ΣΕ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΤΟ 2012, ο πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, είχε πει: «[Το Ιράν] μπορεί να μας βλάψει πολύ... Μπορείτε να φανταστείτε ποιες θα ήταν οι συνέπειες για εμάς αν [...] το Ιράκ αποσταθεροποιούνταν μαζικά, αν το Μπαχρέιν έπαιρνε φωτιά, αν τα βορειοανατολικά πετρελαϊκά κοιτάσματα της Σαουδικής Αραβίας δέχονταν επίθεση... Οι συνέπειες, το κόστος θα ήταν αθροιστικό... Η παγκόσμια οικονομία θα επηρεαζόταν, οπότε παίζουμε με τη φωτιά εδώ».
Ο Μπρεζίνσκι και άλλοι, μεταξύ των οποίων και Ιρανοί αξιωματούχοι, διατύπωσαν έγκαιρα ό,τι κατέληξε να θεωρείται κοινός τόπος σήμερα. Παρά ταύτα, ο Τραμπ αγνόησε τις προειδοποιήσεις για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος ήταν η εσφαλμένη πεποίθηση ότι το Ιράν είχε αποδυναμωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε θα κατέρρεε σχεδόν αμέσως μετά τους πρώτους βομβαρδισμούς και τις δολοφονίες ηγετικών στελεχών· και ο δεύτερος, ότι με στρατιωτική επέμβαση θα μπορούσαν να ανοίξουν τα Στενά. Κατάρρευση δεν επήλθε, ούτε προβλέπεται να συμβεί σύντομα, ενώ το άνοιγμα των Στενών με στρατιωτική επιχείρηση, στην καλύτερη περίπτωση, είναι υψηλού ρίσκου και αμφίβολης αποτελεσματικότητας, στη δε χειρότερη, απευκταίο επειδή «δεν είναι ρεαλιστικό» (Εμανουέλ Μακρόν).
Αυτός ο πόλεμος επιλογής είναι συνυφασμένος με τον πάγιο μαξιμαλισμό του Τραμπ ότι στόχος είναι η πλήρης υποταγή του Ιράν, δεδομένου ότι οι Ιρανοί είναι πεπεισμένοι ότι αυτός ο πόλεμος είναι υπαρξιακός για τη χώρα τους.
Πάνω απ’ όλα, όμως, αυτός ο πόλεμος επιλογής είναι συνυφασμένος με τον πάγιο μαξιμαλισμό του Τραμπ ότι στόχος είναι η πλήρης υποταγή του Ιράν, που επιβεβαιώνεται εμμέσως και από το γεγονός ότι οι Ιρανοί, είτε μεταρρυθμιστές είτε σκληροπυρηνικοί, είναι πεπεισμένοι ότι αυτός ο πόλεμος είναι υπαρξιακός για τη χώρα τους.
Το 2018, ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action - JCPOA), τη συμφωνία που είχαν συνάψει με τους Ιρανούς επί Ομπάμα, η οποία προέβλεπε περιορισμό του πυρηνικού τους προγράμματος με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων. Το JCPOA, κατά κοινή ομολογία των Ευρωπαίων που το είχαν συνυπογράψει, λειτουργούσε καλά: ο εμπλουτισμός του ουρανίου βρισκόταν στο 3,67%, επίπεδο αρκετό για ειρηνική χρήση, αλλά εντελώς ανεπαρκές για πυρηνική βόμβα. Παράλληλα, ο Τραμπ επανέφερε τις κυρώσεις και έκτοτε οι αμερικανοϊρανικές σχέσεις δεν έπαψαν να χειροτερεύουν (π.χ. δολοφονία του Κασέμ Σουλεϊμανί), οι δε Ιρανοί, δίχως διεθνείς δεσμεύσεις, προχώρησαν σε αυξανόμενο εμπλουτισμό που έφθασε το 60%.
Το σημερινό πλαίσιο καθορίζεται αφενός από τις αμερικανικές μαξιμαλιστικές απαιτήσεις και αφετέρου από την έλλειψη εμπιστοσύνης των Ιρανών προς τους Αμερικανούς. Ο Τραμπ θέτει ως όρους για οποιαδήποτε συμφωνία το Ιράν να εγκαταλείψει τον εμπλουτισμό ουρανίου (ο μηδενικός εμπλουτισμός είναι κόκκινη γραμμή), να διαλύσει το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και να εγκαταλείψει τις περιφερειακές συμμαχίες του. Από τη μεριά της, η Τεχεράνη απορρίπτει ως απαράδεκτες αυτές τις απαιτήσεις και, παρότι δεν αρνείται τις διαπραγματεύσεις, θεωρεί ότι δεν υπάρχει η παραμικρή εμπιστοσύνη, δεδομένου ότι οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί επιτέθηκαν στη χώρα τους τον Ιούνιο και τον Φεβρουάριο εν μέσω διαπραγματεύσεων.
Είναι λάθος να θεωρηθεί ότι το Ιράν χρησιμοποιεί τα Στενά ως διαπραγματευτικό χαρτί με αντάλλαγμα την κατάπαυση του πυρός ή/και την άρση των κυρώσεων. Απεναντίας, φαίνεται ότι όσο εντείνονται οι επιθέσεις στις υποδομές του, τόσο περισσότερο τα αναγνωρίζει ως το μέγιστο πλεονέκτημά του.
Τα χρονικά περιθώρια στενεύουν για τον Τραμπ. Αν πιστέψουμε την JP Morgan, οι παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου θα γίνουν αισθητές έως ανυπόφορες εντός του Απριλίου. Παράλληλα, το δημοσκοπικά επιβεβαιωμένο 60% των Αμερικανών που αντιτίθενται στον πόλεμο αυξάνεται. Συνεπώς, ο πόλεμος δεν μπορεί να σέρνεται για πολύ, διότι η αντιστροφή του αρνητικού κλίματος μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές –αν υποτεθεί ότι είναι εφικτή– δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Το κατά πόσον αυτές οι πιέσεις θα οδηγήσουν σε κάποιο τύπο θεαματικής ενέργειας και αποχώρηση με θριαμβολογίες, μένει να το δούμε.
Πάντως, το Ιράν θα δικαιούται να μιλάει για στρατηγική νίκη, παρά το υψηλό κόστος σε κατεστραμμένες υποδομές, αν τελικά εμπεδωθεί η κυριαρχία του στα Στενά. Επανέρχεται με αξιώσεις στη διεθνή κοινότητα, τα δε ετήσια έσοδά του από τα τέλη διέλευσης εκτιμώνται σε περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Δεν το λες και λίγο.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.