— Είναι έτοιμη η Αθήνα να υποδεχθεί πάλι μεγάλα κύματα τουριστών;
Δεν θεωρώ πως η ορθή στρατηγική για την Αθήνα είναι η υποδοχή μεγάλων κυμάτων τουριστών. Διαφωνώ με την ιδέα πως οφείλουμε να αναπτύξουμε υποδομές για να εξυπηρετήσουμε ολοένα περισσότερους επισκέπτες, καθώς μια τέτοια προσέγγιση οδηγεί νομοτελειακά στον τουρισμό της μονοκαλλιέργειας που με τη σειρά του συνεπάγεται έκπτωση της εμπειρίας του ταξιδιού. Στις μέρες μας αυξάνονται όσοι αναζητούν πιο ιδιαίτερες και «αυθεντικές» εμπειρίες, προορισμούς που μοιάζουν με πραγματικές πόλεις και όχι με θεματικά πάρκα της βιομηχανίας τουρισμού. Οι δείκτες δείχνουν ότι ακόμη και αυτοί οι «λίγοι» είναι πολλοί σε απόλυτους αριθμούς και βαίνουν αυξανόμενοι. Άρα, από τα τεράστια νούμερα των δυνάμει επισκεπτών, εμείς πρέπει να επιδιώξουμε να προσελκύσουμε τους κατάλληλους, εκείνους δηλαδή που θα συμβάλουν με την παρουσία τους στην πραγματική βελτίωση της καθημερινής ζωής στην πόλη και όχι στη διάλυσή της, και μάλιστα προς όφελος ενός θνησιγενούς προϊόντος.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οι τουρίστες δεν έρχονται στην Αθήνα ούτε για τα όμορφα κτίριά της ούτε κυρίως για τα αρχαία μνημεία της. Έρχονται γιατί η πόλη προσφέρει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ζωντανή αστική ζωή, που σχετίζεται με το πώς οικοδομήθηκε.
— Βλέπουμε ραγδαία αύξηση σε ξενοδοχεία και βραχυχρόνιες μισθώσεις. Θεωρείτε ότι η αρχιτεκτονική κοινότητα έχει ευθύνη για την τουριστικοποίηση του κέντρου;
Ναι, οι αρχιτέκτονες έχουμε μεγάλη ευθύνη για την εξέλιξη του κέντρου της Αθήνας. Αυτή εξάλλου είναι η δουλειά μας: να οραματιζόμαστε το μέλλον της πόλης και να βοηθάμε την κοινωνία να το υλοποιήσει. Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες αρχιτέκτονες έχουν κάνει μεγάλη προσπάθεια να ευαισθητοποιήσουν την κοινωνία ως προς τις καταστροφικές συνέπειες του υπερτουρισμού. Πολλοί μιλούν δημόσια, συμμετέχουν σε ομάδες παρεμβάσεων με στόχο το καλό της πόλης, ενώ σε ιδιωτικό επίπεδο δίνουν καθημερινή μάχη με τους εργοδότες τους, προσπαθώντας να τους πείσουν ότι το καλό της πόλης είναι και προς το δικό τους συμφέρον.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι αρχιτέκτονες ανέδειξαν τη σημασία της διατήρησης σημαντικών ιστορικών κτιρίων, μίλησαν για την αξία υποτιμημένων υλικών όπως το μωσαϊκό ή τα ξύλινα δάπεδα με ψαροκόκαλο, και εστίασαν στη σημασία της προστασίας της φύσης. Πρόσφατα, μάλιστα, παρατηρούμε και μια θετική αλλαγή σε θεσμικό επίπεδο. Θα αναφέρω ως παράδειγμα το σημαντικό αρχιτεκτονικό περιοδικό «Dom», που οργανώνει φέτος ένα θερινό εργαστήριο με στόχο την ανάδειξη του προβλήματος του υπερτουρισμού και τη διερεύνηση εναλλακτικών προσεγγίσεων.
Ωστόσο, το ευρύ κοινό δεν έχει ακόμη κατανοήσει τι είναι η αρχιτεκτονική. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι ο ρόλος μας είναι να σχεδιάζουμε αυτό που μας ζητούν. Στην πραγματικότητα, όμως, οι αρχιτέκτονες είμαστε οι επιστήμονες που αφουγκραζόμαστε το μέλλον της πόλης προτού το δουν οι υπόλοιποι. Έχουμε εκπαιδευτεί να αντιλαμβανόμαστε ποιότητες του χώρου χωρίς να χρειάζεται να τις δούμε υλοποιημένες. Γνωρίζουμε πώς οι διατάξεις και οι αναλογίες του χώρου επηρεάζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων και πώς οι χρήσεις διαμορφώνουν την ατμόσφαιρα μιας πόλης.
Αυτά οι μη αρχιτέκτονες δεν μπορούν να τα φανταστούν· τα καταλαβαίνουν όταν είναι ήδη αργά, όταν ο χώρος έχει πλέον κατασκευαστεί. Δυστυχώς, οι περισσότεροι δεν εμπιστεύονται τους αρχιτέκτονες. Θεωρούν πως ξέρουν οι ίδιοι πώς να φτιάξουν ένα ωραίο κατάστημα, ένα ξενοδοχείο ή έναν δημόσιο χώρο. Παρακάμπτουν έτσι μια ολόκληρη επιστήμη και αναλαμβάνουν οι ίδιοι τον ρόλο του αρχιτέκτονα, με τα αρνητικά αποτελέσματα που βλέπουμε γύρω μας.
— Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, κάποιος σχεδιασμός με όραμα για τη σύγχρονη Αθήνα ή κυριαρχούν αποσπασματικές επενδύσεις χωρίς συνοχή;
Δεν πιστεύω στον κεντρικό σχεδιασμό μεγάλης κλίμακας. Τις περισσότερες φορές που έχει επιχειρηθεί, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, απέτυχε. Οι πόλεις είναι εξαιρετικά σύνθετοι οργανισμοί και εξελίσσονται πολύ γρήγορα. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου κυριαρχούν η μικροϊδιοκτησία και η διασπορά της γαιοκτησίας, είναι σχεδόν αδύνατο να εφαρμοστεί ένας τέτοιος σχεδιασμός. Ακόμη και όταν επιχειρείται, είναι συχνά ετεροχρονισμένος· τα δεδομένα έχουν ήδη αλλάξει.
Τα οράματα για την πόλη πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια σε επίπεδο ιδεών και γενικών κατευθύνσεων, όπως συμβαίνει μέσα από δημόσιες συζητήσεις σαν τη σημερινή. Στη συνέχεια, αυτές οι κατευθύνσεις οφείλουν να εξειδικεύονται μέσα από αναρίθμητες μικρές παρεμβάσεις στην πόλη, που δεν είναι κεντρικά ενορχηστρωμένες. Ο καθένας πρέπει να δρα αυτόνομα από το δικό του μετερίζι. Η προσέγγιση αυτή, γνωστή ως «tactical urbanism», αποτελεί σήμερα μία από τις πιο σύγχρονες αντιλήψεις για το πώς μπορούμε να παρεμβαίνουμε στην πόλη.
— Πόσο εύκολο είναι σήμερα να προστατευτεί ο χαρακτήρας ιστορικών περιοχών της Αθήνας όταν η πίεση της τουριστικής ανάπτυξης είναι τόσο έντονη;
Πιστεύω στο επιχειρηματικό δαιμόνιο των Ελλήνων. Νομίζω ότι, τελικά, τον χαρακτήρα των ιστορικών περιοχών της Αθήνας θα αναγκαστούν να τον προστατεύσουν οι ίδιοι οι επιχειρηματίες του τουρισμού, γιατί θα καταλάβουν ότι έτσι προστατεύουν και αναβαθμίζουν το προϊόν τους. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, συμμετέχω σε ένα πολύ ενδιαφέρον έργο που αφορά τον τουρισμό και διαπιστώνω πόσο οξυδερκείς και οραματιστές είναι ορισμένοι επιχειρηματίες του κλάδου.
Με μια ομάδα καλλιτεχνών μετασχηματίζουμε ένα ξενοδοχείο που στεγάζεται σε ένα ολικό έργο τέχνης, μια αρχιτεκτονικής κλίμακας επιτελεστική εγκατάσταση. Η αναστήλωση έχει γίνει με μεγάλο σεβασμό στο μνημείο, με επιλογές που είναι συνειδητά «δύσκολες» για τον επισκέπτη. Η μετατροπή του ξενοδοχείου σε ολικό έργο τέχνης είναι πρωτοποριακή και έχει ήδη προκαλέσει μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον. Σύντομα θα μπορούμε να ανακοινώσουμε λεπτομέρειες.
— Αν συνεχιστεί ο ίδιος ρυθμός ανάπτυξης, πώς φαντάζεστε την Αθήνα σε δέκα χρόνια: μια βιώσιμη πόλη για κατοίκους ή ένα σκηνικό για επισκέπτες;
Αν δεν δράσουμε όλοι έξυπνα, τότε σε δέκα χρόνια από σήμερα η Αθήνα δεν θα είναι βιώσιμη πόλη για τους κατοίκους της, ούτε ελκυστική για τους επισκέπτες. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οι τουρίστες δεν έρχονται στην Αθήνα ούτε για τα όμορφα κτίριά της ούτε κυρίως για τα αρχαία μνημεία της. Έρχονται γιατί η πόλη προσφέρει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ζωντανή αστική ζωή, που σχετίζεται με το πώς οικοδομήθηκε.
Η Αθήνα μοιάζει με ένα τεράστιο, μοντέρνο χωριό. Έχει αναπτυχθεί οργανικά, χωρίς αυστηρό πολεοδομικό σχεδιασμό, και χαρακτηρίζεται από μια σχετικά ενιαία μοντέρνα μορφολογία που δημιουργεί έναν ρυθμό με παραλλαγές. Έχει πυκνότητα και μείξη χρήσεων. Όλα αυτά μέχρι πρότινος θεωρούνταν μειονεκτήματα. Σήμερα όμως αναγνωρίζονται διεθνώς ως προτερήματα, καθώς εξασφαλίζουν ζωντάνια καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, γοητευτική πολυπλοκότητα και έντονη κοινωνικότητα.
Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά, που καθιστούν την Αθήνα ελκυστική, κινδυνεύουν να χαθούν λόγω της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού. Οι επιχειρηματίες του τουρισμού και της εστίασης λειτουργούν, στην πραγματικότητα, σαν σκηνοθέτες: σκηνοθετούν τον χώρο τους και ευρύτερα την πόλη έτσι ώστε να προσφέρουν μια ευχάριστη εμπειρία στους επισκέπτες. Οι μόνιμοι κάτοικοι –που εργάζονται, κινούνται, ψωνίζουν και ζουν στο κέντρο– είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές αυτής της αστικής παράστασης. Αν φύγουν, τότε το θέατρο θα μείνει δίχως ηθοποιούς και οι επισκέπτες, σε ρόλο θεατών, θα κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Μετά από λίγο, όλοι αποχωρούν βαριεστημένη. Η παράσταση λήγει άδοξα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO