Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΑΝΩΛΗΣ (ή «μαύρου θανάτου»), όπως δείχνει ο ιστορικός Τόμας Άσμπριτζ στη νέα ενδελεχή μελέτη του, έχει πολλές ομοιότητες με την πανδημία του Covid-19, αποδεικνύει όμως επίσης πόσο τυχεροί –σχετικά– ήμασταν πριν από μερικά χρόνια. Η πανώλη ήταν απείρως πιο θανατηφόρα από τον κορωνοϊό και μεταξύ 1346 και 1353 εξολόθρευσε τον μισό πληθυσμό των περιοχών στις οποίες εξαπλώθηκε. Περίπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους: ήταν, όπως σημειώνει ο Άσμπριτζ στο βιβλίο του, που έχει τίτλο «The Black Death: A Global Story» («Μαύρος Θάνατος: Μια παγκόσμια ιστορία»), «η πιο θανατηφόρα φυσική καταστροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας». Αν ένα παθογόνο με παρόμοιο ποσοστό θνησιμότητας εξαπλωνόταν σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο, δισεκατομμύρια άνθρωποι θα μπορούσαν να χάσουν τη ζωή τους.
Η κοινωνία στο σύνολό της δεν κατέρρευσε: ενώ ορισμένοι εγκατέλειψαν τα μέλη της οικογένειάς τους που αρρώστησαν στο έλεος του Θεού, οι περισσότεροι δεν το έκαναν, και οι βασικές δημόσιες λειτουργίες συνεχίστηκαν.
Η πανώλη, υποστηρίζει ο ιστορικός, είχε παγκόσμιο και οικουμενικό χαρακτήρα σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι συνήθως πιστεύεται: «Δεν ήταν αποκλειστικά, ούτε καν κυρίως, ευρωπαϊκό φαινόμενο, αλλά μάλλον μια καταστροφή που έπληξε σχεδόν ολόκληρο τον μεσαιωνικό κόσμο». Ο συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη από τη Σικελία στην Αίγυπτο, όπου παρατηρητές είδαν «πτώματα διάσπαρτα κάτω από φοίνικες και μπροστά από καταστήματα», στη Μασσαλία όπου είδαν ανθρώπους που «έφτυναν αίμα», στη Συρία, στην Ισπανία, στη Σουηδία και μέχρι τη Ρωσία. Στοιχεία που αποκαλύπτουν ξαφνική μείωση του πληθυσμού στην Γκάνα, τη Νιγηρία και την Μπουρκίνα Φάσο υποδηλώνουν ότι ο «μαύρος θάνατος» εξαπλώθηκε στα βάθη της αφρικανικής ηπείρου. Σίγουρα έπληξε την Τύνιδα, όπου ο λόγιος Ιμπν Χαλντούν επέζησε για να γράψει ότι οι θανατηφόρες επιδημίες έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην άνοδο και την πτώση των πολιτισμών.
Η καταγραφή προκαλεί τρόμο και οίκτο, εστιάζοντας σε αυτό που ο ιστορικός αποκαλεί «μικροϊστορίες» συγκεκριμένων ατόμων που βρέθηκαν μπλεγμένα στη φρίκη και προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η πριγκίπισσα Ιωάννα της Αγγλίας, κόρη του Εδουάρδου Γ΄, προσβλήθηκε από την πανώλη στο Μπορντό και πέθανε σε ηλικία μόλις 14 ετών. Η Ιζαμπέτα Ουγολίνι στην Μπολόνια, από οικογένεια τεχνιτών, «φαίνεται να έχασε τον σύζυγό της, τον πατέρα, τη μητέρα, τον αδελφό και τον κουνιάδο της σε διάστημα μόλις ενός μήνα». Τα χρονικά της εποχής τονίζουν την αμηχανία των ανθρώπων καθώς και τον τρόμο τους. Καθώς δεν υπήρχε κάποια θεωρία για τα μικρόβια ως προέλευση των ασθενειών, κάποιοι υπέθεταν ότι μπορούσε κανείς να μολυνθεί απλώς και μόνο κοιτάζοντας ένα θύμα της ασθένειας.
Ο συγγραφέας αναλύει πλήθος γραφειοκρατικών αρχείων για να υποστηρίξει ότι ορισμένες περιοχές επηρεάστηκαν πολύ πιο σοβαρά από ό,τι πιστευόταν προηγουμένως: η Φλωρεντία, για παράδειγμα, φαινόταν να έχει περάσει την πανδημία σχετικά ελαφρά, αλλά ο Άσμπριτζ διαπιστώνει ότι υπήρξε μια ξαφνική αύξηση στη σύνταξη διαθηκών, «υποδηλώνοντας μια απότομη αύξηση στον αριθμό των ασθενών και, ενδεχομένως, στα ποσοστά θνησιμότητας». Στην Μπολόνια το 1348 καταγράφηκαν πέντε φορές περισσότερες διαθήκες σε σύγκριση με τον μέσο όρο των προηγούμενων ετών.
Προφανώς, σε τέτοιες συνθήκες ήταν επικίνδυνο να είναι κανείς συμβολαιογράφος – κι όμως, όπως επισημαίνει ο Άσμπριτζ, οι περισσότεροι από αυτούς συνέχισαν να εργάζονται. Η κοινωνία στο σύνολό της δεν κατέρρευσε: ενώ ορισμένοι εγκατέλειψαν τα μέλη της οικογένειάς τους που αρρώστησαν στο έλεος του Θεού, οι περισσότεροι δεν το έκαναν, και οι βασικές δημόσιες λειτουργίες συνεχίστηκαν. Ακόμη και όταν τα νεκροταφεία των εκκλησιών ήταν υπερπλήρη και δεν υπήρχε πλέον χρόνος για κηδείες, οι νεκροί φαίνεται να τοποθετήθηκαν με προσοχή και φροντίδα στους μαζικούς τάφους που έγιναν απαραίτητοι.
Υπήρχε, ωστόσο, ένα πολύ ζοφερό κοινωνικό «σύμπτωμα» που συνδεόταν με την πανώλη: η απόδοση της ευθύνης στους Εβραίους. Αδικαιολόγητες σφαγές εκατοντάδων αθώων Εβραίων ανδρών, γυναικών και παιδιών συνέβησαν στην Τουλόν, στο Στρασβούργο, στην Προβηγκία, στη Βασιλεία και σε ολόκληρη την Ιβηρική Χερσόνησο. Συχνά οι δολοφόνοι κατέστρεφαν τα οικονομικά αρχεία των θυμάτων, διαγράφοντας τα δικά τους χρέη. Εκατοντάδες Εβραίοι καταδικάστηκαν, επίσης, μετά από «νόμιμη δικαστική διαδικασία», για δηλητηρίαση πηγαδιών και κάηκαν ζωντανοί. Ο Άσμπριτζ εκτιμά ότι «δεκάδες χιλιάδες» σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του «μαύρου θανάτου», γεγονός που ενθάρρυνε τη μετέπειτα μετανάστευση των Εβραίων στην Ανατολική Ευρώπη.
Ο «μαύρος θάνατος» δεν εξαφανίστηκε μετά το 1353· απλώς κατέστη ενδημικός. Η πανώλη ξέσπασε ξανά στο Λονδίνο το 1665, καθώς και σε άλλα μέρη μέχρι και τον 19ο αιώνα. Οι συνέπειές της ήταν μακροχρόνιες. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού μετά την πανδημία του 14ου αιώνα συνέβαλε στο τέλος της δουλοπαροικίας. Οι επαναλαμβανόμενες επιδημίες πανώλης πιθανώς συνέβαλαν στην αποδυνάμωση της Κωνσταντινούπολης, επιταχύνοντας το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και, όπως υποδηλώνει ο Άσμπριτζ, ίσως να ενέπνευσαν ακόμη και την Προτεσταντική Επανάσταση, «εκπαιδεύοντας το μυαλό των πιστών σχετικά με την επικείμενη απειλή του θανάτου και την επείγουσα ανάγκη για αποτελεσματική πνευματική λύτρωση». Ούτε και έχει καταλαγιάσει οριστικά στους καιρούς μας: στη Μαδαγασκάρη σημειώθηκαν κρούσματα το 2014 και το 2017, τα οποία στοίχισαν τη ζωή σε σχεδόν 300 άτομα. Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες κοινωνικές συνέπειες του Covid, είναι πολύ νωρίς για να βγάλουμε συμπεράσματα, καθώς, εν τω μεταξύ, περιμένουμε την επόμενη πανδημία.
Με στοιχεία από την «Guardian»