Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Sexuality & Culture, εξέτασε 518 Ισπανίδες - ηλικίας από 18 έως 62 ετών -, καμία από τις οποίες δεν είχε διαγνωστεί με σεξουαλική δυσλειτουργία, ενώ όλες είχαν βιώσει οργασμό σε σεξουαλικές επαφές με άλλο άτομο.
Τα δύο τρίτα βρίσκονταν σε σταθερή σχέση. Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν τον Δείκτη Γυναικείας Σεξουαλικής Λειτουργίας (Female Sexual Function Index), ένα βασικό εργαλείο αξιολόγησης στον συγκεκριμένο επιστημονικό τομέα, καθώς και την Κλίμακα Αξιολόγησης Οργασμού (Orgasm Rating Scale), η οποία μετρά τέσσερις διαστάσεις της εμπειρίας: το συναίσθημα, τις σωματικές αισθήσεις, την οικειότητα και την ανταμοιβή.
Στόχος της έρευνας δεν ήταν να εξετάσει τι δεν λειτουργεί, αλλά να κατανοήσει τι λειτουργεί σωστά.
Η πλειονότητα της βιβλιογραφίας γύρω από τον γυναικείο οργασμό επικεντρώνεται σε παθολογίες ή δυσλειτουργίες. Η συγκεκριμένη μελέτη ακολουθεί την αντίθετη προσέγγιση: εξετάζει υγιείς γυναίκες και το τι βιώνουν όταν όλα εξελίσσονται ομαλά.
Ο ρόλος του συναισθήματος
Τα ευρήματα υποδεικνύουν σαφώς τη συναισθηματική διάσταση ως τον παράγοντα με τη μεγαλύτερη επιρροή. Στο μοντέλο γραμμικής παλινδρόμησης που καταρτίστηκε από τους συγγραφείς, η συναισθηματικότητα – δηλαδή το συναισθηματικό περιεχόμενο που αποδίδει μια γυναίκα στον οργασμό – ήταν ο μόνος προγνωστικός παράγοντας σχετικός με τον οργασμό που αποδείχθηκε στατιστικά σημαντικός για τη συνολική σεξουαλική λειτουργία. Ο άλλος σχετικός παράγοντας ήταν η ύπαρξη σταθερής σχέσης.
Σταθερός σύντροφος: σημαντικός αλλά όχι καθοριστικός
Οι γυναίκες που βρίσκονταν σε σταθερή σχέση σημείωσαν υψηλότερες επιδόσεις στη συναισθηματική διάσταση, την οικειότητα, την ανταμοιβή και τη συνολική σεξουαλική λειτουργία. Προηγούμενες έρευνες είχαν ήδη υποδείξει παρόμοια αποτελέσματα: οι μακροχρόνιες σχέσεις συνδέονται με καλύτερη σεξουαλική λειτουργία, ενώ η ικανοποίηση από τον σύντροφο επηρεάζει τον οργασμό.
Ωστόσο, όταν οι ερευνητές ανέλυσαν πιο προσεκτικά τα δεδομένα, διαπίστωσαν ότι η επίδραση των διαστάσεων του οργασμού στη σεξουαλική λειτουργία δεν εξαρτιόταν από το αν μια γυναίκα είχε ή όχι σταθερό σύντροφο. Με άλλα λόγια, η συναισθηματική διάσταση φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο ανεξαρτήτως σχέσης. Η μελέτη, πάντως, σημειώνει ότι το εύρημα αυτό πρέπει να ερμηνευθεί με προσοχή.
Τι σημαίνει αυτό για τη θεραπεία και τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση
Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι κάθε παρέμβαση που στοχεύει στη βελτίωση της σεξουαλικής λειτουργίας των γυναικών θα πρέπει να περιλαμβάνει και τη συναισθηματική διάσταση της σεξουαλικότητας, αντί να περιορίζεται μόνο στις σωματικές πτυχές.
Αυτό περιλαμβάνει την επικοινωνία μέσα στο ζευγάρι, τον συναισθηματικό δεσμό κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής και τη σεξουαλική εκπαίδευση που δεν αντιμετωπίζει την απόλαυση αποκλειστικά ως μηχανική διαδικασία.
Η μελέτη ζητά επίσης μια πιο θετική προσέγγιση στην έρευνα: οι υγιείς γυναίκες, χωρίς κλινική διάγνωση, ιστορικά βρίσκονταν εκτός του επίκεντρου της επιστημονικής προσοχής. Η μελέτη τους όχι μόνο ως σημείο αναφοράς της «φυσιολογικότητας», αλλά και ως αυτόνομων ερευνητικών υποκειμένων, θέτει ερωτήματα στα οποία η επιστημονική βιβλιογραφία δεν έχει ακόμη δώσει επαρκείς απαντήσεις.
Με πληροφορίες από euronews.com