Ένα τρωκτικό απροσδιόριστου είδους κινείται στους υπόγειους λαβυρίνθους της φωλιάς του, ενώ η κοσμοεικόνα που αναπαράγει ατέρμονα ο ανήσυχος νους του το προβληματίζει διαρκώς: αυτός είναι ο μοναδικός ήρωας-αφηγητής του «Κτίσματος», του διηγήματος που ο Κάφκα δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει προτού πεθάνει το 1923. Και είναι αυτή ακριβώς η υπερβατική σχέση του ζώου με τον ήχο, που αποτελεί τον θεμελιώδη άξονα για την αναπαράσταση της ψυχικής του κατάστασης και της αντιφατικής σχέσης του με το περιβάλλον, που κίνησε το ενδιαφέρον του Θύμιου Ατζακά, μουσικού, ερευνητή και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
Αξιοποιώντας την εμπειρία του από την ενασχόληση με τη μουσική σύνθεση και παραγωγή, τις ανατολικές μουσικές παραδόσεις, τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό και την παλαιά μουσική, το μετέφερε στη σκηνή, φτιάχνοντας υπό τον ίδιο τίτλο μια μουσική περφόρμανς που, περισσότερο και από μια αφήγηση, αποτελεί έναν εσωτερικό μηχανισμό έντασης, αμφιβολίας, επανάληψης και διαρκούς επιφυλακής. Συνεργαζόμενος με τη Σαβίνα Γιαννάτου, αποδίδει την ιστορία ως ένα ζωντανό συμβάν ήχου, λόγου και σώματος, αξιοποιώντας το χαρακτηριστικό της διαρκούς καφκικής μεταμόρφωσης.
«Όλοι έχουμε την ανάγκη ενός εσωτερικού ή εξωτερικού καταφυγίου, ενός χώρου όπου θα νιώσουμε ασφαλείς, τακτοποιημένοι, προστατευμένοι από το χάος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η ανάγκη για προστασία περνά ένα όριο και γίνεται εμμονή. Τότε το καταφύγιο παύει να είναι τόπος ανάπαυσης και γίνεται μηχανισμός επιτήρησης. Δεν κατοικείς πια μέσα του· το υπηρετείς».
― Το «Κτίσμα» του Φραντς Κάφκα είναι ένα κείμενο γεμάτο άγχος, εμμονή και εσωτερικό θόρυβο. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να θελήσετε να το μετατρέψετε σε μουσική performance;
Ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά του ήταν που με οδήγησαν κάπως «ύπουλα» σε αυτή την περιπέτεια. Όταν πρωτοδιάβασα το «Κτίσμα» πριν από λίγα χρόνια, βρισκόμουν σε μια έντονη περίοδο, σε σχέση με το τι συνέβαινε στο δικό μου μυαλό. Ο Κάφκα και το «Κτίσμα» λειτούργησαν τότε ως καθρέφτης αλλά και ως δωρεάν ψυχανάλυση· με βοήθησαν δηλαδή να αντικρίσω και στη συνέχεια να συνειδητοποιήσω τα αδιέξοδα στα οποία μπορεί να οδηγηθεί κάποιος που θεωρεί ότι έχει τον έλεγχο, αλλά και όποιος είναι απόλυτα βέβαιος ότι ο νους και οι αισθήσεις του βιολογικού σώματος μπορούν να εγγυηθούν γνώση της πραγματικότητας. Ίσως γι’ αυτό δεν ένιωσα ποτέ το «Κτίσμα» ως «λογοτεχνικό θέμα» που απλώς θα μπορούσα να διασκευάσω, αλλά ως μια υπαρξιακή κατάσταση που έπρεπε πρώτα να περάσει μέσα από μένα και ύστερα να βρει μια μορφή. Η μουσική performance μού έδωσε ακριβώς αυτήν τη δυνατότητα: να μεταφέρω στη σκηνή όχι μια αφήγηση, αλλά έναν εσωτερικό μηχανισμό έντασης, αμφιβολίας, επανάληψης και διαρκούς επιφυλακής. Με ενδιέφερε δηλαδή να μη «μιλήσω για» την αγωνία του κειμένου, αλλά να δημιουργήσω τις συνθήκες ώστε αυτή η αγωνία να γίνει σχεδόν απτή, να αποκτήσει σώμα, αναπνοή και ηχητικό περιβάλλον. Κάπως έτσι το «Κτίσμα» έγινε για μένα όχι απλώς ένα έργο του Κάφκα, αλλά ένα πεδίο προσωπικής αναμέτρησης.
― Στο «Κτίσμα» το πλάσμα χτίζει έναν λαβύρινθο για να προστατευτεί, αλλά τελικά παγιδεύεται μέσα του. Υπάρχει κάτι γοητευτικό σ’ αυτή την ιδέα του καταφυγίου που μετατρέπεται σε φυλακή;
Ναι, και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται η πιο σκοτεινή γοητεία του «Κτίσματος». Στην ιδέα ότι αυτό που χτίζουμε για να σωθούμε, να προστατευτούμε, να αποκτήσουμε έλεγχο, μπορεί σιγά σιγά να γίνει ο χώρος της ίδιας μας της αιχμαλωσίας. Αυτό δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο πλάσμα του Κάφκα· αφορά μια πολύ ανθρώπινη συνθήκη. Όλοι έχουμε την ανάγκη ενός εσωτερικού ή εξωτερικού καταφυγίου, ενός χώρου όπου θα νιώσουμε ασφαλείς, τακτοποιημένοι, προστατευμένοι από το χάος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η ανάγκη για προστασία περνά ένα όριο και γίνεται εμμονή. Τότε το καταφύγιο παύει να είναι τόπος ανάπαυσης και γίνεται μηχανισμός επιτήρησης. Δεν κατοικείς πια μέσα του· το υπηρετείς. Και αυτό είναι για μένα ιδιαίτερα συγκλονιστικό στο «Κτίσμα», γιατί ο Κάφκα δείχνει πως ο φόβος δεν χρειάζεται πάντα έναν πραγματικό εχθρό για να σε εξουσιάσει. Του αρκεί η πιθανότητα του εχθρού. Η υποψία. Ο αόρατος θόρυβος. Ίσως αυτό είναι κάτι που ξεπερνά το ίδιο το καφκικό σύμπαν και αγγίζει πολύ άμεσα τη δική μας εποχή. Γιατί σήμερα αυτή η πιθανότητα του εχθρού, αυτή η διαρκής υπόνοια μιας επερχόμενης παγκόσμιας απειλής, δεν γεννιέται μόνο μέσα στον ανήσυχο ψυχισμό του ατόμου, αλλά καλλιεργείται και συστηματικά από μηχανισμούς της εκάστοτε ολιγαρχικής ελίτ, οι οποίοι έχουν κάθε συμφέρον να κρατούν τις κοινωνίες σε κατάσταση φόβου, ανασφάλειας και πανικού. Όταν ο άνθρωπος πειστεί ότι απειλείται διαρκώς, γίνεται πιο πρόθυμος να δεχτεί την επιτήρηση, τη στέρηση, την εξαθλίωση, ακόμη και την κανονικοποίηση του φασισμού, της ξενοφοβίας και του πολέμου, αρκεί όλα αυτά να του παρουσιαστούν ως αναγκαία μέτρα προστασίας. Έτσι, ο φόβος παύει να είναι απλώς ένα προσωπικό αδιέξοδο και μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο. Ναι, λοιπόν, υπάρχει κάτι γοητευτικό εκεί, αλλά όχι με την έννοια της αισθητικής απόλαυσης. Είναι η γοητεία μιας σκληρής αναγνώρισης: ότι ο άνθρωπος πολλές φορές δεν παγιδεύεται από αυτό που τον απειλεί απ’ έξω, αλλά από αυτό που τον απειλεί εκ των έσω.
― Πώς μεταφράζεται ένα τόσο εσωτερικό και φιλοσοφικό κείμενο σε ήχο; Από πού ξεκινήσατε τη σύνθεση;
Ξεκίνησα σωματικά: από τον ρυθμό της αναπνοής του κειμένου, από τις παύσεις του, από την εμμονική του κυκλικότητα, από το πώς μια σκέψη επιστρέφει ξανά και ξανά χωρίς ποτέ να ησυχάζει πραγματικά. Επιπλέον, με οδήγησε ο τρόπος που ο ίδιος ο συγγραφέας πραγματεύεται την αίσθηση της ακοής. Στο «Κτίσμα», κάθε είδους ήχοι και κραδασμοί από το έδαφος ή απ’ έξω γίνονται για το μοναχικό πλάσμα πηγές ανασφάλειας και υπαρξιακής αγωνίας. Ενσαρκώνουν την αίσθηση του εξωτερικού κινδύνου και της διαρκούς απειλής που δεν μπορεί να αποτρέψει, παρά την οξύνοιά του. Η ακοή του ήρωα στο «Κτίσμα» δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλείο αντίληψης αλλά καταγράφει τα όρια της ασφάλειάς του και συνδέεται άμεσα με τις συναισθηματικές του αντιδράσεις. Ξεκίνησα, λοιπόν, από υφές και όχι από μοτίβα και μουσικά θέματα. Με ενδιέφερε εξαρχής η μουσική και τα ηχοτοπία να αποκτήσουν «ψυχοτρόπες» διαστάσεις, δηλαδή να πυροδοτούν ψυχικές ποιότητες που μπορούν να βιωθούν χωρίς να μεσολαβεί η σκέψη. Από χαμηλές συχνότητες, από υπόγειους βόμβους, από ήχους που μοιάζουν να έρχονται από μέσα στον τοίχο ή από πολύ μακριά, αλλά ποτέ δεν ξέρεις ακριβώς από πού. Με ενδιέφερε να χτιστεί ένα ηχητικό περιβάλλον που να μη «συνοδεύει» το κείμενο, αλλά να λειτουργεί ως νευρική του προέκταση. Η αφετηρία λοιπόν δεν ήταν μια μελωδία ή μια αφηγηματική μουσική ιδέα. Ήταν περισσότερο ένα πεδίο εσωτερικής ακρόασης όπου αναδύθηκαν και πολλές αυθόρμητες επιρροές από μουσικές που αγαπώ και μελετώ τα τελευταία χρόνια, όπως η ambient, ο μινιμαλισμός, η μικροτονική μουσική, τα ηλεκτρονικά, η μουσική των αυτοχθόνων κ.ά. Μέσα από αυτά πιστεύω ότι προσέγγισα μια κάπως πιο προσωπική γλώσσα, όπου το κείμενο μπορούσε να αναπνεύσει και έτσι άρχισε σιγά σιγά να γεννιέται ο κόσμος του «Κτίσματος».
― Μιλάτε για «τετραφωνική σύνθεση» και για ένα είδος ηχητικού λαβυρίνθου. Πώς μεταφέρεται αυτός ο λαβύρινθος ηχητικά στην παράσταση;
Η ιδέα της τετραφωνίας (quadraphonic), της χρήσης δηλαδή τεσσάρων και όχι δύο πηγών (stereo) μετάδοσης του ήχου στην παράσταση, αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο ήχος κατοικεί τον χώρο και μετακινεί την προσοχή του ακροατή. Η τετραφωνική σύνθεση μού έδωσε ακριβώς αυτήν τη δυνατότητα: ο ήχος να μην έρχεται από ένα σταθερό σημείο, ως κάτι που απλώς συνοδεύει τη δράση, αλλά να κυκλοφορεί, να εμφανίζεται πίσω σου ή δίπλα σου, σαν κάτι που δεν μπορείς ποτέ να εντοπίσεις πλήρως. Φανταστείτε ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου διαδραματίζεται μέσα σε μια υπόγεια λαβυρινθώδη στοά αποτελούμενη από διαδρόμους, πλατείες, κοιλότητες, κρυψώνες κ.λπ. Αν είχα την τεχνική υποστήριξη και τα απαιτούμενα χρήματα για να χρησιμοποιήσω οκτώ ή και περισσότερες πηγές ήχου, σίγουρα θα το έκανα, προκειμένου να αποδώσω ακόμα περισσότερο αυτό το πολυμήχανο ακουστικό περιβάλλον. Με ενδιέφερε πρωτίστως να δημιουργηθεί μια συνθήκη στην οποία ο θεατής βιώνει τον ήχο ψευδαισθητικά. Κάποιοι ήχοι μοιάζουν σαν ίχνη, κάποιοι σαν υπόγειες διαδρομές, κάποιοι σαν ψευδείς ενδείξεις. Όπως ακριβώς και στο «Κτίσμα», δεν ξέρεις πάντα αν αυτό που ακούς είναι πραγματικό, αν ανήκει στον έξω κόσμο ή αν γεννιέται μέσα στον ίδιο τον εσωτερικό μηχανισμό. Ο λαβύρινθος δεν αποδίδεται περιγραφικά αλλά ως μια συνεχής κίνηση ανάμεσα στην εγγύτητα και στην απόσταση, στην ασφάλεια και στην απειλή, στον προσανατολισμό και στην απώλειά του. Υπάρχουν πολλές στιγμές που η εμπειρία πλησιάζει περισσότερο τη συναυλιακή συγκέντρωση, επειδή ο ήχος σε απορροφά και σε οδηγεί σχεδόν σωματικά. Υπάρχουν επίσης σκηνές στις οποίες κυριαρχεί το εικαστικό στοιχείο, μέσα από τις προβολές και τα mappings του Αλέξανδρου Σεϊταρίδη ή τις σωματικές μεταμορφώσεις και την κινησιολογία που επινόησε η Μαρία Λάππα. Υπάρχουν όμως και άλλες, στις οποίες ο λόγος, η φωνή και η σκηνική δράση σε βάζουν μέσα σε μια καθαρά θεατρική ένταση. Τελικά, αυτό που επιδιώκουμε είναι κάτι πιο ρευστό: μια εμπειρία στην οποία ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς ένα έργο αλλά μπαίνει ο ίδιος μέσα στο εσωτερικό του περιβάλλον, σαν να καλείται να κατοικήσει προσωρινά τον δικό του λαβύρινθο. Αυτές οι συνθήκες μάς οδήγησαν τελικά στο να αποκαλέσουμε το έργο μουσική performance, που είναι πιο κοντά στο πεδίο του πολύτεχνου παρά της παραδοσιακής παράστασης.
― Πολλοί διαβάζουν το «Κτίσμα» ως μια αλληγορία για τον ίδιο τον εαυτό – ένα οικοδόμημα που προσπαθούμε να οχυρώσουμε απέναντι στον κόσμο. Στη μουσική σας προσέγγιση, το κτίσμα είναι ένας χώρος ή μια ψυχική κατάσταση;
Για μένα είναι και τα δύο, αλλά όχι ως δύο ξεχωριστά επίπεδα. Δηλαδή δεν βλέπω πρώτα έναν εξωτερικό χώρο και μετά μια εσωτερική ψυχική κατάσταση που απλώς «αντανακλάται» μέσα του. Στο «Κτίσμα» αυτά τα δύο συγχέονται διαρκώς. Ο χώρος μοιάζει να έχει χτιστεί από τον ίδιο τον ψυχισμό του πλάσματος, ενώ ταυτόχρονα ο ψυχισμός του αποκτά αρχιτεκτονική, χωρική διάσταση. Το «Κτίσμα» είναι διαποτισμένο από την εσωτερική φωνή μιας εγω-συνειδητότητας, που αποτελεί τη ρίζα κάθε ανθρώπινης ψυχικής κατάστασης και η οποία παράγει τον χώρο, όπως και την ύλη μέσα σε αυτόν, προς όφελος της ίδιας της πραγμάτωσής της. Με ενδιέφερε πολύ αυτή η ανάγνωση του έργου λόγω της ενασχόλησής μου με την ψυχολογία της γιόγκα και της ανατολικής εσωτερικής οντολογίας γενικότερα. Κατά τα άλλα, ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπισα την πρόκληση μιας σύνθεσης με τόσο λίγη σκέψη και τόσες αυθόρμητες αποφάσεις. Βοήθησε σε αυτό και το γεγονός ότι η βασική μουσική γλώσσα που χρησιμοποιώ επάνω στη σκηνή είναι το live sampling δίσκων βινυλίου, που μου επέτρεψε να μετατρέπω κάτι που ήδη έχει χαραχτεί σε αυλάκια σε ύλη για μια εντελώς καινούργια κατασκευή.
― Στο διήγημα υπάρχει ένας παράξενος ήχος, ένα σφύριγμα που σταδιακά εισβάλλει στην αντίληψη του πλάσματος. Αυτός ο ήχος αποτέλεσε αφετηρία για τη σύνθεσή σας;
Βέβαια, με έναν ριζικό τρόπο. Όχι επειδή θέλησα να «αναπαραστήσω» αυτό το σφύριγμα ως συγκεκριμένο ηχητικό εφέ, αλλά επειδή το ένιωσα ως τον πυρήνα όλης της καφκικής ανησυχίας μέσα στο «Κτίσμα». Είναι ένας ήχος αμφίσημος: δεν ξέρεις αν ανήκει πράγματι σε μια εξωτερική απειλή ή αν σταδιακά γεννιέται μέσα στην ίδια την υπερένταση του νευρικού συστήματος του πλάσματος. Και ακριβώς αυτή η ασάφεια με ενδιέφερε ως συνθέτη. Γιατί μέσα σε αυτό το σχεδόν ανεπαίσθητο ηχητικό συμβάν συμπυκνώνεται κάτι πολύ ουσιαστικό για το έργο: η στιγμή όπου ο κόσμος παύει να είναι ασφαλής όχι επειδή εμφανίζεται ξεκάθαρα κάποιος κίνδυνος, αλλά επειδή η ιδέα του κινδύνου από μόνη της επηρεάζει τον εγκέφαλο, χαράζοντας τελικά στα αυλάκια του την πεποίθηση ότι αυτός ο κίνδυνος αποτελεί πραγματικότητα.
― Η μουσική σας χρησιμοποιεί field recordings και εθνογραφικά βινύλια. Πώς συνδέονται αυτά τα αρχειακά ηχοτοπία με έναν τόσο εσωτερικό και ψυχολογικό κόσμο όπως του Κάφκα;
Με ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η φαινομενική αντίφαση. Δηλαδή το ότι ένα τόσο εσωτερικό, σχεδόν κλειστοφοβικό κείμενο μπορεί να ανοίξει μέσα από ήχους που κουβαλούν ίχνη άλλων τόπων, άλλων σωμάτων, άλλων εποχών. Αυτό, για μένα, συνομιλεί πολύ βαθιά με τον κόσμο του Κάφκα. Γιατί και στο «Κτίσμα» τίποτα δεν είναι απολύτως εσωτερικό ή απολύτως εξωτερικό. Ένας θόρυβος μπορεί να είναι πραγματικός, μπορεί και να είναι προβολή του φόβου. Ένα ίχνος μπορεί να έρχεται από μακριά, αλλά τελικά να εγκαθίσταται μέσα σου. Έτσι χρησιμοποίησα αυτά τα αρχειακά ηχοτοπία: όχι για να περιγράψω έναν πολιτισμικό χώρο, αλλά για να δημιουργήσω μια αίσθηση υπόγειας μνήμης, κάτι που διαρρηγνύει την αυτάρκεια του κλειστού ψυχισμού. Σαν να περνούν μέσα στο έργο θραύσματα ενός κόσμου που δεν παύει να υπάρχει έξω από το κτίσμα, αλλά και να το στοιχειώνει από μέσα. Τα field recordings και τα βινύλια δεν μπαίνουν εδώ ως εθνογραφικά ντοκουμέντα, ούτε ως παραθέματα ενός έξω κόσμου. Μπαίνουν ως υπολείμματα ζωής, σαν αυλακιές και ηχοτοπία που έχουν ήδη περάσει μέσα από τα φίλτρα της συλλογικής μνήμης και επιστρέφουν αλλοιωμένα, έτσι ακριβώς όπως οι ιδέες, οι πεποιθήσεις και οι νοητικές προδιαθέσεις του ήρωα του «Κτίσματος» απηχούν χιλιάδες χρόνια εξέλιξης του ανθρώπινου νου. Δηλαδή, όλα αυτά που πιστεύουμε ότι είναι δικές μας σκέψεις, δικές μας προσωπικότητες ή δικές μας μουσικές αποτελούν μόνο μία εκδήλωση, έναν κυματισμό της συνείδησης μιας νοημοσύνης διψασμένης να εκδηλωθεί μέσα από τις μικρές εγώτητές μας.
― Η παράσταση βασίζεται σε ένα περιβάλλον ήχου, φωνής και σώματος. Τι ρόλο παίζει η φωνή της Σαβίνας Γιαννάτου μέσα σε αυτήν τη σύνθεση; Είναι αφηγητής, χαρακτήρας ή κάτι άλλο;
Η Σαβίνα διαθέτει μια σπάνια φωνητική ευρυχωρία· μπορεί να περνά αβίαστα από τον λόγο στον ψίθυρο, από τη μελωδική υπαινικτικότητα στην καθαρή ηχητική ύλη της φωνής. Αυτό ήταν για μένα κομβικό, γιατί στο «Κτίσμα» δεν αναζητούσα μόνο μια φωνή που να μεταφέρει το νόημα του κειμένου αλλά μια φωνή που να ανασαίνει, να δονείται, να κουβαλά από μόνη της μια σωματική ένταση. Η δουλειά μας χτίστηκε πάνω σε πολύ λεπτές μετατοπίσεις: σε στιγμές όπου η φωνή αναλαμβάνει σχεδόν όλο το βάρος της παρουσίας, σε άλλες όπου χάνεται μέσα στο ηχητικό πεδίο, όπου ο λόγος παραμένει καθαρός, και σε άλλες όπου αρχίζει να ρευστοποιείται, να γίνεται πιο υπνωτικός, πιο εύθραυστος, πιο σωματοποιημένος. Δεν αντιμετωπίσαμε, λοιπόν, τη συνεργασία μας ως μια συμβατική σχέση συνθέτη και ερμηνεύτριας, αλλά ως μια κοινή άσκηση εγρήγορσης και ακρόασης. Με αυτή την έννοια, όλη η μουσική αρχιτεκτονική της παράστασης έχει διαμορφωθεί σε άμεση συνομιλία με τη σκηνική και φωνητική ιδιοσυγκρασία της Σαβίνας, κάτι που προέκυψε αυθόρμητα μέσα από την πολυετή και δημιουργική συναναστροφή μας.
― Έχετε ασχοληθεί με ανατολικές μουσικές παραδόσεις, παλαιά μουσική, αυτοσχεδιασμό και ηλεκτρονικό ήχο. Ποιο κοινό νήμα ενώνει όλες αυτές τις φαινομενικά διαφορετικές περιοχές;
Το κοινό νήμα, για μένα, δεν είναι κάποιο ύφος ή κάποιο είδος, αλλά ένας συγκεκριμένος τρόπος σχέσης με τον ήχο. Είτε πρόκειται για ανατολικές μουσικές παραδόσεις, είτε για παλαιά μουσική, είτε για αυτοσχεδιασμό ή ηλεκτρονικό ήχο, αυτό που με ελκύει είναι πάντα το πώς οργανώνεται ο χρόνος, πώς καλλιεργείται η προσοχή και πώς ένα μουσικό υλικό μπορεί να αποκτήσει βάθος χωρίς να χρειάζεται υπερφόρτωση. Οι ανατολικές παραδόσεις, και ιδιαίτερα η σχέση μου με το ούτι, μου έμαθαν την αξία του κρατήματος, της τροπικότητας, της μικρής μετατόπισης, της λεπτομέρειας στο ηχόχρωμα. Στην παλαιά μουσική μού αρέσει η αρμονική κομψότητα της μορφής και η λειτουργία της δομής. Ο αυτοσχεδιασμός με έφερε πιο κοντά στην εγρήγορση της στιγμής, στην ακρόαση του άλλου, στην αποδοχή του απρόβλεπτου. Και ο ηλεκτρονικός ήχος μού άνοιξε τη δυνατότητα να δουλεύω πιο αρχιτεκτονικά με την υφή, τον χώρο και τη διάρκεια. Άρα, αυτό που ενώνει όλες αυτές τις περιοχές είναι μια κοινή αναζήτηση: πώς ο ήχος μπορεί να γίνει τρόπος παρουσίας. Πώς μπορεί να σε μάθει να μεταμορφώνεις ακόμη και το ελάχιστο υλικό σε εμπειρία. Δεν τις βλέπω λοιπόν ως διαφορετικούς κόσμους αλλά ως διαφορετικές πύλες προς την ίδια άσκηση ακρόασης.
― Είστε καθηγητής στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Πώς επηρεάζει η ακαδημαϊκή έρευνα τη μουσική σας πράξη; Υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στη θεωρία και στον αυτοσχεδιασμό;
Δεν το βιώνω ως σύγκρουση. Περισσότερο ως μια διαρκή αλληλοτροφοδότηση. Η ακαδημαϊκή έρευνα δεν έρχεται να «διορθώσει» τη μουσική πράξη, ούτε ο αυτοσχεδιασμός να ακυρώσει τη «γραμμένη» μουσική. Αυτό που κάνει η έρευνα είναι να μου ανοίγει γενεαλογίες και να μου δίνει εργαλεία να κατανοώ βαθύτερα τις ανατομίες του ήχου, τις πολιτισμικές του διαδρομές, τη σχέση του σώματος με την ακρόαση. Και αυτό περνά αναπόφευκτα και στη σύνθεση και στη σκηνική πράξη. Από την άλλη, ο αυτοσχεδιασμός μού θυμίζει συνεχώς ότι η γνώση δεν είναι ποτέ αυτάρκης. Ότι πρέπει κανείς να παραμένει εναργής, να ξε-μαθαίνει, να μην εγκλωβίζεται στις βεβαιότητές του. Με αυτή την έννοια, η θεωρία και ο αυτοσχεδιασμός συναντιούνται ακριβώς στην ενεργητική ακρόαση: στο να ακούς με περισσότερη προσοχή, με λιγότερο έλεγχο και με μεγαλύτερη διαθεσιμότητα απέναντι σε αυτό που συμβαίνει τη στιγμή που συμβαίνει.
― Η μουσική σας συχνά μιλά για «βαθιά ακρόαση». Σε μια εποχή που όλα παίζονται στο background ενός κινητού, πιστεύετε ότι ο κόσμος έχει χάσει την ικανότητα να ακούει;
Νομίζω πως η ανάγκη για βαθιά ακρόαση δεν έχει χαθεί αλλά, αντιθέτως, αναμένει την ενεργοποίησή της ως φυσικής άμυνας απέναντι στις όλο και πιο ισχυρές πιέσεις που δεχόμαστε προκειμένου να καταναλώνουμε και όχι να βιώνουμε. Όταν και όποτε, ως ακροατές, νιώθουμε ότι ο μουσικός μάς προσκαλεί σε μια από κοινού εξερεύνηση και εκπέμπει την αλήθεια της προσωπικής του ιστορίας, αφηνόμαστε σε αυτόν και οι άμυνες, τα προσωπικά γούστα, οι αυτοματισμοί μας πέφτουν.
― Γιατί επιλέξατε το όνομα Thymus Gland; Υπονοεί κάτι βιολογικό, σχεδόν σωματικό. Έχει σχέση με το πώς αντιλαμβάνεστε τη μουσική;
Πάντα μου άρεσαν τα ψευδώνυμα και, κάπως ζηλιάρικα, ήθελα κι εγώ να παίξω αυτό το παιχνίδι. Ξεκίνησε όταν άρχισα να κάνω ραδιοφωνικές εκπομπές ως DJ και όχι ως μουσικός. Το όνομα Thymus Gland με τράβηξε γιατί ο θύμος αδένας είναι ένα πραγματικό όργανο του σώματος, κρυμμένο πίσω από το στέρνο, κοντά στην καρδιά. Είναι κάτι αφανές αλλά ουσιαστικό, που δουλεύει σιωπηλά από μέσα και συνδέεται με την άμυνα του οργανισμού. Ο θύμος αδένας είναι κρίσιμος για την ωρίμανση των Τ-λεμφοκυττάρων, δηλαδή των κυττάρων που «εκπαιδεύουν» το ανοσοποιητικό σύστημα να ξεχωρίζει το «δικό μας» από το «ξένο». Αυτή η ιδέα με αγγίζει, δεν ξέρω γιατί ακριβώς. Όπως και να ’χει, το όνομα αυτό το βρήκε η αγαπημένη μου σύντροφος και σύζυγος και αυτός είναι ίσως ο καλύτερος λόγος για να το κρατήσω.
― Πείτε μου μερικά πράγματα για το Μουσικό Χωριό.
Το Μουσικό Χωριό είναι για μένα κάτι σαν δεύτερη οικογένεια. Εκεί δοκιμάστηκαν και στέριωσαν μερικές από τις πιο ουσιαστικές φιλίες και συνεργασίες της ζωής μου, όχι μόνο μέσα από τα εργαστήρια και τις συναυλίες, αλλά κυρίως μέσα από τη συνύπαρξη, τις συζητήσεις, τα κοινά ακούσματα και τον χρόνο που μοιραζόμαστε κάθε καλοκαίρι. Ακόμα και το «Κτίσμα» δεν θα είχε υπάρξει ούτε καν ως ιδέα, αν οι συντελεστές του δεν είχαμε έρθει κοντά μέσα από αυτή την κοινότητα. Αυτό είναι ίσως και το πιο πολύτιμο στοιχείο του Μουσικού Χωριού: ότι δεν παράγει απλώς εκδηλώσεις αλλά σχέσεις. Φέτος γιορτάζουμε τα 20 χρόνια από την ίδρυσή του και αυτό έχει μια ιδιαίτερη συγκίνηση για όλους μας. Πέρα από τις τέσσερις εβδομάδες εργαστηριακών δράσεων, ετοιμάζουμε και αρκετές μουσικές, γιορτινές εκπλήξεις. Σε λίγες μέρες το πρόγραμμα θα είναι στον αέρα και όλη η ομάδα μας το περιμένει με μεγάλο ενθουσιασμό.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την μουσική περφόρμανς «Το Κτίσμα» εδώ.