«1984»: Κυνηγός φωνών και φαντασμάτων

Κυνηγός φωνών και φαντασμάτων Facebook Twitter
Σκηνή από την παράσταση «1984». Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης
0

Η σκηνή είναι υποφωτισμένη. Τέσσερις πάγκοι εργασίας, ποικίλων διαστάσεων, φιλοξενούν τα αντικείμενα της παράστασης. Ένα μπουκάλι τζιν, ένα τετράδιο, δυο κατσαρόλες, ένα παλιό μεταλλικό κουδούνι... Τα μικρόφωνα στέκονται βουβά στις βάσεις τους και περιμένουν. Στο κέντρο, μια μίνι κονσόλα: εκεί γεννιούνται όλα τα παιχνίδια με τον ήχο. Οι μουσικοί με τα έγχορδα παίρνουν τις θέσεις τους πίσω δεξιά.

«Ονομάζομαι Ουίνστον Σμιθ», μας συστήνεται ο ήρωας του Όργουελ. «Εργάζομαι στο υπουργείο Αλήθειας. Στο Τμήμα Αρχείων. Είμαι υπεύθυνος για την αναθεώρηση του παρελθόντος». Μοιάζει ψύχραιμος, ακόμη κι αν μιλάει για πράγματα δυσάρεστα, δυσβάστακτα, απεχθή, όπως η συστηματική αλλοίωση της Ιστορίας από το καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού. Η αναφορά στο ημερολόγιο θα προκαλέσει την πρώτη ρωγμή στην αφήγησή του: αυτό που άρχισε να κρατά, όπως εξομολογείται, βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του. «Δεν είναι παράνομο –τίποτε πλέον δεν είναι παράνομο, εφόσον δεν υπάρχουν πια νόμοι– αλλά, αν με πιάσουν, η τιμωρία θα είναι θάνατος».

Η θεατρική διασκευή σφυρηλατεί ένα κείμενο στρωτό, εύρυθμο, με αδιαμφισβήτητη θεατρικότητα, που προσδίδει έμφαση στα σημαντικά γεγονότα του βιβλίου, ενώ ταυτόχρονα διαφυλάσσει τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του.

Μια σκέψη έχει γαντζωθεί στο μυαλό του: ότι ίσως υπάρχει κάποιος που σκέφτεται σαν εκείνον, που μοιράζεται την ίδια αηδία και περιφρόνηση «για όλο αυτό το τσίρκο». Έτσι, μας εκμυστηρεύεται, αισθάνθηκε σε κείνα τα κλάσματα δευτερολέπτου που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους με τον Ο’Μπράιαν σήμερα το πρωί στο υπουργείο, στη διάρκεια των Δύο Λεπτών Μίσους, την ημερήσια εξύβριση του αποστάτη Γκολντστάιν (και τη συνεπακόλουθη εξύμνηση του Μεγάλου Αδελφού). Αν έχει δίκιο, αν διάβασε σωστά το σιωπηλό μήνυμα του Ο’Μπράιαν, τότε δεν είναι τόσο μόνος όσο νόμιζε. Αυτή η αναλαμπή, η πιθανότητα εύρεσης συμμάχου σε πείσμα των απαγορεύσεων, σε πείσμα της Αστυνομίας της Σκέψης, τον οδηγεί σε μια σχεδόν νευρωτική ευφορία. Όσο για την ενοχλητική κοπέλα με την κόκκινη κορδέλα –έμβλημα του Αντιερωτικού Συνδέσμου Νέων– που κάθισε σήμερα δίπλα του, αυτή θα προτιμούσε να μην την ξαναδεί, τόσο πολύ τον εκνεύρισε.

Κυνηγός φωνών και φαντασμάτων Facebook Twitter
Σκηνή από την παράσταση «1984». Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης

Ο ηθοποιός-περφόρμερ (Γ. Παπαγεωργίου) δεν σταματά λεπτό. Τινάζεται σαν ελατήριο από τη μια άκρη στην άλλη, αρπάζει το μικρόφωνο, τραγουδάει, ηχογραφεί τον εαυτό του, συνομιλεί μαζί του, δημιουργεί λούπες, παραμορφώνει τον ήχο ενός ελικοπτέρου, πετάγεται, πολεμά αόρατους εχθρούς, φορά μάσκες αερίου, μαγειρεύει καταρράκτες ψυχρού καπνού. Είναι σαν να πασχίζει να γεμίσει το κενό με πάσης φύσεως ευρήματα· να παραγάγει όσο το δυνατόν περισσότερο «θόρυβο»· να πολλαπλασιάσει τη φωνή του, να γίνει πολλές φωνές, πολλά πρόσωπα που θα του κρατήσουν συντροφιά μέσα στον εφιάλτη. Γίνεται ο Ο’Μπράιαν, όταν φοράει μαύρα γυαλιά, η Τζούλια, όταν παίζει με την καδένα στον λαιμό του. Τσιρίζει ελαφρώς, όταν υποδύεται τον Σάιν, τον φιλόλογο που πετσοκόβει ηδονικά τις «επικίνδυνες» περιττές λέξεις.

Ο βρυχηθμός της ηλεκτρικής σκούπας παράγει «βόμβες» που σκάνε κάπου μακριά.

«Τη νύχτα έρχονται να σε πάρουν, πάντα τη νύχτα», μονολογεί ο Ουίνστον. Περιφέρεται στους δρόμους του Λονδίνου κι αναλογίζεται το μέλλον του. Συνοικίες φρίκης, άνθρωποι στοιβαγμένοι σε σπίτια κλουβιά. Ένας εξαθλιωμένος ζητιάνος με γυάλινα μάτια τον αρπάζει από το μανίκι. Πανικοβάλλεται, νομίζοντας πως είναι η Αστυνομία της Σκέψης. «Σύντομα θα με ανακαλύψουν, το ημερολόγιο θα γίνει στάχτη κι εγώ ο ίδιος θα οδηγηθώ στην ανυπαρξία», συλλογίζεται. Η επιθυμία του να μάθει για το παρελθόν επιστρέφει ακόμη πιο επιτακτικά. Δεν θα το βάλει κάτω, θα συνεχίσει. Ούτως ή άλλως, είναι ήδη νεκρός.

Ο φωτισμός παρακολουθεί από κοντά τις περιπέτειές του, οριοθετεί τις αλλαγές των επεισοδίων: το πάτωμα γεμίζει «μαλλιά», μόλις εισέρχεται στο παρακμασμένο συνοικιακό μπαρ· μια δέσμη ακτίνων διαπερνά τη μαύρη φιγούρα του, καθώς προχωρά μες στην ομίχλη με το μικρόφωνο στο χέρι, σαν ράπερ σε συναυλία· ένας κύκλος τον περικλείει ασφυκτικά, όταν ανακρίνεται γονατιστός στο κέντρο κράτησης· ένας γλόμπος λάμπει αχνά, ενώ οραματίζεται μια εποχή, στο μέλλον, όπου οι άνθρωποι δεν θα εξαφανίζονται πια. Τη στιγμή της σύλληψης, όταν μια ντουζίνα ένστολοι με κλομπ εισβάλλουν στο παράνομο καμαράκι όπου έζησε τις μοναδικές ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του, όλα γίνονται κατακόκκινα.

Κυνηγός φωνών και φαντασμάτων Facebook Twitter
Σκηνή από την παράσταση «1984». Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης

Τα έγχορδα τον συνοδεύουν επίσης ακαταπόνητα: τη μια στιγμή ανησυχούν, τον προειδοποιούν, ενώ, μετά από λίγο, γλυκαίνονται, ηρεμούν. Λικνίζονται ονειρικά, καθώς ο ήρωας ακούει ανέμελος το λαϊκό άσμα της γειτόνισσας που απλώνει ρούχα στην αυλή, ενώ μελαγχολούν σοβαρά, κλαίνε και διαμαρτύρονται, όταν περιγράφει τα πάθη του στο κελί: η ακρότητα της βίας αψηφά τον πηγαίο λυρισμό της θλίψης. 

Η συνάντηση των εγχόρδων με τα «τεχνολογικά» τοπία των παραμορφωμένων, «μεταλλικών» ήχων εκτυλίσσεται αντιστικτικά και αλληλοσυμπληρωματικά. Αν τα πρώτα ακολουθούν χαμηλούς τόνους και οικεία μονοπάτια, τα δεύτερα προτιμούν πιο επικές και βροντώδεις κατευθύνσεις. Όσο για τα τραγούδια που ερμηνεύει ο ηθοποιός, ετούτα σίγουρα απογοητεύουν με τους άτεχνους στίχους και τις μονοκόμματες μελωδίες τους.

Είναι σαφώς εξαιρετικά δύσκολο να συμπυκνώσει κανείς ένα μυθιστόρημα τριακοσίων πενήντα σελίδων (απ’ όπου δεν περισσεύει λέξη) σ’ έναν μονόλογο διάρκειας 90 λεπτών. Η διασκευή της Έλενας Τριανταφυλλοπούλου σφυρηλατεί ένα κείμενο στρωτό, εύρυθμο, καθαρό, με αδιαμφισβήτητη θεατρικότητα, που προσδίδει έμφαση στη δράση, στα σημαντικά γεγονότα που στοιχειοθετούν το αφηγηματικό τόξο του βιβλίου, ενώ ταυτόχρονα διαφυλάσσει τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του.

Και αυτό το πλέγμα υπηρετεί με όλες τις δυνάμεις του ο Γιώργος Παπαγεωργίου, απόλυτα δοσμένος στο εγχείρημα, ακατάπαυστα παρών, σε εγρήγορση, αλχημιστής φωνών και υλικών, παθιασμένος κυνηγός φαντασμάτων και ανέφικτων θαυμάτων. Η ορμή και το άγχος του τον παρασύρουν συχνά σε μια επιφανειακή υπερ-δραματικότητα· υιοθετεί «εξωτερικούς» τρόπους απόδοσης της έντασης, της αγωνίας, της οδύνης: δυνάμωμα φωνής, αύξηση ταχύτητας, ουρλιαχτά κ.ο.κ. Οι επιλογές αυτές, δοκιμασμένες και αναμενόμενες, όποτε κλίνουν προς την ειρωνεία και την κωμωδία, λειτουργούν ανακουφιστικά και διασκεδαστικά (ο τσιριχτός Σάιν, η στρυφνή, ανέραστη σύζυγος), όποτε, όμως, εφαρμόζονται στο «σοβαρό» κομμάτι της αφήγησης, παράγουν έναν λόγο ελαφρώς κούφιο και μεγαλόσχημο.

Κυνηγός φωνών και φαντασμάτων Facebook Twitter
Σκηνή από την παράσταση «1984». Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης
Κυνηγός φωνών και φαντασμάτων Facebook Twitter
Σκηνή από την παράσταση «1984». Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης

Γενικότερα, σε όλες τις καίριες παραμέτρους της παράστασης, δίδεται μεγαλύτερη σημασία στη θεαματικότητα, στην ταχύτητα, στα αναγνωρίσιμα μοτίβα (απειλή, κίνδυνος, σασπένς), στην «επεξήγηση» και στην «εικονογράφηση» των γεγονότων. Ποτέ δεν αφιερώνεται χρόνος σε μια βύθιση, στην εξερεύνηση της «σκοτεινής θάλασσας», όπου ζει ο ήρωας. Δεν μεταφέρεται η αίσθηση της απελπιστικής μοναξιάς εν μέσω πλήθους οθονών και χακαρισμένων εγκεφάλων· της απόγνωσης και της ερημίας του εξαφανισμένου παρελθόντος· του πόνου της κατακρεουργημένης γλώσσας. Ουδέποτε αισθανόμαστε ότι ο Ουίνστον Σμιθ είναι «ο τελευταίος άνθρωπος». Ούτε καν ένας εξευτελισμένος, διαλυμένος, κατεστραμμένος άνθρωπος. Όλα τα ουρλιαχτά του υπό τον φόβο των αρουραίων, οι υστερικές αντιδράσεις του («Δεν θα τα καταφέρετε! Η ζωή θα σας νικήσει!») μας αφήνουν ασυγκίνητους, ακριβώς επειδή ολόκληρη η μέχρι τούδε πορεία δεν έχει γονιμοποιήσει την επαφή μας με μια εσώτερη διάσταση. Δεν υπάρχουν κενά αναστοχασμού, σημαίνουσες παύσεις, αλληγορικές εικόνες που να μας ταξιδεύουν στις κρυμμένες πηγές του τρόμου, της αποξένωσης, της παράνοιας. Μα ούτε το γέλιο του «τρελού» που κλείνει την παράσταση πείθει για τέτοιο, παρά την οξύτητά του.

Κυνηγός φωνών και φαντασμάτων Facebook Twitter
Σκηνή από την παράσταση «1984». Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης

Σε κάθε περίπτωση, έστω κι έτσι, η παράσταση καταφέρνει να μας θυμίσει εκ νέου την ανατριχιαστική, διαπεραστική και ερεβώδη λάμψη του κειμένου του Όργουελ (επιτέλους, συνδεόμαστε με έναν λόγο που μιλά για τη ζωή μας σήμερα...). 

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παρασταση εδώ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χρήστος Πασσαλής: «Κάνουμε καταγγελτική τέχνη επειδή κάτι δεν πάει καλά»

Θέατρο / Χρήστος Πασσαλής: «Κάνουμε καταγγελτική τέχνη επειδή κάτι δεν πάει καλά»

Ενώ ένας κομήτης πλησιάζει τη Γη, δυο ραδιοφωνικοί παραγωγοί κρατούν παρέα στους τρομαγμένους ακροατές διαβάζοντας ιστορίες: ο ηθοποιός και σκηνοθέτης εξηγεί πώς η νέα του παράσταση, «RADIO 1: Η πιο λυπημένη μέρα της ζωής μου», συνδέεται με την τρέχουσα πολιτικοκοινωνική κατάσταση.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Στη νέα παράσταση του Γιώργου Κουτλή παίζουν μόνο νέοι ηθοποιοί

Θέατρο / Στη νέα παράσταση του Γιώργου Κουτλή παίζουν μόνο νέοι ηθοποιοί

Ένας από τους σημαντικότερους νέους σκηνοθέτες του ελληνικού θεάτρου ανεβάζει την «Αντιγόνη» του Ανούιγ με είκοσι νέους ηθοποιούς, ακολουθώντας έναν διαφορετικό τρόπο δουλειάς που του αποκάλυψε πράγματα για τον εαυτό του, σκηνοθετικά και προσωπικά.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Αλφρέδο Άριας: «Οι καλλιτέχνες είναι οι πρώτοι που εξαφανίζουν οι δικτατορίες»

Αλφρέδο Άριας / Αλφρέδο Άριας: «Οι καλλιτέχνες είναι οι πρώτοι που τους εξαφανίζουν οι δικτατορίες»

Λίγο πριν από την πρεμιέρα της όπερας «Monsieur Vénus», που βασίζεται σε ένα από τα πιο προκλητικά έργα του 19ου αιώνα, ο διάσημος Αργεντινός σκηνοθέτης αφηγείται την πλούσια διαδρομή του στο θέατρο, στην όπερα και στον κινηματογράφο.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε»

The Review / Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε»

Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης, Θωμάς Μοσχόπουλος, πήρε το κλασικό αριστούργημα του Στρίντμπεργκ, άλλαξε το φύλο της ηρωίδας και εξηγεί γιατί η Δεσποινίς Τζούλια έγινε Κος Ζύλ, ένας νεαρός ομοφυλόφιλος αριστοκράτης.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Θέατρο / To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Στην ταινία του 1966 θριάμβευε το φως, το ελληνικό καλοκαίρι και η αγάπη. Στην παράσταση που σκηνοθετεί σήμερα ο Νίκος Καραθάνος βλέπει «το τελευταίο δειλινό πριν έρθει η νύχτα», ψάχνει το happy end και κοιτάζει με νοσταλγία μια εποχή αθωότητας που έχει οριστικά χαθεί.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Η Κίττυ Παϊταζόγλου πιστεύει ότι η συναίνεση είναι μια πολύ εύθραυστη λέξη

Θέατρο / Κανείς δεν θα κάνει την Κίττυ στην άκρη

Μια από τις πιο ταλαντούχες και ιδιαίτερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Κίττυ Παϊταζόγλου, μιλά στη LifO για το τολμηρό έργο «Συναίνεση» στο οποίο πρωταγωνιστεί αλλά και για την εμπειρία της με τον σκηνοθέτη Ούλριχ Ράσε το καλοκαίρι που μας πέρασε.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Λέσλι Τράβερς: «Η όπερα είναι ένας κόσμος χωρίς όρια»

Θέατρο / Ο Λέσλι Τράβερς πήγε τη σκηνογραφία σε άλλο επίπεδο. Δες εδώ μαγεία

Με αφορμή τη νέα παραγωγή της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο διακεκριμένος σκηνογράφος μιλά για τη δύναμη της μουσικής να γεννά εικόνες και την όπερα ως ένα από τα πιο ζωντανά καλλιτεχνικά πεδία.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Εύη Σαουλίδου / Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Μια από τις πιο προσηλωμένες στην τέχνη της ηθοποιούς της γενιάς της θα ζωντανέψει επί σκηνής μαζί με τέσσερις άντρες, σε μια ελεύθερη θεατρική διασκευή, την ταινία του Μάρκο Φερέρι «Το μεγάλο φαγοπότι».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Θέατρο / Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου ανεβάζει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ το τελευταίο διήγημα του Κάφκα, βλέποντας σε αυτό μια εξαιρετικά επίκαιρη αλληγορία για την προσπάθεια της τέχνης να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν τη θεωρεί απαραίτητη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό με νέα, φρέσκια ματιά

The Review / Σε κάποιους άρεσε ο «Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό

Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Χρήστος Παρίδης διαβάζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παράσταση του Εθνικού, θυμούνται τους «Βυσσινόκηπους» που έχουν δει και ξεφυλλίζουν τη θαυμάσια μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Έρευνα / Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Τι χρειάζεται, τελικά, για να βγει μια παράσταση έξω από την Ελλάδα; Ποιος στηρίζει τους καλλιτέχνες; Ποια έργα «αρέσουν» στους ξένους; Ζητήσαμε από τους Έλληνες δημιουργούς Δημήτρη Παπαϊωάννου, Πρόδρομο Τσινικόρη, Ανέστη Αζά, Γιώργο Βαλαή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Ευριπίδη Λασκαρίδη, Πατρίσια Απέργη και Μάριο Μπανούσι να μοιραστούν την πορεία του ταξιδιού τους.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Θέατρο / Στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης εξηγεί τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την όπερα του Ντονιτσέτι, «μουτζουρώνοντας» το μπελ κάντο του συνθέτη με ηχητικές παρεμβολές πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ