Η αλήθεια είναι ότι όταν πρωτάκουσα το «LUPUS» του Γιώργου Δούσου δεν γνώριζα καθόλου περί τίνος επρόκειτο – είναι το ακρωνύμιο του «Love Under Pain Upon Suffering». Από την πρώτη ακρόαση, ο δίσκος αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που καταφέρνει να δημιουργήσει έναν βαθιά συναισθηματικό και καθηλωτικό μουσικό κόσμο: τα 11 ορχηστρικά κομμάτια του λειτουργούν ως στάδια ενός εσωτερικού ταξιδιού γεμάτου ένταση, ευαισθησία και αμεσότητα. Το φλάουτο και το κλαρίνο συνυπάρχουν αρμονικά και αφηγούνται μια ιστορία που ισορροπεί ανάμεσα στην ελληνική μουσική παράδοση, την ευρωπαϊκή τζαζ και τις ambient ηλεκτρονικές επιρροές.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι ήχοι προέρχονται αποκλειστικά από αυτά τα δύο όργανα, αξιοποιώντας εκτεταμένες τεχνικές και εφέ, δημιουργώντας έτσι ένα πολυδιάστατο ηχητικό τοπίο. Όμως αυτό που αγγίζει τον ακροατή ακόμη περισσότερο σε συναισθηματικό επίπεδο είναι το στόρι πίσω από τον δίσκο. Ο Γιώργος αφιερώνει το άλμπουμ στη γυναίκα του, Μαρίσσα (σ.σ. Τριανταφυλλίδου) που πάσχει από λύκο (lupus), ένα αυτοάνοσο νόσημα, εξού και ο τίτλος του άλμπουμ, κι αυτό δίνει στα κομμάτια μια βιωματική και συγκινητική, απρόσμενη διάσταση, μια αυθεντική έκφραση αγάπης και αφοσίωσης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρόκειται για έναν σκοτεινό ή καταθλιπτικό δίσκο.
«Παλιά έλεγα χαριτολογώντας ότι είμαι φλαουτίστας με υπαρξιακά προβλήματα και κλαριντζής με ψυχολογικά. Τώρα δεν μπορώ να πω ότι ανήκω περισσότερο σε κάποιο από τα δύο».
Αντιθέτως, μέσα από τις συνθέσεις του αναδύεται μια αίσθηση κάθαρσης και βαθιάς ανθρωπιάς που μετατρέπει τη μελαγχολία σε κάτι δημιουργικό και ουσιαστικό. Παρότι σε ορισμένες στιγμές διακρίνεται θυμός ή ένταση, αυτά τα στοιχεία λειτουργούν συμπληρωματικά, ενισχύοντας τη συναισθηματική ειλικρίνεια του έργου. Το άλμπουμ διαπερνά μια διακριτική αλλά σταθερή αισιοδοξία, μια ελπίδα που δεν είναι επιφανειακή αλλά γεννιέται μέσα από την αποδοχή και την κατανόηση των πιο δύσκολων συναισθημάτων. Κάθε ήχος, κάθε μελωδία μοιάζει να εκφράζει κάτι αληθινό, χωρίς υπερβολές.
Yorgos Dousos - Lupus
«Νομίζω ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα πάντα με την ενέργεια της αγάπης, χωρίς να θέλω να πω ότι με την αγάπη ξεπερνιούνται πράγματα δύσκολα. Κάποια δυστυχώς δεν ξεπερνιούνται, υπάρχουν και θα είναι εκεί πάντα, γίνονται ίσως λίγο πιο βιώσιμα με την αγάπη», λέει ο Γιώργος όταν τον συναντώ ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στην Κυψέλη.
«Γενικά φοβόμαστε την αρρώστια, είναι ένας τρομερά μοναχικός δρόμος, αρκετά σκληρός, δεν χρειάζεται λύπηση όμως. Προσπάθησα να την προσεγγίσω από μια άλλη οπτική γωνία. Μέσα από την καθημερινότητα που μοιραζόμαστε με τη Μαρίσσα στο σπίτι και τις δυσκολίες που βιώνει προσπάθησα να αποτυπώσω κάποια συναισθήματα και να περιγράψω ίσως κάποιες στιγμές και τον τρόπο που μας επηρεάζουν. Δεν προσπαθώ να μιλήσω εκ μέρους της, ούτε να προκαλέσω συγκίνηση ή λύπηση. Τα άτομα που αντιμετωπίζουν καθημερινά τον πόνο και την αρρώστια έχουν τεράστια δύναμη μέσα τους και παράλληλα έχουν κουραστεί να τους το λένε».
«Αυτό όμως δεν έχει να κάνει και με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε κάθε είδους ασθένεια στην Ελλάδα;»
«Ναι, ακόμα τις αντιμετωπίζουμε λίγο ως ταμπού, να μη μιλήσουμε γι’ αυτές πολύ, να μην αφήσουμε να διεισδύσουν στην “κανονική” ζωή. Δεν χρειάζονται λύπηση όσοι αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις μιας ασθένειας, χρειάζονται αγάπη και ορατότητα, και φυσικά περισσότερη κρατική φροντίδα και μέριμνα. Θα ήταν ωραίο να τους ακούμε λίγο παραπάνω, να σκύβουμε πάνω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και να προσπαθούμε με όποιον τρόπο μπορούμε να διευκολύνουμε τη ζωή τους».
Το «LUPUS» είναι το δεύτερο άλμπουμ του, είχε προηγηθεί το «Σέρρες» που κυκλοφόρησε το 2020 και γράφτηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Σε αυτό ο Γιώργος άφησε στην άκρη το κλαρίνο, από το οποίο είχε γίνει πιο γνωστός, και έπαιξε αποκλειστικά φλάουτο, για να πάρει την εκδίκησή του, όπως αναφέρει.
«Όλα αυτά τα χρόνια σε όποια σχήματα πήγαινα, όταν έλεγα ότι παίζω φλάουτο και κλαρίνο όλοι μου λέγανε όχι φλάουτο, μόνο κλαρίνο. Οπότε λέω “έτσι είστε όλοι; Ορίστε, το πρώτο μου άλμπουμ θα είναι μόνο φλάουτο”».
Ο Γιώργος κατάγεται από τις Σέρρες και έχει μάθει φλάουτο και κλαρίνο.
«Είμαι μισός Βλάχος, από την πλευρά της μητέρας μου, και μισός Νταρνάκας, από την πλευρά του πατέρα μου. Οι Νταρνάκες είναι πολύ γλεντζέδες και χωρατατζήδες ως φυλή και μου αρέσει να σκέφτομαι ότι με κάποιον τρόπο έχω επηρεαστεί από αυτούς, και έχω ενσωματώσει αυτά τα στοιχεία στη μουσική μου. Το ότι είμαι φωνακλάς σίγουρα το έχω πάρει από αυτήν την πλευρά. Το βλάχικο σύμπαν, όμως, είχε καθοριστική επιρροή πάνω μου, καθώς ξεκίνησα χορό από μικρός στον Σύλλογο Βλάχων “Γεωργάκης Ολύμπιος” και έπειτα έκανα μουσική με τον Σταύρο Βασδέκη – αυτή είναι και η μουσική μου αφετηρία κατά κάποιον τρόπο. Θυμάμαι, γυρνώντας από το μάθημα φλογέρας στο σπίτι, να σταματάω σε ένα πεζούλι και να παίζω φλογέρα – η ηχώ με μάγευε. Αυτή ήταν κάπως η αρχή της αγάπης μου για τη μουσική και τη διαρκή αναζήτηση της ομορφιάς μέσα από τον ήχο. Βέβαια, όταν αγοράσαμε φλάουτο για να ξεκινήσω, το γύρισα πίσω την επόμενη μέρα, γιατί νόμισα ότι ήταν χαλασμένο, αφού δεν μπορούσα να βγάλω ήχο όπως στη φλογέρα, που έπαιζα εύκολα τότε. Έπειτα πήγα στο Μακεδονικό Ωδείο αρχικά κι έπειτα στο Κρατικό Ωδείο με δάσκαλο τον Νικολό Δημόπουλο· παράλληλα συνέχιζα και παραδοσιακό κλαρίνο με τον Σταύρο Βασδέκη στον Σύλλογο Βλάχων. Αυτοί οι δυο μου δάσκαλοι είναι οι μεγαλύτερες μουσικές μου επιρροές. Μέχρι τα 30 μου ένιωθα λίγο σαν διχασμένη προσωπικότητα, δηλαδή ήμουν φλαουτίστας κλασικός και κλαριντζής παραδοσιακός. Κατά καιρούς έπρεπε να σταματάω το ένα και να ασχολούμαι μόνο με το άλλο. Με τον καιρό όμως άρχισα να ανακατεύω τις τεχνικές, έπαιρνα κάτι από τον κόσμο της κλασικής και το έβαζα στο κλαρίνο και το αντίστροφο, και μου άρεσε αυτό που άκουγα. Δυσκολεύτηκα πολύ να τα ισορροπήσω. Με τραβούσαν και τα δύο όμως και αποφάσισα μετά τα 30 να προσπαθήσω να τα φέρω πιο κοντά».
Συνήθως προσεγγίζει τη μουσική μέσα από μια αφηγηματική σκοπιά, «κουσούρι» που του έχει μείνει από τις μέρες που είχε απογοητευτεί με τη μουσική και είχε πάει στο Λονδίνο για σπουδές σκηνοθεσίας. «Όταν γύρισα στην Ελλάδα για διακοπές και για να παρακολουθήσω ένα σεμινάριο παραδοσιακού κλαρίνου με τον Αρκαδόπουλο, είδα τον ήλιο και είπα μέσα μου “τι τρέλες είναι αυτές”, και αποφάσισα να επιστρέψω οριστικά στην Ελλάδα και να συνεχίσω με την ελληνική μουσική. Όταν τελείωσα και με τη Μουσικολογία στη Θεσσαλονίκη, συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να κάνω πάρα πολλά πράγματα σε αυτήν την πόλη. Έπαιζα σε γάμους, σε γλέντια και λιγότερο σε συναυλίες, και ταυτόχρονα έκανα και λίγο πιο πειραματικά πράγματα, αλλά αυτό δεν πήγαινε πολύ καλά. Καταλάβαινα ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι μεγαλύτερο στη Θεσσαλονίκη, εκεί είναι πολύ συγκεκριμένα τα πράγματα. Οπότε ήρθα στην Αθήνα με το σκεπτικό να δραστηριοποιηθώ πιο πολύ στις συναυλίες αλλά και στη σύνθεση μουσικής. Ήμουν τυχερός επειδή αμέσως μπήκα στο σχήμα της Μελίνας Κανά».
Έχει το συγκρότημα Local Heroes, ένα καινούργιο σχήμα που έχει φτιάξει με φίλους και παίζουν ένα υβρίδιο Balkan jazz. Επίσης έχει γράψει μουσική για τον κινηματογράφο και το θέατρο – έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Παπαγεωργίου και με τον Βασίλη Παπαβασιλείου, με την drag queen Kangkela Tromokratish στη μουσική κάποιων τραγουδιών της και με τα ΦΥΤΑ στο «ΥΓΡΑ».
Με τη γυναίκα του, την ηθοποιό Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, γνωρίστηκαν όταν έπαιξε στο θέατρο, στην «Οπερέτα» του Νίκου Καραθάνου. «Η Μαρίσσα μού λέει πως όταν ακούει τη μουσική μου, ηρεμεί και χαλαρώνει. Βρίσκει μια ήρεμη ενέργεια εκεί μέσα και επικοινωνεί, συνδέεται με αυτήν. Επειδή στην καθημερινότητα είμαι πολύ νευρικός στις κινήσεις μου και μιλάω πάντα δυνατά, στη μουσική μου συναντάει μια άλλη μου πλευρά που της αρέσει πολύ. Άλλωστε, όπως λέει, έτσι ξεκίνησε η αγάπη της για μένα! Μου λέει συχνά ότι στις πρόβες της παράστασης “Οπερέτα” με άκουγε να παίζω και έβρισκε στον ήχο μου και στην έκφραση μου κάτι πολύ αγνό και όμορφο. Μετά, όταν με γνώρισε καλύτερα, δυσκολευόταν να πιστέψει πως αυτός ο φασαριόζος φωνακλάς συνδεόταν με εκείνο που άκουγε στον ήχο μου. Παλιά έλεγα χαριτολογώντας ότι είμαι φλαουτίστας με υπαρξιακά προβλήματα και κλαριντζής με ψυχολογικά. Τώρα δεν μπορώ να πω ότι ανήκω περισσότερο σε κάποιο από τα δυο αυτά όργανα, και με τα δυο συντονίζομαι, αν και παίζω περισσότερο κλαρίνο. Η ένοχη απόλαυσή μου όμως μουσικά είναι το μπουζούκι!».
Yorgos Dousos - Restless
«Πώς βλέπεις τη σημερινή ελληνική μουσική και τη θέση της παραδοσιακής μουσικής μέσα σε αυτή»;
«Η ελληνική μουσική σήμερα έχει μεγάλο πλούτο. Το επίπεδο των μουσικών και των δημιουργών είναι πολύ υψηλό, αλλά υπάρχει και μια αντίθεση σε αυτό ακριβώς το σημείο. Καθώς υπάρχει μια μεγάλη αναβάθμιση στην ποιότητα της γνώσης και στην τεχνική ταυτόχρονα, είναι υπερβολικά δύσκολο να βρεις λίγο χώρο να παρουσιάσεις τη δουλειά σου, ειδικά αν είσαι δημιουργός, με αποτέλεσμα πολύ γρήγορα να χάνονται ο αυθορμητισμός και ο ενθουσιασμός, και να δίνουν της θέση τους στην απογοήτευση και την πίκρα. Οι περισσότεροι μουσικοί σήμερα αναγκάζονται να κάνουν κι άλλες δουλειές για να μπορούν να ζήσουν και αυτό είναι πολύ δυσάρεστο. Η σχέση μου με την παραδοσιακή μουσική έχει περάσει από διάφορα στάδια. Τελευταία έχω ξεκινήσει το διδακτορικό μου στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με επιβλέποντα καθηγητή τον Μάνο Αχαλινωτόπουλο και θέμα τη διδασκαλία του λαϊκού κλαρίνου. Αυτή η τριβή και εμβάθυνση στις έννοιες της παράδοσης και του οργάνου μού έχει δημιουργήσει καινούργιες σκέψεις για τη στάση μου απέναντι στη μουσική. Από πάντα μου άρεσε βέβαια η δημιουργία, η προσωπική προσέγγιση και ερμηνεία στα πράγματα, είτε είναι μια παραδοσιακή μελωδία είτε ένα κλασικό έργο. Η έννοια της παράδοσης ως κάτι στατικό που πρέπει να αναπαραχθεί πιστά και με σεβασμό μού φαινόταν πάντα προβληματική, δεδομένου ότι η μουσική πάντα εξελίσσεται και προχωράει. Μου ταιριάζει περισσότερο μια στάση δημιουργική, με όλη την αβεβαιότητα, τον πειραματισμό και τη συγκίνηση που προσφέρει».
«Τι θα άλλαζες στη μουσική σκηνή σήμερα; Υπάρχει κάτι που σε προβληματίζει;»
«Πιστεύω ότι έχει γίνει αρκετά προσωποκεντρική, οργανώνεται γύρω από το πρόσωπο του τραγουδιστή κυρίως. Αυτό έχει κορυφωθεί τελευταία με όλα αυτά τα τηλεοπτικά σόου με νέους και φιλόδοξους τραγουδιστές και έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη σεβασμού απέναντι στους μουσικούς και στους επαγγελματίες του χώρου· έχει και οικονομικό αντίκτυπο. Επίσης, δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη στήριξη από κρατικούς φορείς για τη μουσική. Είμαστε πολύ εκτεθειμένοι. Στις πρόβες πλέον δεν πληρωνόμαστε και δεν είμαστε ασφαλισμένοι σχεδόν ποτέ. Πρέπει να είσαι σε 3-4 σχήματα και να παίζεις συνεχώς, και πάλι δεν είναι αρκετό. Η εκπαίδευση φαίνεται να είναι μια διέξοδος επαγγελματική για αρκετούς, αλλά και εκεί επικρατεί ένα χάος με την κατάσταση των πτυχίων, δεν ξέρουμε ποια όργανα είναι αναγνωρισμένα και ποια όχι. Όποια λύση επιχειρείται να δοθεί πάντα είναι επιφανειακή και πρόχειρη, και δεν βοηθάει εν τέλει. Αν προσθέσεις σε αυτό και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, με την ακρίβεια που έχει φτάσει σε τρομακτικά επίπεδα, η όλη ιδέα του να είσαι μουσικός και να ζεις από τη μουσική μοιάζει με ουτοπία. Εδώ ο κόσμος προτιμάει πάντα αυτό που ήδη γνωρίζει, όχι κάτι καινούργιο. Θέλουμε κάποιος να μας επιβεβαιώσει ότι κάτι είναι καλό στη μουσική για να το αποδεχτούμε».
Bandcamp: yorgosdousos.bandcamp.com
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.