H ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ από κατασκευής της έχει τα περισσότερα υποείδη σε σύγκριση με κάθε άλλη μουσική (λόγω της ψηφιακής της φύσης και των αναρίθμητων μηχανημάτων, συνδυασμών και τρόπων παραγωγής της)· έτσι και η τέκνο, και δη μετά την εκ νέου έκρηξη της δημοτικότητάς της στα τέλη των ’10s. Έγινε mainstream, αντικατέστησε πολλές φορές στα μεγάλα stages την EDM κι αυτό οδήγησε φυσικά στην άνθηση νέων ειδών ή στην εδραίωση άλλων που παλιά θεωρούνταν niche. Η εξέλιξη στη μουσική είναι πάντα κάτι καλό και αναπόφευκτο, μια και τίποτα δεν μένει ίδιο στον χρόνο, και σίγουρα βοηθά στο να δημιουργείται κάτι για όλους.
Μεγάλος κερδισμένος τα τελευταία χρόνια ήταν η hard techno, η οποία έλυνε δύο βασικά «θέματα» της τέκνο, αύξανε την ένταση και τα BPMs, επομένως τράβηξε και νέα δημογραφικά. Κορυφαίοι στον χώρο, όπως ο Perc, ο DJ Rush ή η Paula Temple, υπογραμμίζουν ότι η hard techno δεν είναι σημείo των καιρών αλλά υπήρχε από τα early ’00s.
Είκοσι χρόνια μετά, όσοι αντιλήφθηκαν τα λεφτά που κρύβονταν στην εξέλιξή της αυτή, ικανοί DJs όπως ο Moreno, ο Trym ή ο Hate Models, παρά τις ικανότητές τους, άλλαξαν ευθύς αμέσως τον ήχο τους σε κάτι πιο εύπεπτο και ποπ και κατέκτησαν τη σκηνή. Live, άρχισαν να θυμίζουν πολλές φορές τέκνo συναυλία και όχι DJ set, με τόσους στίχους και διακοπές στη ροή. Το κοινό, από ετερόκλητο, έγινε πολύ συγκεκριμένο: κυρίως νέοι κάτω των 25.
Από πότε έγινε αποδεκτό ένα σετ να είναι τρία τραγούδια ανά ώρα και ένα sample να παίζει από πίσω με μικροαλλαγές εδώ κι εκεί, ίσα ίσα για να μη θυμίζει ραδιόφωνο;
Η σκηνή έφθινε κι άλλο με τα χρόνια, με πολλά στοιχεία των hardcore και hardstyle (που ανήκουν στην ευρύτερη EDM και όχι στην τέκνo) να ενσωματώνονται στην ευρύτερη ομπρέλα της hard techno, και το τελικό αποτέλεσμα δεν θυμίζει σε τίποτα τους αυθεντικούς ήχους του Detroit ή του Βερολίνου. Τέτοιοι DJs ξεπηδούν πλέον τόσο γρήγορα που δεν τους προλαβαίνεις και τα σετ τους συνήθως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια γρήγορη σε ρυθμό φασαρία με εκνευριστικά drops κάθε δεύτερο τραγούδι.
Στην άλλη όχθη κυριαρχεί ο minimal ήχος, όπως τον υπογράφει ο «ναός», το Berghain, που παρεμπιπτόντως καμία πρόθεση δεν έχω να υποτιμήσω. Ακριβώς επειδή κινδυνεύει να χάσει τον χαρακτήρα του απέναντι σε τόσες εμπορικές προχειρότητες –είτε φεστιβάλ είτε κλαμπ–, προσπαθεί να γαντζωθεί από ό,τι το έκανε κάποτε πετυχημένο, τη στιγμή που η τέκνο βιομηχανία απομακρύνεται συνεχώς από την ταυτότητά της. Τίποτα το μεμπτό σε αυτό. Ωστόσο είναι αξιοπρόσεκτο πώς τόσο τα releases του Ostgut Ton όσο και η Berlin techno με τη σειρά της παράγουν συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, χωρίς προοπτική για ποικιλία.
Από πότε έγινε αποδεκτό ένα σετ να είναι τρία τραγούδια ανά ώρα και ένα sample να παίζει από πίσω με μικροαλλαγές εδώ κι εκεί, ίσα ίσα για να μη θυμίζει ραδιόφωνο; Δεν μπορώ να μην αναφερθώ και σε πολλά πρόσφατα παραδείγματα που έχουμε ακούσει στην Αθήνα, όπως αυτά του Rødhad, του Fadi Mohem, του Rene Wise, της Beste Hira, του Freddy K και πολλών άλλων του είδους, από τα οποία έλειπε κάθε δυναμισμός, ροή και διάθεση. Και δεν υπαινίσσομαι ότι δεν είναι σπουδαίοι DJs, όμως ανήκουν στους εκλεκτούς που είναι πάντα στο απυρόβλητο, όσο αδιάφορο σετ κι αν παίξουν.
Είναι ένας τέκνo ελιτισμός· η minimal έχει καταλήξει να γίνει κάτι σαν το έντεχνο της τέκνo και γεννήθηκαν και οι τέκνο σνομπ, όσοι θεωρούν πως το γούστο τους είναι ανώτερο των υπολοίπων και αποκηρύσσουν κάθε παρέκκλιση από τον ήχο που οι ίδιοι βαφτίζουν αυθεντικό. Εδώ υπεισέρχεται και η γενικότερη δαιμονοποίηση του εμπορικού, λες και οι πιο commercial DJs δεν δούλεψαν σκληρά για να φτάσουν στην κορυφή.
Μάλιστα, θυμάμαι πέρσι που περίμενα γεμάτος ενθουσιασμό να ακούσω στο Berghain τον θρύλο DVS1 σε ένα μέρος που του αξίζει, μόνο και μόνο για να παίξει την ίδια λούπα επί τέσσερις ώρες και να χαλάσει τελείως το mood. Το σετ ήταν άρτιο τεχνικά, μα ήταν προορισμένο για εκείνον, δεν προσπαθούσε ούτε να ψυχαγωγήσει ούτε να περάσουν καλά οι κλάμπερ – πράγμα που, στο κάτω κάτω, είναι το βασικό ζητούμενο.
Η ειρωνεία είναι πως μπορεί κανείς να ακούσει πλέον μακράν καλύτερη Berlin techno στη Γεωργία παρά στη Γερμανία. Δεν χρειάζεται να βασιστείτε στον λόγο μου, μπορείτε να το διαπιστώσετε και οι ίδιοι από κοντά. Και όλα αυτά τα τόσο όμορφα σετ είναι από μικρούς local DJs, όχι από ονόματα βαριά, ακριβώς επειδή έχουν τόση όρεξη να δώσουν πράγματα στο κοινό, να προσπαθήσουν, να πειραματιστούν.
Εν τέλει, η πόλωση αυτή αφήνει τη μέση κάπως εκτεθειμένη και με λιγότερους εκπροσώπους. Είναι σαφές ότι γίνεται να μείνεις πιστός στην ουσία, εκσυγχρονίζοντας όμως τον ήχο σου και προσαρμόζοντάς τον στην εποχή. Το μέλλον δεν είναι απαραίτητα ζοφερό για την τέκνο, τουναντίον. Δειλά δειλά γεννιέται μια νέα γενιά καλλιτεχνών, όπως ο Ignez, ο Alarico, o Yanamaste, o Chlär, ο Quelza, η Inox Traxx, η Anné και πολλοί άλλοι, που καταφέρνουν ακριβώς αυτό: να ξέρουν να μιξάρουν φανταστικά και παράλληλα να προσφέρουν έναν ήχο καινούργιο, μοντέρνο, δικό τους και αδιαμφισβήτητα τέκνο.