικά «αλώβητος» σε σημαντικό βαθμό από τον χρόνο παρά τα όποια προβλήματα υγείας μπορεί να αντιμετωπίζει, αντίθετα από την «ευάλωτη» εικόνα που παρουσίασε εσχάτως ο Δ. Κουφοντίνας, ο οποίος χρησιμοποιούσε μπαστουνάκι κατά τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του.
Τα ενημερωτικά μέσα παρουσίαζαν εκτενή «ρεπορτάζ» από τις πρώτες σκηνές της επιστροφής του Γιωτόπουλου στον έξω κόσμο, φορτισμένα από έντονους και διόλου δημοσιογραφικούς χαρακτηρισμούς.
Παρά την ξαφνική προσγείωσή του όμως στα μοτίβα μιας πεζής καθημερινότητας, ο άνθρωπος που ήταν γνωστός με το ψεύτικο όνομα «Μιχάλης Οικονόμου» (ή με το ψευδώνυμο «Λάμπρος» ή «Ψηλός» στην ενδοεπικοινωνία της οργάνωσης και στα κιτάπια των διωκτικών αρχών) εξακολουθεί να αποτελεί μια φυσιογνωμία αινιγματική και αδιαπέραστη, μια προσωπικότητα που κατοικοεδρεύει στις περιοχές του μύθου, των συμβόλων, της σπέκουλας, των θεωριών συνομωσίας για τον ίδιον και για τον «πραγματικό» ρόλο του στην υπόθεση της «17Ν».
Ό,τι και να είναι όμως – όποιος κι αν είναι «πραγματικά» – δεν παύει να είναι ένας από τους πιο μυστηριώδεις πρωταγωνιστές του ευρωπαϊκού «αντάρτικου πόλης» και της παράξενης, βίαιης, αμφιλεγόμενης, τρομακτικής διαδρομής του, από τον Μάη του ’68 μέχρι την αυγή του 21ου αιώνα.
Η «σύνδεση» του Γιωτόπουλου με το Παρίσι των υψηλών συμβολισμών είχε γίνει το σήμα κατατεθέν της πορείας του και της προσωπικότητάς του.
Μόνο όταν βάλει να ακούσει κανείς ηχογραφημένα ντοκουμέντα της φωνής του, που μοιάζει λίγο φάλτσα, ένρινη και παράταιρη με το υπόλοιπο «πακέτο» το οποίο προβάλλει μια χαλαρή και αφ’ υψηλού συγκρότηση, μπορεί να δει να θολώνει η εικόνα του αινιγματικού «αρχηγού» που δεν αποδέχτηκε ποτέ τις κατηγορίες εναντίον του και που «θα πάρει μαζί του τα μυστικά του». Ακόμα κι έτσι όμως, η «νουάρ» διάσταση όμως παραμένει ισχυρή στη μυθοπλασία του Γιωτόπουλου (και ένα από τα βασικά συστατικά του νουάρ είναι ότι το μυστήριο και η ατμόσφαιρα έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από την επίλυση και την τιμωρία) έστω κι αν πρόκειται για ένα νουάρ με άδοξο τέλος.
Πέρα από τις αναμενόμενες πολιτικές αντιδράσεις για την απελευθέρωσή του (ασχέτως αν αυτή έγινε σύμφωνα με το γράμμα του νόμου), άμεσα και δυναμικά μπήκαν στη συζήτηση – η οποία αγρίεψε πολύ γρήγορα, όπως ήταν βέβαιο ότι θα συμβεί – και οι παραδοσιακοί φετιχιστές του σκληρού τιμωρητισμού, πολλοί/ές εκ των οποίων δεν θα έλεγαν όχι ακόμα και στην επαναφορά της θανατικής ποινής. Ή έστω να ξαναγίνουν τα «ισόβια» ισόβια και όχι 25 χρόνια όπως τώρα. Την ίδια ώρα τα ενημερωτικά μέσα παρουσίαζαν εκτενή «ρεπορτάζ» από τις πρώτες σκηνές της επιστροφής του Γιωτόπουλου στον έξω κόσμο, φορτισμένα από έντονους και διόλου δημοσιογραφικούς χαρακτηρισμούς. Σε ένα από αυτά πληροφορηθήκαμε, μετά από μια γρήγορη αλλά γλαφυρή ανασκόπηση της δολοφονικής του δράσης, ότι «ο Γιωτόπουλος περπατάει “αμετανόητος” στον Βύρωνα». Τα κανάλια έχουν περάσει σε άλλο επίπεδο ερευνητικού ψυχογραφήματος Πώς ακριβώς μοιάζει δηλαδή ένα «αμετανόητο» περπάτημα;