Ένας ανώνυμος 20χρονος αφηγείται – ή πιο σωστά, εξομολογείται. Στο αποµονωµένο του χωριό τα πάντα έχουν απόκοσµη στασιµότητα, το µόνο που µεταβάλλεται είναι ο χρόνος. Στο πατρικό του σπίτι, όπου ζει µε τη γιαγιά και τη συναισθηµατικά νεκρή µητέρα του, επικρατεί µια ατµόσφαιρα πένθους από τότε που ήταν παιδί. Η μόνη του διέξοδος είναι μια συμμορία νεαρών αγοριών, τα «Άλογα», που πολεµάνε την πλήξη σκίζοντας τους επαρχιακούς δρόµους µε τις µηχανές τους. Ο αρχηγός τους, ο όμορφος, πλούσιος και ευγενικός Ν., είναι ο καλύτερός του φίλος, ή κάτι παραπάνω από απλός φίλος – η μεταξύ τους σχέση είναι πιο περίπλοκη από όσο µπορούν να παραδεχτούν.
Με φόντο μια επαρχιακή πόλη την ημέρα που αλλάζει ο κόσμος, την 11η Σεπτεµβρίου 2001, ο 25χρονος Ορέστης Φιωτάκης περιγράφει στο πρώτο του βιβλίο μια ιστορία που ισορροπεί ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, τη σύγχυση και τις εντάσεις της νεότητας αλλά και την εξερεύνηση της σεξουαλικότητας στην ελληνική επαρχία των αρχών του αιώνα μας. Η κουβέντα έγινε τηλεφωνικά, γιατί ζει μόνιμα στο Παρίσι.
— Πες μου για σένα, από πότε γράφεις;
Γράφω, γενικά, από μικρή ηλικία. Μου άρεσε πολύ να λέω ιστορίες όταν ήμουν παιδί, αλλά αργότερα έγραφα κυρίως στο ίντερνετ, ιστορίες σε συνέχειες. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, αλλά επειδή τις διάβαζε ο κόσμος, είχα μία ώθηση να συνεχίζω. Κάπως πιο σοβαρά άρχισα να γράφω μετά τα 19. Έγραφα διάφορα πράγματα που τα διάβαζαν κυρίως παιδιά της ηλικίας μου, κάποιες σύντομες ιστορίες, κάποιες λίγο πιο μεγάλες, αλλά το ότι είχα αναγνώστες μού έδινε δύναμη να συνεχίζω, αλλιώς το πιθανότερο είναι ότι θα τις άφηνα στη μέση – γιατί το συνήθιζα. Υπάρχουν και κείμενα από τότε, που κάποια στιγμή θα ήθελα να δημοσιεύσω.
«Μου αρέσουν πολύ οι αφηγητές που δεν μπορείς να τους εμπιστευθείς. Που όλα περνάνε μέσα από την υποκειμενικότητά τους και εν τέλει εσύ ως αναγνώστης δεν μπορείς να καταλάβεις τι από όλα αυτά που λένε είναι αλήθεια και τι ψέματα».
— Έχεις μεγαλώσει με την εικόνα της επαρχίας που περιγράφεις;
Γεννήθηκα στην Κρήτη, αλλά δεν έχω μεγαλώσει εκεί. Φύγαμε σε πολύ μικρή ηλικία και μείναμε σε άλλη επαρχία της Ελλάδος και μετά, στην εφηβεία, μετακομίσαμε κοντά στην Αθήνα. Όμως ναι, η εικόνα της επαρχίας είναι πραγματική, γιατί ακόμα και όταν ήρθαμε κοντά στην Αθήνα, δεν ήμασταν μέσα στην πόλη. Μπορεί να μην ήταν βαριά επαρχία, αλλά ήταν σίγουρα εξοχή. Μεγάλωσα σε πολύ ήρεμο περιβάλλον και το καλό ήταν ότι είχα πάντα πολλά ερεθίσματα. Μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες, και η τέχνη είναι ένας τρόπος να λες ιστορίες, με οποιαδήποτε μορφή. Παλιότερα ζωγράφιζα. Ήθελα πολύ να κάνω κάτι καλλιτεχνικό, αλλά με τράβηξε λίγο περισσότερο το γράψιμο εν τέλει. Και το θέατρο δηλαδή, αλλά λίγο περισσότερο το γράψιμο.
— Τι σπούδασες;
Σκηνοθεσία στο Τμήμα της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, για τρία χρόνια. Μπήκα στη σχολή μόλις τέλειωσα το σχολείο. Τώρα είμαι στη Γαλλία, στο Παρίσι, και κάνω διάφορα άσχετα πράγματα. Δουλεύω, αλλά η βασική μου ασχολία είναι το γράψιμο. Τα υπόλοιπα τα κάνω για βιοποριστικούς λόγους. Θα ήθελα όμως να συνεχίσω και εδώ τις σπουδές μου.
— Πες μου πώς ξεκίνησε η ιδέα για τα Άλογα.
Νομίζω ότι αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία που μου αρέσει να λέω, γενικά. Είχα πάει στη Θεσσαλονίκη πριν από τρία χρόνια για να δω τους φίλους μου και υπήρξαν πολλά ερεθίσματα που κάπως οδηγήσαν σε αυτή την ιστορία. Αρχικά έμεινα σε ένα σπίτι που ήταν κοντά στη λεωφόρο Εγνατίας και στην Αγίου Δημητρίου, όπου πρόσεξα ότι κάθε βράδυ στις 12:30 ακουγόταν πάντα θόρυβος από μηχανές, πολλές μηχανές, ακριβώς την ίδια ώρα. Και δεν ξέρω γιατί, παρότι δεν με ενδιαφέρουν οι μηχανές, ούτε αυτός ο τρόπος ζωής ιδιαίτερα, μου είχε κάνει πάρα πολύ μεγάλη εντύπωση αυτό. Τις επόμενες μέρες κάναμε ένα ταξίδι με το αμάξι στις επαρχίες κοντά στη Θεσσαλονίκη και λίγο πιο μακριά, προς τα σύνορα, και αυτό που είδα ήταν μια πολύ σκληρή εικόνα της επαρχίας. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πόσο εγκαταλελειμμένα έμοιαζαν τα μέρη εκεί πέρα, πόσο ατελείωτοι ήταν οι δρόμοι, ότι ένιωθες λες και δεν θα μπορούσες να φύγεις ποτέ από εκεί, και νομίζω ότι διάφορα πράγματα που ζήσαμε και συναντήσαμε τότε, έστω και σε μια μέρα μόνο, ακόμη και οι άνθρωποι που είδαμε, πέρασαν κάπου μέσα στο βιβλίο. Εν τέλει, το κλειδί που τα έδεσε όλα αυτά το βρήκα πάλι σε εκείνες τις μέρες: άκουσα για πρώτη φορά το άλμπουμ της Πάτι Σμιθ, το «Horses» – μέχρι τότε τη διάβαζα ως συγγραφέα, αλλά τη μουσική της την άκουσα για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη. Με είχε ενθουσιάσει, πραγματικά, πολύ. Αυτός ήταν ο λόγος που επέλεξα να δώσω τον τίτλο Άλογα στο βιβλίο, μου δημιούργησε έναν ρυθμό. Αυτός έδεσε όλα τα άλλα μεταξύ τους. Μετά γύρισα στην Αθήνα και ξεκίνησα το βιβλίο.
— Υπήρχε κάποιος λόγος που η ιστορία διαδραματίζεται στην ελληνική επαρχία των αρχών του αιώνα και όχι σήμερα;
Ήταν κάπως σκόπιμο να μην αναφέρεται ξεκάθαρα αν είναι η ελληνική επαρχία ή όχι. Έμμεσα μπορούμε να το καταλάβουμε, εμείς που είμαστε στην Ελλάδα και έχουμε ίδια ερεθίσματα, αλλά δεν αναφέρω πουθενά ότι είναι επαρχία, κάποιο όνομα πόλης ή χωριού, ή οτιδήποτε. Δεν θα μπορούσα να γράψω για την επαρχία της Γαλλίας που δεν την έχω ζήσει και δεν τη γνωρίζω βέβαια.
— Αν δεν υπήρχε η σκηνή στην τηλεόραση που δείχνει τους Δίδυμους Πύργους, δεν έχει κανένα άλλο χαρακτηριστικό τού 2001, θα μπορούσε να είναι τώρα.
Ακόμα και αυτό δεν ονοματίζεται ποτέ ρητά, δεν αναφέρονται πουθενά ως Δίδυμοι Πύργοι, το καταλαβαίνουμε από την περιγραφή της καταστροφής. Πολύ συνειδητά δεν ονοματίζονται ούτε οι τοποθεσίες ούτε οι άνθρωποι.
— Βασικά ούτε τους δύο βασικούς χαρακτήρες ονοματίζεις. Δηλαδή ο ένας είναι ο Ν. και ο άλλος, ο αφηγητής, δεν έχει όνομα.
Είναι όλα έτσι κάπως αφηρημένα γιατί ήθελα να είναι ουδέτερα, αλλά νομίζω ότι πέρασαν κάποια πράγματα από τα δικά μου ερεθίσματα, γιατί έχω ζήσει σε αυτήν τη χώρα. Τώρα, γιατί είναι στις αρχές του αιώνα και πώς συνδυάζεται και με το γεγονός της 11ης Σεπτεμβρίου; Απλώς ήθελα να αποσυνδέσω λίγο το βιβλίο από τον εαυτό μου, να μην το βάλω στη σύγχρονη εποχή και να το βάλω σε μια εποχή που ξεκάθαρα εγώ δεν έχω ζήσει, αφού είμαι γεννημένος στο 2001.
— Αν εκτυλισσόταν σήμερα η ιστορία, ίσως οι αντιδράσεις να ήταν λίγο πιο ήπιες; Ήταν διαφορετικά τα πράγματα πριν από 25 χρόνια. Μιλάω για τις σκληρές εκφράσεις και τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούν οι αντίπαλοι – αν και, τελικά, δεν έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα.
Πολύ πιθανόν. Φοβάμαι ότι υπάρχει ακόμα και τώρα μια αφύσικη στροφή προς τον συντηρητισμό, αλλά γενικώς μπορούμε να πούμε ότι ίσως να είναι λίγο καλύτερα τα πράγματα από ό,τι το 2001.
— Ο αφηγητής είναι συνεχώς μεταξύ αλήθειας και αμφιβολίας, ποτέ δεν ξέρεις αν λέει αλήθεια ή ζει στη φαντασία του.
Μου αρέσουν πολύ οι αφηγητές που δεν μπορείς να τους εμπιστευθείς. Που όλα περνάνε μέσα από την υποκειμενικότητά τους και εν τέλει εσύ ως αναγνώστης δεν μπορείς να καταλάβεις τι από όλα αυτά που λένε είναι αλήθεια και τι ψέματα. Νομίζω ότι είναι ένας ενδιαφέρων τρόπος αφήγησης, γιατί και η λογοτεχνία βασίζεται στα ψέματα. Π.χ. κι εγώ ως συγγραφέας λέω ψέματα στον αναγνώστη για να τον προβληματίσω, να τον διασκεδάσω ή οτιδήποτε άλλο. Οπότε, όταν και ο αφηγητής λέει ψέματα, δημιουργείται κάπως ένα δεύτερο επίπεδο, το οποίο είναι πολύ ενδιαφέρον. Το ότι στο συγκεκριμένο βιβλίο βρίσκουμε έναν νεαρό άνθρωπο που προσπαθεί συνέχεια να επανεφεύρει τον εαυτό του με διάφορους τρόπους αλλά δεν καταλήγει ποτέ κάπου, συμβαδίζει με τη συνολικότερη ιστορία. Δηλαδή, επειδή δεν έχει μία βάση ως άνθρωπος, έτσι και η ιστορία είναι πάρα πολύ ρευστή. Ανάλογα με το πώς νιώθει εκείνη τη στιγμή, αντίστοιχα ψέματα θα πει και στον αναγνώστη.
— Μίλησέ μου λίγο για τους δύο ήρωες, τον αφηγητή και τον Ν. Έχουμε μια υποψία, αλλά μέχρι το τέλος δεν ξέρουμε ποια είναι η σχέση τους.
Νομίζω ότι και αυτό κάπως προκύπτει από το πόσο αναξιόπιστος είναι σε αυτά που λέει ο αφηγητής. Και η σχέση του με τον Ν. είναι μάλλον από τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή του, αν όχι το πιο σημαντικό. Οπότε είναι μέρος του εαυτού του και κατά κάποιον τρόπο, όπως επανεφευρίσκει συνέχεια τον εαυτό του, νομίζω ότι προσπαθεί να επανεφεύρει και τη σχέση με τον Ν.
— Στο βιβλίο η επιθυμία δεν ονομάζεται πάντα ευθέως. Πιστεύεις ότι το ανείπωτο μπορεί να είναι πιο πολιτικό από το ρητά δηλωμένο;
Από τη στιγμή που γίνονται ξεκάθαρα τα πράγματα στο βιβλίο, νομίζω ότι δεν υπάρχει αμφιβολία για τη σχέση τους, οπότε δεν πιστεύω ότι το βιβλίο βασίζεται στο ανείπωτο και στο μυστικό. Νομίζω ότι ήταν ένας στόχος μου να ξεκινάει κάπως έτσι και να καταλήγει τελείως διαφορετικά. Έχουμε δει πάρα πολλές ιστορίες που όλο το αφήγημα μένει ανείπωτο και εν τέλει ως αναγνώστες έχουμε μόνο subtexts. Μου άρεσε η ιδέα τού να παίξω με αυτό, το πώς μπορεί να ξεκινάει με έναν πολύ κλασικό και ίσως στερεοτυπικό τρόπο που εν τέλει ανατρέπεται, χωρίς να λέει ότι «τα πράγματα είναι έτσι και όλο το προηγούμενο ήταν μια ψευδαίσθηση ουσιαστικά». Τώρα, αν μπορεί να είναι πολιτικό, δεν ξέρω. Γιατί νομίζω ότι έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια που στη λογοτεχνία, στην τέχνη και γενικά στην ιστορία διάφορα πράγματα δεν λέγονταν στις κοινωνίες των ανθρώπων. Οπότε αυτό δημιούργησε μια ενδιαφέρουσα μάτια στη λογοτεχνία, όσον αφορά το πώς οι άνθρωποι προσπαθούσαν να εκφραστούν ζώντας σε έναν κόσμο που δεν τους το επέτρεπε. Αλλά νομίζω ότι θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε πώς μπορούν από εδώ και πέρα τα πράγματα να ξεκινήσουν να είναι ξεκάθαρα σε όλες τις εκφάνσεις τους, όχι μόνο στην queer λογοτεχνία.
— Μου έχει κάνει εντύπωση το πόσο προσεκτικά γραμμένα είναι τα σημεία που δείχνουν όλη την ένταση της σεξουαλικής πράξης, χωρίς να κατονομάζεται καν ή να περιγράφεται.
Νομίζω ότι αυτός ήταν ο σκοπός μου. Υπάρχουν τέτοιες σκηνές και μέσα στα παραληρήματα και στις ψευδαισθήσεις, κι αυτά τα σημεία ήταν που βγήκαν πιο αυθόρμητα. Δεν με ενδιέφερε να γράψω κάτι πολύ explicit, που να είναι περιγραφικό. Σκεφτόμουν πως ο μόνος τρόπος να αποδοθούν οι ψευδαισθήσεις με έναν ενδιαφέροντα τρόπο για αυτόν που τις διαβάζει είναι να χάνεται η λογική μέσα στην ίδια την αφήγηση. Ήταν κάτι που με βοήθησε πολύ αφηγηματικά, γιατί μου έδωσε τη δυνατότητα να μην είμαι περιγραφικός.
— Τα Άλογα λειτουργούν σχεδόν ως μια φυλή ή ένα καταφύγιο απέναντι στην επαρχιακή στασιμότητα. Τι συμβολίζουν για σένα;
Νομίζω ότι για μένα τα άλογα είναι οι ομάδες που προσπαθούν να φτιάξουν τα παιδιά στην εφηβεία για να ξεφύγουν από την πραγματικότητά τους, όποια κι αν είναι αυτή, είτε ζουν στην επαρχία είτε σε μια μεγάλη πόλη. Είναι κάτι που με ενδιέφερε πολύ και στα πρώτα κείμενά μου στα οποία ήμουν και λίγο πιο κοντά στην εφηβεία. Δηλαδή στα Άλογα είδα τον τρόπο με τον οποίο πιστεύω ότι μια ομάδα αγοριών θα προσπαθούσε να ξεφύγει από την καθημερινότητά της. Σε ένα θεατρικό έργο που έχω γράψει υπήρχε το ίδιο πλαίσιο, αλλά με μια ομάδα κοριτσιών που προσπαθούσε να κάνει το ίδιο. Οπότε μου άρεσε και μου αρέσει ο τρόπος που προσπαθούμε ως έφηβοι και ως σύνολα ειδικά να ξεφύγουμε από τη ζωή μας.
— Πώς γράφεται σήμερα queer επιθυμία στην ελληνική λογοτεχνία χωρίς να περνά μέσα από στερεότυπα ή να φέρει «εξομολογητικό φορτίο»;
Ο αφηγητής δεν είναι εξομολογητικός, αλλά νομίζω ότι σε κάθε περίπτωση όλα τα βιβλία είναι ως έναν βαθμό εξομολογητικά. Ειδικά για την queer λογοτεχνία, νομίζω ότι στην Ελλάδα θα έπρεπε να γράφεται όπως γράφεται και στον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς καμία διαφορά, ίσως λίγο πιο πολυποίκιλα, αλλά πιστεύω ότι πολύ σύντομα θα το δούμε αυτό.
— Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε queer λογοτεχνία στην Ελλάδα, πέρα από κάποια βιβλία, δεν υπήρχε section δηλαδή που μπορούσες να τα βρεις σε ένα βιβλιοπωλείο. Πώς βλέπεις τη σχέση ανάμεσα στο queer και στην επαρχία, έναν χώρο που συχνά αντιμετωπίζεται ως «κλειστός»;
Η επαρχία είναι ένα πολύ κλειστό σύστημα, και νομίζω ότι τα κλειστά συστήματα προκαλούν και πιέσεις και εντάσεις, κάτι που στη λογοτεχνία δίνει ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον πλαίσιο.
— Πιστεύεις ότι ανήκεις σε κάποια λογοτεχνική γενιά; Υπάρχει κάτι κοινό που ενώνει νέους συγγραφείς;
Δεν πιστεύω πολύ σε αυτό που λέμε γενιές, κυρίως στη λογοτεχνία. Κοινωνικά υπάρχουν γενιές σίγουρα, αλλά στη λογοτεχνία μπορεί να μη σε αφορά κάτι που έχει γραφτεί σήμερα αλλά κάτι που έχει γραφτεί πριν από αιώνες. Το ενδιαφέρον πάντα είναι να βρίσκεις πράγματα τα οποία σε προβληματίζουν ανεξαρτήτως χρονολογίας. Μπορεί να διαβάσω ένα βιβλίο του 1800 και να νιώσω μια σύνδεση με αυτό, κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ.
— Νιώθεις ότι οι νεότεροι συγγραφείς γράφουν πιο ελεύθερα σε σχέση με προηγούμενες γενιές ή απλώς υπό διαφορετικές πιέσεις;
Πιστεύω ότι ίσως αυτό που μπορεί να δένει λίγο όλους όσοι γράφουν και είναι πάνω κάτω κοντά στην ηλικία μου είναι ότι προσπαθούμε μάλλον να δούμε τα πράγματα λίγο πιο πειραματικά και ίσως έξω από φόρμες. Νομίζω ότι αυτό προκύπτει από τα χιλιάδες και σπουδαία πράγματα που έχουν προηγηθεί, προσπαθούμε κάπως μέσα απ’ όλα αυτά να βρούμε έναν ακόμα τρόπο, όχι καινούργιο. Οπότε νομίζω ότι μάλλον μπορεί να μας δένει όλους σε έναν βαθμό ο πειραματισμός, και το ελπίζω κιόλας. Σίγουρα γράφουμε υπό πίεση όλοι, αλλά νομίζω ότι σε όλες τις εποχές οι άνθρωποι γράφουν υπό πίεση.
— Το βιβλίο μοιάζει να συνομιλεί έντονα με την εφηβεία και τη μνήμη της. Τι έχει μείνει για σένα από αυτή την ηλικία;
Από την εφηβεία μου –κι αυτό φαίνεται και στο βιβλίο– μου έχει μείνει η βία, και κυριολεκτική και μεταφορική. Βία δεν είναι μόνο ο εκφοβισμός στο σχολείο, είναι και το να νιώθεις το σώμα σου να διαφοροποιείται ή να χάνεις σε μεγάλο βαθμό τις ψευδαισθήσεις της παιδικής σου ηλικίας. Σε σχέση με την εφηβεία, η παιδική ηλικία είναι μια περίοδος που βασίζεται σε ψευδαισθήσεις.
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΛΟΓΑ» ΕΔΩ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.