Η Ιταλίδα εικαστικός Αλέσια ντε Πασκουάλε, μαζί με τον αρχιτέκτονα Διονύση Σοτοβίκη, στήνουν ένα σπίτι-πεδίο πειραματισμού που λειτουργεί περισσότερο ως ιδέα παρά ως καταφύγιο. Μπαίνω και είναι σαν να μεταφέρομαι σε έναν άλλο τόπο: έχει δημιουργήσει ένα εντελώς δικό της καλλιτεχνικό σύμπαν. Πρόκειται για ένα ρετιρέ που όμοιό του δεν υπάρχει: σπάει τους κανόνες και γυρίζει τη φόδρα του γενναία προς τα έξω.
Το ταβάνι είναι μνήμη σε αποσύνθεση. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ωραίο στοιχείο του: δεν προσποιείται τίποτα. Δεν κρύβει τις ρωγμές του, δεν σβήνει τα σημάδια του χρόνου. Τα αφήνει όλα εκεί –ακόμα και γυμνές κολόνες–, σαν μια ήσυχη υπενθύμιση πως η ομορφιά δεν είναι πάντα λεία.
Η πολυκατοικία στην πλατεία Αμερικής είναι της δεκαετίας του 1960, όμως ο χώρος έχει κάτι από το σήμερα και το αύριο. Είναι σχεδόν ενιαίος, χωρίς διαδρόμους και μικρά, ξεχωριστά δωμάτια. Στο κέντρο, μια κολόνα. Η τραπεζαρία μοιάζει να την αγκαλιάζει, σχεδιασμένη έξυπνα από τον Διονύση, με όλες τις αρετές της λιτότητας. Γύρω της καρέκλες διαφορετικές. Κάποιες πολύ ιδιαίτερες και design τις βρήκαν στο Marketplace, τις άλλες τις έφεραν από το Λονδίνο. Το μάτι μου πέφτει σε ένα μικρό γούνινο παπάκι-παιχνίδι της δεκαετίας του ’60. Το βρήκαν, μου λέει, τυχαία στον Ελαιώνα.
«Γι’ αυτό το μπαλκόνι διάλεξα το διαμέρισμα. Δες το φως. Τον ουρανό». Και πράγματι, το μπαλκόνι μοιάζει να θέλει να φτάσει τον ουρανό. Σε κάνει να νιώθεις ψυχική ανάταση.
Το πρώτο πράγμα που τη ρωτάω είναι γι' αυτή την τόσο αρμονική συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Διονύση Σοτοβίκη. Ήταν γείτονες και έγιναν φίλοι. Δεν θα έπαιρνε ποτέ το θάρρος να του ζητήσει να τη βοηθήσει, τα οικονομικά της δεν θα της το επέτρεπαν. Τον κάλεσε όμως μια μέρα για πρωινό και, καθώς του μιλούσε για τις ιδέες της, εκείνος τη ρώτησε ανοιχτά αν θέλει τη βοήθειά του· να δημιουργήσουν μαζί αυτόν τον χώρο σαν ένα πρότζεκτ σε εξέλιξη.
«Αισθάνεσαι τυχερή;» τη ρωτάω. «Σίγουρα. Στο Λονδίνο αυτό δεν θα γινόταν ποτέ. Ο Διονύσης δεν χρειαζόταν εμένα, ήταν ήδη γνωστός. Το έκανε μόνο γιατί αγάπησε την ιδέα. Μου το έκανε δώρο και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό», λέει.
Η Αλέσια μένει μαζί με τον φίλο της, επίσης εικαστικό. Τη ρωτάω αν είναι δύσκολο να κατοικούν σε ένα σπίτι που μοιάζει με art project. «Καθόλου. Είναι απόλυτα φυσικό, γιατί εκφράζει αυτό που είμαστε. Είναι το διαμέρισμά μας και μας γεμίζει έμπνευση και ενέργεια».
Πρωταγωνιστικό ρόλο στον χώρο της έχει το γλυπτό-κάθισμα, μια πολυθρόνα από ξύλο, καθρέφτη και ίνοξ. Τη σχεδίασε η Αλέσια και την ονόμασε «The compromise». Της λέω ότι θέλω μια όμοια και ρωτάω αν μπορώ να καθίσω. Μου λέει ότι αντέχει. Για κάθισμα έχει ράψει ένα μπουφάν – υπάρχει μάλιστα και μια γουστόζικη λεπτομέρεια: μπορείς, ενώ κάθεσαι, να φορέσεις το ένα μανίκι. «Δεν έχω δει πιο κουλ πολυθρόνα», μονολογώ.
Παρατηρώ ότι έχουν βάλει τις παλιές πόρτες του σπιτιού ως διακοσμητικό πάνελ που χωρίζει τον κυρίως χώρο από τον ξενώνα. Της αρέσουν τα παλιά τζάμια με τα πουλιά, έτσι όπως αντανακλούν το φως. Αρχικά με τον Διονύση τις έβαλαν στο μπαλκόνι, αλλά διαπίστωσαν ότι με τον αέρα δεν θα άντεχαν. Έτσι τις έβαλαν στο καθιστικό ως παραβάν
Τη ρωτάω πώς αποφάσισε να έρθει να ζήσει στην Αθήνα. «Ζούσαμε δεκαπέντε χρόνια στο Λονδίνο. Θέλαμε να φύγουμε από μια τόσο μεγάλη πόλη, να έχουμε καλύτερη ποιότητα ζωής. Είμαστε καλλιτέχνες και αυτό μας δίνει την ελευθερία να δουλεύουμε από όπου θέλουμε. Στο Λονδίνο όλα είναι ακριβά, ο καιρός άθλιος και, τελικά, ούτε από πλευράς κουλτούρας μάς ταίριαξε ιδιοσυγκρασιακά. Ήμασταν ανάμεσα στη Λισαβόνα και την Αθήνα και τελικά ήρθαμε πριν από οκτώ χρόνια εδώ».
«Γιατί στην Κυψέλη;» «Ένας φίλος μάς προέτρεψε. Μας είπε ότι εδώ γίνονται οι καλλιτεχνικές ζυμώσεις, ότι θα γίνει η επόμενη ενδιαφέρουσα γειτονιά. Τα Εξάρχεια είναι ακριβά, οπότε είπαμε να έρθουμε εδώ. Αποδείχτηκε τέλεια επιλογή». «Τι αγαπάτε στην Κυψέλη;» τη ρωτάω. «Σχεδόν τα πάντα. Είναι όλοι οι φίλοι μας κοντά, έχουμε φτιάξει μια μικρή κοινότητα. Στο Λονδίνο για να δεις κάποιον φίλο ήθελες πάνω από μία ώρα. Τώρα περπατάς και κερδίζεις χρόνο. Αυτό ονομάζω εγώ ποιότητα ζωής», λέει. «Πώς θα περιέγραφες το διαμέρισμα;». «Απρόβλεπτο. Αλλά αν με γνωρίσεις, θα πεις ότι αυτό είναι το σπίτι μου. Οι φίλοι μου το βρίσκουν ίδιο με μένα». Τη ρωτάω αν είναι ένα κοινωνικό σπίτι. Ναι, τους αρέσει να μαγειρεύουν και να καλούν κόσμο.
Θέλω να μάθω για τον καφέ δερμάτινο καναπέ της. Μου εξηγεί ότι δεν τον έχει σχεδιάσει απλώς, τον έχει φτιάξει κομμάτι κομμάτι μέσα σε αυτό το σπίτι. Μου δείχνει κι άλλα γλυπτά της, όλα μοναδικά. Μου δίνουν την αίσθηση του shibari, του γιαπωνέζικου τρόπου δεσίματος.
Τα καλοριφέρ έχουν μείνει όπως ήταν και κρατούν κάτι από το χθες που, παραδόξως, δεν φαίνονται παράταιρα αλλά στέκονται στο σήμερα με δυναμισμό.
Εντυπωσιάζομαι με την μπανιέρα που είναι εξ ολοκλήρου ντυμένη με καθρέφτες – δεν έχω δει σε περισσότερες εκδοχές τον εαυτό μου. Η τουαλέτα είναι «κρυμμένη» – της αρέσει το παιχνίδι μεταξύ κρυφού και φανερού. Η μαύρη κουζίνα κλείνει με μια μεταλλική πόρτα, δίνοντας την εντύπωση ότι εξαφανίζεται πίσω από αυτήν. Και το υπνοδωμάτιο, με το κρεβάτι στο πάτωμα, έχει κάτι από Ιαπωνία, μια ζηλευτή λιτότητα.
«Πού αράζεις πιο πολύ στο σπίτι;» τη ρωτάω. Μου απαντά πως δεν έχει μόνο έναν χώρο, το χαίρεται όλο το σπίτι. Αναρωτιέμαι αν θα αποφάσιζε να ασχοληθεί με το interior. «Μου αρέσει», λέει, «το έχω κάνει, αλλά δεν είναι για όλους. Έχω ένα προσωπικό γούστο που για να το αποδεχτεί κάποιος θέλει τσαγανό».
Βγαίνουμε στο μπαλκόνι και μου εξομολογείται: «Γι’ αυτό το μπαλκόνι διάλεξα το διαμέρισμα. Δες το φως. Τον ουρανό». Και πράγματι, το μπαλκόνι μοιάζει να θέλει να φτάσει τον ουρανό. Σε κάνει να νιώθεις ψυχική ανάταση. Κι εκεί, βλέπεις μια γαλάζια μπανιέρα, τόσο απρόβλεπτη και τόσο ταιριαστή. «Ποιος σκέφτηκε να βάλει μια μπανιέρα στο μπαλκόνι;» απορώ. Με κοιτάζει σαν να την έπιασα να κάνει σκανταλιά.
Η Αλέσια αφήνει τον χώρο να αλλάζει. Τα αντικείμενα μετακινούνται, δοκιμάζονται, επιστρέφουν αλλιώς. Ο Διονύσης δίνει ένα πλαίσιο χωρίς να τον περιορίζει. «Ποιο είναι το πιο πολύτιμο αντικείμενο στο σπίτι; Αν έπρεπε να κρατήσεις μόνο ένα πράγμα, ποιο θα ήταν;» τη ρωτάω. Μου λέει ότι δεν δένεται με αντικείμενα. Μόνο το αγόρι της θα έπαιρνε μαζί και δεν θα κοιτούσε πίσω. Φεύγω και για ακόμα μια φορά νιώθω ότι είναι εκλεκτή τύχη που κάνω αυτήν τη δουλειά. Γιατί κάποια από τα σπίτια που επισκέπτομαι είναι κάτι συνολικότερο, ένας άλλος τρόπος να βλέπεις τα πράγματα.
.