ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ, η πόλη της Μπολόνιας ήταν γεμάτη ψηλούς πύργους που έχτισαν οι αριστοκρατικές της οικογένειες. Παρότι φαινομενικά διατηρούσαν την αμυντική τους χρήση και τα ανάλογα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά (τις πολεμίστρες λ.χ.), η κατασκευή τους σχετιζόταν περισσότερο με την κοινωνική προβολή: ο ψηλότερος πύργος «κέρδιζε» και οι ιδιοκτήτες του κατείχαν πια τα συμβολικά –και όχι μόνο– πρωτεία της πόλης.
Το βασικό αξιοθέατο της Μπολόνιας, που δίνει μορφή σε αυτό που στ’ αγγλικά ονομάζουμε skyline, είναι ακριβώς ένα κατάλοιπο αυτής της οικοδομικής έξαρσης: πρόκειται για τους Due Torri, τους δυο πύργους των οικογενειών Asinelli και Garisenda, που λέγεται πως ανταγωνίζονταν η μία την άλλη προσθέτοντας διαρκώς ορόφους στις οικοδομές τους. Οι Asinelli κέρδισαν· από την κορυφή του πύργου τους έχει κανείς ως σήμερα μια πανοραμική θέα της πόλης – και, κυρίως, έχει την αίσθηση πως όλοι και όλα βρίσκονται από κάτω του.
Καθώς, λοιπόν, το ψηλότερο κτίριο μιας πόλης «σφραγίζει» κατά κάποιον τρόπο την πόλη αυτή, καταλαβαίνουμε ότι το ζήτημα του ύψους των οικοδομών έχει για την Αθήνα ειδικό βάρος – διότι για λόγους συμβολικούς τίποτα δεν επιτρέπεται να ανταγωνίζεται την Ακρόπολη. Παραδόξως, αυτό το ζήτημα είναι αρχαιότερο απ’ όσο νομίζουμε συνήθως.
Το ψηλό κτίριο, λοιπόν, ο ουρανοξύστης στη δική μας εποχή, είναι σύμβολο ισχύος, ευμάρειας, ανάπτυξης. Όσοι θέλουν να δείξουν πως διαθέτουν δύναμη και χρήμα θα θελήσουν τελικά να χτίσουν πύργους.
Αν ο Παρθενώνας είναι το κατεξοχήν μνημείο της κλασικής Αθήνας, θα ισχυριζόμουν πως το μαυσωλείο του Φιλοπάππου είναι το χαρακτηριστικότερο κατάλοιπο της επόμενης φάσης της, όταν η πόλη είχε χάσει πια την πολιτική και (κυρίως) οικονομική ανεξαρτησία της, χρειαζόταν επομένως την αρωγή των ευεργετών. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκε ο Φιλόπαππος, αριστοκράτης από την Κομμαγηνή, ο οποίος ανέλαβε το τιμητικό αξίωμα του Επώνυμου Άρχοντα, κι επέλεξε να κατασκευαστεί η τελευταία του κατοικία στην κορυφή του λόφου των Μουσών.
Το μνημειώδες οικοδόμημα, λόγω της αθηναϊκής γεωγραφίας, «κοιτάζει στα ίσα» την Ακρόπολη, λειτουργώντας ως απόδειξη της ισχύος του κτήτορά του. Μάλιστα, ο ακαδημαϊκός Mατίας Στάινχαρτ, ισχυρίστηκε πως σε μεταγενέστερη φάση στον Φιλόπαππο επεβλήθη η damnatio memoriae, η καταδίκη της «διαγραφής της μνήμης» – αν αυτό πράγματι συνέβη, δεν είχε κανένα πραγματικό αποτέλεσμα. Όλοι τον θυμόμαστε, ο σημαντικότερος λόφος της πόλης φέρει πλέον το όνομά του (έχετε ακούσει ποτέ κανέναν να λέει πως το Σάββατο θα πάει βόλτα στον «Λόφο των Μουσών»;). Τίποτα δεν μπορεί να αφαιρέσει τη δύναμη και την αλαζονεία από ένα μνημείο που παραμένει πάντα στο ύψος του.
Από τους λόφους της Αθήνας, γενικά, μπορούμε να παρατηρήσουμε την ιστορία αυτού του αγώνα για την κατάκτηση του αττικού ουρανού. Η χούντα έκανε πολλές προσπάθειες σ’ αυτό το μέτωπο – μας άφησε, κυρίως, τους Πύργους Αθηνών και Πειραιά, αλλά και τον Ν. 395/1968, ο οποίος απελευθέρωνε το ύψος δόμησης, ανοίγοντας δυνητικά τον δρόμο για ακόμη ψηλότερες οικοδομές που θα λειτουργούσαν ως «νέοι Παρθενώνες», αφήνοντας για πάντα το στίγμα του καθεστώτος πάνω από τον αστικό ιστό.
Σήμερα, περπατώντας κανείς στα ψηλότερα μονοπάτια του Φιλοπάππου, βλέπει να ανεγείρεται κοντά στη θάλασσα ο Riviera Tower, στο Ελληνικό, που θα έχει ύψος 200 μέτρα, κι όταν ολοκληρωθεί –πράγμα που, απ’ ό,τι διαβάζω, θα γίνει φέτος– θα είναι το ψηλότερο κτίριο στη χώρα. Ήδη, ανάμεσα στις πολυκατοικίες των νοτίων προαστίων, που όπως είναι χαμηλές και ομοιόμορφες θυμίζουν περισσότερο τσιμεντένιο χαλί που έχει στρωθεί και περιμένει κάτι μεγάλο, ο Tower μοιάζει με γίγαντα. Όταν πια πάρει την τελική του μορφή, θα αποτελέσει σίγουρα βασικό τοπόσημο της Αθήνας, θα επιβληθεί· όταν γκουγκλάρουμε «Athens», θα εμφανίζεται στις εικόνες κι αυτός, θα γίνει τελικά μνημείο – μνημείο «επιτυχίας της μεταμνημονιακής Ελλάδας» ή κάτι τέτοιο εν πάση περιπτώσει.
Θα μπορούσε, βέβαια, να ισχυριστεί κανείς πως όλα αυτά είναι αρλούμπες: ο Πύργος Αθηνών, για παράδειγμα, είναι ένα κτίριο γραφείων, και για τα κτίρια γραφείων ο χώρος είναι πολύτιμος. Περισσότεροι όροφοι ίσον περισσότερος χώρος, κι άλλοι ένοικοι, αποδοτικότερη επένδυση για τον κατασκευαστή. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον Riviera Tower και για τα διαμερίσματά του, που πιάνουν εξάλλου έως 32.000 ευρώ το τετραγωνικό – όσο περισσότερα, τόσο το καλύτερο. Το ζήτημα είναι, επομένως, καθαρά πρακτικό.
Σ’ αυτό, όμως, έχει απαντήσει ήδη ο Ρολάν Μπαρτ, γράφοντας για έναν άλλον πύργο, αυτόν του Άιφελ: «Διότι εν προκειμένω οι χρηστικοί λόγοι […] δεν είναι τίποτε σε σχέση με τη μεγάλη φαντασιακή λειτουργία […] όπως συμβαίνει πάντα, το ανιδιοτελές νόημα του έργου δεν ομολογείται ποτέ ευθέως: εξορθολογίζεται με τη χρήση». (Roland Barthes, «Ο Πύργος του Άιφελ», μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, Άγρα, 2017)
Δεν μπορώ να μπω στο μυαλό των επενδυτών του Ελληνικού, αλλά φαντάζομαι πως σίγουρα ήθελαν να χτίσουν το ψηλότερο κτίριο της χώρας – και μαζί τους, μπορεί να το ήθελε και η πολιτεία.
Πολύ συχνά, στα σουβενίρ που αγοράζουμε από κάποια μεγάλη πόλη (στις καρτ ποστάλ κατά κύριο λόγο) βλέπουμε να απεικονίζεται με αδρές γραμμές, σαν να είναι ο σκελετός της, το skyline που αναφέρθηκε παραπάνω, μια κάπως αφηρημένη εκδοχή των πιο ψηλών κτιρίων της. Παρότι βρισκόμαστε σε ταξιδιωτικό περιβάλλον –κι όταν ταξιδεύει κανείς, συνήθως «κυνηγάει το ωραίο»–, σ’ αυτό το περιβάλλον δεν κερδίζει η ωραιότερη αλλά η ψηλότερη οικοδομή.
Το αγαπημένο μου παράδειγμα είναι ο Fernsehturm του Βερολίνου που τείνει να αντικαταστήσει την Πύλη του Βρανδεμβούργου ως σύμβολο της πόλης, παρότι η τελευταία (καθότι νεοκλασικιστική) εμπίπτει καλύτερα στην κατηγορία του συμβατικά «ωραίου». Ο Fernsehturm, όμως, διαθέτει κάτι το ανώτερο, είναι ψηλότερος και –όπως μπορεί να πει οποιοσδήποτε έχει επισκεφτεί το Βερολίνο και την έχει πατήσει υπολογίζοντας λάθος τις αποστάσεις– φαίνεται από παντού, και φαίνεται πάντα κοντά σου.
Πολλές φορές, μάλιστα, μπορεί να συμβεί το εξής: το ύψος ενός κτιρίου, τελικά, να επηρεάσει την αισθητική μας, το πόσο όμορφο μάς μοιάζει – και πάλι, ο Πύργος του Άιφελ είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, μια και παρά τις πολλές αντιδράσεις που συνόδευσαν την κατασκευή του, σήμερα θεωρείται, μάλλον, ιδιαίτερα όμορφος. Ακόμα και οι ουρανοξύστες των χωρών του Κόλπου έχουν αρχίσει να επηρεάζουν την αισθητική μας (δείτε λίγο τι πολυκατοικίες χτίζονται σήμερα στην Αθήνα και ποιες είναι οι αναφορές τους) – προσελκύουν εξάλλου, ήδη, αμέτρητους τουρίστες.
Το ψιλό κτήριο, λοιπόν, ο ουρανοξύστης στη δική μας εποχή, είναι σύμβολο ισχύος, ευμάρειας, ανάπτυξης. Όσοι θέλουν να δείξουν πως διαθέτουν δύναμη και χρήμα θα θελήσουν τελικά να χτίσουν πύργους. Πρέπει να έχουμε κατά νου πως τα κτίρια δεν είναι ποτέ μόνο κτίρια, πως στις πόλεις τα πάντα κάτι σημαίνουν. Καλό είναι να κοιτάμε ψηλά και να προσέχουμε τι βλέπουμε.