Ο Άντερσον Κούπερ είπε αντίο στο 60 Minutes μετά από σχεδόν 20 χρόνια, αλλά ο αποχαιρετισμός του δεν ήταν μόνο προσωπικός. Ήταν και μια ήρεμη υπενθύμιση του τι κάνει ένα ιστορικό τηλεοπτικό μαγκαζίνο να αντέχει: χρόνος, εμπιστοσύνη, ποιότητα και ανεξαρτησία.
Στο αποχαιρετιστήριο βίντεο του 60 Minutes Overtime, που προβλήθηκε την Κυριακή 17 Μαΐου, ο 58χρονος δημοσιογράφος μίλησε για την απόφασή του να αποχωρήσει από την εκπομπή του CBS, όπου εργαζόταν παράλληλα με τη βασική του δουλειά στο CNN.
Ο πρώτος λόγος ήταν πρακτικός. Για χρόνια, όπως είπε, έκανε τα ρεπορτάζ του στο 60 Minutes χρησιμοποιώντας ουσιαστικά τον χρόνο των διακοπών του από το CNN. Το αγαπούσε, αλλά η προσπάθεια να κρατήσει δύο τόσο απαιτητικούς ρόλους είχε γίνει όλο και πιο δύσκολη.
Ο δεύτερος λόγος ήταν πιο προσωπικός: οι γιοι του.
Ο Κούπερ έχει δύο παιδιά, 4 και 6 ετών, και είπε ότι θέλει να περάσει όσο περισσότερο χρόνο μπορεί μαζί τους, «όσο ακόμη θέλουν να περνούν χρόνο» μαζί του. Θυμήθηκε μάλιστα ένα γύρισμα στη Νότια Αφρική, όταν ένας συνεργάτης του τού μίλησε για την τελευταία φορά που ο γιος του τον άφησε να του κρατήσει το χέρι πηγαίνοντας στο σχολείο. Εκείνη τη στιγμή, ο Κούπερ βρισκόταν στην άλλη άκρη του κόσμου, ενώ το δικό του παιδί πήγαινε σχολείο χωρίς εκείνον.
«Δεν νομίζω ότι έχω συνειδητοποιήσει ακόμη πως δεν θα το κάνω πια», είπε, μιλώντας για την εκπομπή που έβλεπε από παιδί. «Θα μου λείψει».
Όμως το αντίο του δεν έμεινε εκεί. Ο Κούπερ μίλησε με έμφαση για την ανάγκη να παραμείνει το 60 Minutes αυτό που ήταν στον πυρήνα του: μια εκπομπή ανεξάρτητη, απαιτητική, με χρόνο, πόρους και εμπιστοσύνη από το κοινό.
«Η ανεξαρτησία του 60 Minutes υπήρξε κρίσιμη», είπε, προσθέτοντας ότι η δύναμη της εκπομπής βρισκόταν πάντα στην ποιότητα και στην ποικιλία των ιστοριών της.
Η φράση είχε ιδιαίτερο βάρος. Το 60 Minutes βρίσκεται το τελευταίο διάστημα στο κέντρο συζητήσεων για το μέλλον του CBS News, μετά τις αλλαγές στην ιδιοκτησία της Paramount, την τοποθέτηση της Μπάρι Γουάις σε κεντρικό ρόλο στο CBS News και τις εντάσεις γύρω από ρεπορτάζ της εκπομπής.
Ο Κούπερ δεν έκανε ευθεία επίθεση. Δεν χρειαζόταν. Το μήνυμά του ήταν πιο χαμηλόφωνο και γι’ αυτό πιο καθαρό: το 60 Minutes δεν είναι απλώς ένα ακόμη τηλεοπτικό προϊόν. Είναι ένας θεσμός που χτίστηκε πάνω στην εμπιστοσύνη, στον χρόνο και στην ανεξαρτησία των δημοσιογράφων του.
Ο ίδιος θυμήθηκε ότι έβλεπε ειδήσεις από παιδί, ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα του, όταν στο σπίτι του υπήρχε πολλή σιωπή και η τηλεόραση γέμιζε το τραπέζι του δείπνου. Μίλησε για τους παλιούς ανταποκριτές του CBS και για τους θρυλικούς δημοσιογράφους του 60 Minutes, από τον Μόρλεϊ Σέιφερ και τον Μάικ Γουάλας μέχρι τον Μπομπ Σάιμον.
Για εκείνον, είπε, η εκπομπή ήταν πάντα ένας τρόπος να μπαίνεις στη ζωή των άλλων: στα σπίτια τους, στις δυσκολίες τους, στις ιστορίες που τους έφεραν μπροστά στην κάμερα. Αυτό, όπως είπε, ήταν προνόμιο.
Ο Κούπερ δεν αποχωρεί από τη δημοσιογραφία. Παραμένει στο CNN, όπου συνεχίζει το Anderson Cooper 360° και την ετήσια πρωτοχρονιάτικη μετάδοση με τον Άντι Κοέν.
Στο τέλος του βίντεο, στάθηκε μπροστά στην κάμερα και είπε τη φράση με την οποία είχε κλείσει τόσα ρεπορτάζ: «I’m Anderson Cooper». Την επανέλαβε τρεις φορές. Στην τελευταία, σταμάτησε για λίγο.
Αυτή η παύση ήταν ίσως το πιο καθαρό κομμάτι του αποχαιρετισμού: ένας δημοσιογράφος που φεύγει για να προλάβει την παιδική ηλικία των παιδιών του, αλλά αφήνει πίσω του και μια παράκληση να μη χαθεί αυτό που έκανε το 60 Minutes να σημαίνει κάτι.