ΤΟ RSO ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ βρίσκεται στο νοτιοανατολικότερο άκρο της πόλης, δεξιά του Neukölln, γι’ αυτό λίγοι locals που γνωρίζω το έχουν δει από κοντά. Kαι είναι κρίμα, μια και πρόκειται για ένα από τα καλύτερα techno clubs της Ευρώπης και, στο μυαλό μου τουλάχιστον, είναι το δεύτερο πιο σημαντικό του Βερολίνου μετά τον «ναό», ήτοι Berghain, με το οποίο και μοιράζεται ενίοτε την ίδια αψυχολόγητη και απρόβλεπτη πόρτα.
Στην πράξη, δεν βρίσκεται και τόσο μακριά, μερικές μόνο στάσεις από το κέντρο με την κλασική γραμμή S9 της S-Bahn και λίγο περπάτημα. Το επιβλητικό καφέ κτίριο στον ορίζοντα, που μοιάζει με κάστρο, τραβά αμέσως το βλέμμα όσο το πλησιάζεις. Είναι μια αναδιαμορφωμένη, παλιά μπιραρία του 19ου αιώνα. Φτάνοντας σχετικά περασμένη ώρα, Κυριακή απόγευμα, δεν ταλαιπωρούμαστε με ουρές ή εξονυχιστικές ερωτήσεις στην είσοδο· σύντομα βρίσκομαι μέσα, να περιεργάζομαι τον δαιδαλώδη χώρο, που απαιτεί βέβαια λίγη εξοικείωση την πρώτη φορά, για να μη χαθείς.
Το έχουν χαρακτηρίσει ως straight-oriented και μικρών ηλικιών Berghain, και εύκολα καταλαβαίνω το γιατί. Έχει σίγουρα ένα πολύ διαφορετικό fanbase, πράγμα που δεν είναι απαραίτητα κακό. Τουναντίον, το vibe του είναι χαλαρό και λιγότερο ελιτίστικο. Συχνάζουν ως επί το πλείστον ντόπιοι νεαροί.
Το ύφος του είναι αναμφίβολα βιομηχανικό, σκοτεινό, μα φρέσκο, πατάει στο τώρα – εξάλλου το club μετρά μετά βίας πέντε χρόνια λειτουργίας. Στο εσωτερικό του υπάρχουν άφθονα rest areas και τουαλέτες που χρειάζονται πολύ κόσμο για να γεμίσουν, και στο υπόγειο dark rooms. Σε κάθε περίπτωση, το club φωνάζει πως απευθύνεται σε όσους θέλουν να περάσουν εκεί πολλές ώρες και ακροβατεί πολύ ισορροπημένα ανάμεσα στο underground και στο σύγχρονο.
Τα stages είναι τρία, το κύριο, Robus, το δευτερεύον και μικρότερο Summe, που την ώρα που πήγαμε είχε ήδη σταματήσει, και το καλοκαιρινό Opan, στην ταράτσα. Τους χειμερινούς μήνες, κυρίως στο πρώτο θα περάσεις τον χρόνο σου. Ο χώρος είναι ψηλοτάβανος και σου δίνει γενικά την αίσθηση της άνεσης, ενώ η θερμοκρασία στο dancefloor είναι αυτή που πρέπει.
Τα μινιμαλιστικά, πολύχρωμα LEDs και τα φωτορυθμικά στην οροφή σε ψυχρές μοβ αποχρώσεις, σε συνδυασμό με το απομακρυσμένο booth και το συγκλονιστικό tailor-made ηχοσύστημα της Kirsch, σε βάζουν απευθείας στο κλίμα. Ιδίως το κομμάτι του ήχου αξίζει να τονιστεί λίγο περισσότερο, μια και είναι ίσως ο καλύτερος που έχω συναντήσει μέχρι στιγμής σε techno club – τις δονήσεις του πραγματικά τις νιώθεις προτού τις ακούσεις.
Παρά τα λίγα χρόνια λειτουργίας του, το RSO έχει ήδη φιλοξενήσει πολλά δημοφιλή πάρτι του Heisss και του SESH Berlin, μα τη φήμη του την απέκτησε γιατί έχει γίνει το σπίτι των «We are not alone», των πάρτι που επιμελείται μία από τις επιδραστικότερες φιγούρες της ηλεκτρονικής μουσικής, η Ellen Allien.
Το έχουν χαρακτηρίσει ως straight-oriented και μικρών ηλικιών Berghain, και εύκολα καταλαβαίνω το γιατί. Έχει σίγουρα ένα πολύ διαφορετικό fanbase, πράγμα που δεν είναι απαραίτητα κακό. Τουναντίον, το vibe του είναι χαλαρό και λιγότερο ελιτίστικο. Σε κάθε περίπτωση, το mood είναι κορυφαίο, δεν υπάρχουν ενοχλήσεις, φασαρία ή σπρωξίματα· συχνάζουν ως επί το πλείστον ντόπιοι νεαροί. Η βραδιά που πήγαμε ήταν το φινάλε ενός minimal-techno party series του ίδιου του RSO ονόματι VERTX. Μάλιστα πρωταγωνιστούσε στο line-up η δική μας Anné, την οποία δυστυχώς δεν προλάβαμε.
Ακούσαμε λίγο από το φοβερό κλείσιμο της ανερχόμενης NEUX, που όχι τυχαία τράβηξε από νωρίς το ενδιαφέρον του Ben Klock, και έκτοτε τον ακολουθεί στα πάρτι του, τα Photon. Κύριο όνομα, όμως, για τη δική μας βραδιά ήταν η Juliana Huxtable, που άκουσα για πρώτη φορά. Το τετράωρο σετ της ήταν γεμάτο ένταση και ροή, χωρίς παύσεις και κοιλιές, και ταίριαζε γάντι στο μαγευτικό αυτό ηχοσύστημα που μιλούσε απευθείας στην ψυχή σου. Τη βραδιά έκλεισε η local Vinvar σε πιο ήρεμους τόνους. Έφυγα τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας, φανερά ικανοποιημένος από την απόφασή μου να επισκεφθώ το RSO.
Για οποιονδήποτε πάει στο Βερολίνο για clubbing, το RSO πρέπει να βρίσκεται στην κορυφή της shortlist του – η έλλειψη τουριστών μαρτυρά πως συνήθως δεν είναι. Πέρα απ’ όσους λόγους έχουμε ήδη πει, μένει πιστό στα χαρακτηριστικά ευέλικτα after hours ωράρια του Βερολίνου (ανοιχτό για τριάντα ώρες από Σάββατο βράδυ έως Δευτέρα πρωί) και κυρίως είναι ένα club σύγχρονο, που δεν προσπαθεί να μιμηθεί κανένα άλλο. Γι’ αυτό η ανάμνηση που σου μένει τελικά είναι ξεχωριστή και χωρίς να το καταλάβεις έχεις κανονίσει πότε θα ξαναπάς.