ΜΕ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ «Why Look at Animals? Δικαιοσύνη για τη μη ανθρώπινη ζωή» του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης κυκλοφόρησαν τα πρώτα δύο βιβλία της σειράς «Τα Μικρά του ΕΜΣΤ», ένα κείμενο της Ζυράννας Ζατέλη («Θα κριθούμε από τα μάτια τους») και ένα του Μάκη Μαλαφέκα («Τα πουλάρια της οδού Μπατινιόλ»), με κοινό θεματικό άξονα –αν μπορεί να υπάρξει, βέβαια, κάτι τέτοιο– το θέμα «ζώα».
Κι έτσι μας δίνεται για άλλη μια φορά η ευκαιρία να σκεφτούμε τη θέση των ζώων στη λογοτεχνία, ζήτημα που ούτως ή άλλως αποτελεί τον τελευταίο καιρό αντικείμενο συζήτησης στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων – ενδεικτικά, το 9ο τεύχος του περιοδικού «Βλάβη» είχε επίσης αφιέρωμα στα ζώα.
Αυτό, φυσικά, δεν είναι τυχαίο: η ανάπτυξη των Animal Studies (που εξετάζουν πρωτίστως τις αναπαραστάσεις των ζώων στην ανθρώπινη κουλτούρα) επηρεάζει πλέον καθοριστικά τη φιλολογία αλλά και την πολιτισμική κριτική εν γένει. Αν σκεφτεί κανείς πως κάποια από τα πρώτα γνωστά σε μας έργα τέχνης των προϊστορικών χρόνων υπήρξαν απόπειρες να απεικονιστούν τα πλάσματα που ο άνθρωπος κυνηγούσε ή απέφευγε με τρόμο, η μελέτη αυτής της καλλιτεχνικής πρακτικής μοιάζει απαραίτητη.
Διαβάζουμε συζητήσεις για τα μικροπλαστικά, τις Πολιτικές Επιστήμες, τους καύσωνες του 21ου αιώνα· υπάρχει ένταση ανάμεσα στα πρόσωπα, αλλά τίποτα δεν ξεφεύγει ποτέ από τον έλεγχο· πρυτανεύει πάντα η –χαρακτηριστικά ανθρώπινη– λογική.
Η παρουσία μη ανθρώπινων πλασμάτων στη λογοτεχνία, εξάλλου, είναι τόσο σταθερή και διαχρονική, ώστε δεν χρειάζεται να δώσει κανείς σχετικά παραδείγματα – ειδάλλως θα καταλήξουμε να μιλάμε για τον Άργο της «Οδύσσειας» ή για τα πολλά πλάσματα που κατοικούν την Κόλαση της «Θείας Κωμωδίας». Κι αν η σύγχρονη κριτική αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τη «διαχρονικότητα» (γιατί τα πάντα είναι χρονικά προσδιορισμένα στο κάτω κάτω), ακόμα και σήμερα, στη φαινομενικά υπερ-βιομηχανική μας πραγματικότητα, οι συγγραφείς επιμένουν να γράφουν για τα ζώα. Από τον «Παράδεισο των Ζώων» του David James Poissant ως τα ανατριχιαστικά «Ζωντανά Πλάσματα» του Munir Hachemi, η αναπαράσταση της μη ανθρώπινης ζωής παραμένει σταθερό λογοτεχνικό μοτίβο.
Αρά είναι επόμενο να μην μπορεί κανείς να ερμηνεύσει, τσουβαλιάζοντάς τα, τα αμέτρητα έργα όπου εμφανίζεται κάποιο ζώο. Παρ' όλα αυτά, επειδή μας είναι χρήσιμο εδώ, αξίζει να αναφέρουμε πως συχνά τα πλάσματα αυτά επιτελούν δύο αφηγηματικούς ρόλους: είτε λειτουργούν ως καθρέφτες των ανθρώπων, προσφέροντας μια αποστασιοποιημένη οπτική για τη δική μας ταυτότητα, είτε εκφράζουν μια εντελώς ξένη, δυσερμήνευτη για μας, εξωτερικότητα – δείχνοντας έτσι τα όρια των ερμηνευτικών μας δυνατότητων. Σκεφτείτε απ’ τη μια τον Σάρικ, τον σκύλο στην «Καρδιά Σκύλου» του Μπουλγκάκοφ, κι απ’ την άλλη την «Άσπρη Φάλαινα» του Μέλβιλ. Και στις δύο περιπτώσεις, φυσικά, γράφοντας για τα ζώα καταλήγουμε να γράφουμε εξ αντανακλάσεως για τον άνθρωπο.
Μέσα σ’ αυτό το γενικότερο πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί η επιμελητική επιλογή του ΕΜΣΤ να εγκαινιάσει τη δική του «μικρή σειρά» με δύο τέτοια τάξης κείμενα (όπως εξάλλου κι η επιλογή του να οργανώσει την παραπάνω έκθεση, που δίνει και το στίγμα για αυτή την πρώτη του εκδοτική παραγωγή).

Το «Θα κριθούμε από τα μάτια τους» της Ζατέλη είναι ένα κείμενο με ευθεία αναφορά στα ζώα. Κινείται, πιστεύω, σε τρία αφηγηματικά επίπεδα, το πρώτο εκ των οποίων είναι το καθαρά αυτοβιογραφικό, όπου η συγγραφέας, ανασύροντας περιστατικά του παρελθόντος και στιγμιότυπα από όνειρα, προχωρά σε μια ευθεία καταγγελία της εκμετάλλευσης των ζώων. Είναι μια άμεση και ειλικρινής καταγγελία, γεμάτη φρίκη – κι αυτό είναι ίσως το σπουδαιότερο στοιχείο ολόκληρου του κειμένου. Αν δεν υπήρχε αυτή η ειλικρίνεια, δεν θα λειτουργούσε από εκδοτικής άποψης η σύνδεση ανάμεσα στα δύο κείμενα· κι αυτό γιατί ο Μαλαφέκας επιλέγει μια εντελώς διαφορετική, πιο έμμεση, προσέγγιση του θέματος. Η ευθύτητα της Ζατέλη λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο σαν ερμηνευτικό θεμέλιο – έξυπνη επιμελητική επιλογή το κείμενό της να αριθμείται ως το πρώτο της σειράς, και έτσι ο αναγνώστης να καλείται να το διαβάσει πριν απ’ «Τα πουλάρια της οδού Μπατινιόλ».
Το δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο του κειμένου παρουσιάζει μεγαλύτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον: η Ζατέλη ενισχύει τα επιχειρήματά της παραθέτοντας αποσπάσματα από τα βιβλία της που ήδη έχουν εκδοθεί. Έτσι συμβαίνει μια πολύ σπάνια ταύτιση ανάμεσα στην ίδια τη συγγραφέα και τις φωνές της αφήγησης στα βιβλία της, το συγκεκριμένο κείμενο δηλαδή προσφέρει μια ακόμα ερμηνεία για το έργο της Ζατέλη, ωθώντας το πέρα απ’ αυτό που ονομάζουμε αυτομυθοπλασία: η συγγραφέας συγχωνεύεται με τις αφηγήτριές της.
Το κείμενο κλείνει με μια εγκιβωτισμένη ιστορία, η οποία κάνει ακόμα πιο απτή τη σχέση ανάμεσα στα ζώα και τη λογοτεχνία. Πρωταγωνιστές εκεί είναι ένας σπουδαίος λογοτέχνης και μια γάτα, αξίζει να τη διαβάσετε συνεπώς δεν χρειάζεται να σας πω κάτι παραπάνω.
Ο Μαλαφέκας, τώρα, επιλέγει να κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό.

«Τα πουλάρια της οδού Μπατινιόλ» είναι ένα ξεκάθαρο και στρωτό διήγημα, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται το κυριακάτικο τραπέζι μιας οικογένειας στο 17ο Διαμέρισμα, στο Παρίσι.
Διαβάζουμε συζητήσεις για τα μικροπλαστικά, τις Πολιτικές Επιστήμες, τους καύσωνες του 21ου αιώνα· υπάρχει ένταση ανάμεσα στα πρόσωπα, αλλά τίποτα δεν ξεφεύγει ποτέ από τον έλεγχο· πρυτανεύει πάντα η –χαρακτηριστικά ανθρώπινη— λογική.
Γενικότερα, το κείμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί «ανθρωποκεντρικό», όμως δεν είναι. Αρχικά, η ίδια τοποθέτησή του στο πλαίσιο μιας σειράς για τα ζώα το νοηματοδοτεί από μόνη της – οι συνθήκες της δημοσίευσης έχουν πάντα μεγάλη αξία όταν κανείς διαβάζει και προσπαθεί να καταλάβει ένα λογοτεχνικό έργο.
Αν στο «Θα κριθούμε από τα μάτια τους» τα ζώα πρωταγωνιστούν διά της διαρκούς παρουσίας τους, εδώ συμβαίνει το αντίθετο: τα ζώα βρίσκονται μακριά. Αυτή η απόσταση –τα πουλάρια που πλησιάζουν, αλλά μένουν ως την τελευταία στιγμή εκτός αφήγησης– τοποθετεί τους ήρωες αυτού του διηγήματος σε ένα ειδικό πλαίσιο, όπου η συμβατικότητα της ανθρώπινης συναναστροφής μπορεί να παρασταθεί πιο ανάγλυφα. Τα ζώα εδώ λάμπουν μέσα από την απουσία τους. Γράφοντας για τα ζώα καταλήγουμε να γράφουμε εξ αντανακλάσεως για τον άνθρωπο.
Υπάρχει, φυσικά, το μοσχαράκι Βουργουνδίας που βρίσκεται στο τραπέζι, και κάποτε ήταν ζώο. Τα ίδια τα «πουλάρια», ωστόσο, είναι φτιαγμένα από πλαστικό, πρόκειται για τα Playmobil με τα οποία παίζουν τα παιδιά της οικογένειας – έχει, πιστεύω, μεγάλη αξία το γεγονός πως η σάρκα των μόνων ζώων του διηγήματος είναι φτιαγμένη από το κατεξοχήν τεχνητό υλικό.
Η φωνή της αφήγησης, εξάλλου, ανήκει στη γιαγιά της οικογένειας, η οποία ελάχιστα μπορεί να επικοινωνεί πλέον με τους συγγενείς της. Κι έτσι έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί, να γίνει κι αυτή ένας φορέας εξωτερικότητας – η ειρωνική παρατήρηση και η αποχή της από τα οικογενειακά δρώμενα τονίζουν κι άλλο την ανειλικρίνειά τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το ανθρώπινο στοιχείο ταυτίζεται με το τεχνητό, κι έτσι η απουσία του ζωικού/ειλικρινούς γίνεται ακόμη πιο επώδυνη.
Όλα αυτά τα στοιχεία, βέβαια, λανθάνουν. Διαβάζοντας, ο αναγνώστης παρασύρεται από την ίδια την αφήγηση, η ερμηνευτική διαδικασία προχωρά παράλληλα, σε δεύτερο επίπεδο. Και είναι πολύ γοητευτικός ο τρόπος που δουλεύει ο Μαλαφέκας, προσφέροντας ένα κείμενο που μπορεί να το προσεγγίσει κανείς αρκετά ελεύθερα: η οικοκριτική, θέλω να πω, μας φτάνει ως αυτό το σημείο, αλλά τα «Πουλάρια» επιτρέπουν κι άλλες αναγνώσεις, που θα εστίαζαν λ.χ. στην ταξική ταυτότητα των χαρακτήρων ή στην παρακμή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Ο συγγραφέας τα καταφέρνει όλα αυτά λειτουργώντας μέσα στο πλαίσιο της μικρής φόρμας, η οποία φαίνεται πως του πάει πολύ.
Αυτά, λοιπόν, είναι τα πρώτα δύο κείμενα των «Μικρών του ΕΜΣΤ», μίας ακόμα σειράς «μικρών» (που έχουν μάλλον την τιμητική τους στην εκδοτική παραγωγή, αν σκεφτούμε πως αντίστοιχες υπάρχουν και στον κατάλογο των εκδόσεων Μεταίχμιο ή των Αντιπόδων· έχουμε εξάλλου και τον «Άτακτο Λαγό» της Άγρας). Η ποιότητα της έκδοσης, η επιλογή να ενταχθούν τα κείμενα σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη θέση των ζώων στην κουλτούρα μας αλλά και η ίδια η επιλογή των κειμένων μάς αφήνει αισιόδοξους για το μέλλον της σειράς. Περιμένουμε τα επόμενα λοιπόν.