«Το καθιστικό οργιάζει από ανθεκτικά, φουντωτά φυτά, προστατευμένα πίσω από την τζαμαρία του τρίφατσου παράθυρου: η πληθωρική μονστέρα που απλώνει τα γυαλιστερά φύλλα της προς τα έξω· ένας φίκος λυράτα που φτάνει ως το ταβάνι, φυτεμένος σε ένα μεγάλο τσιμεντένιο κασπό· δύο ράφια φορτωμένα με κισσούς εσωτερικού χώρου και κρεμαστές πεπερόμιες, που τα φυλλώματά τους μπλέκονται μεταξύ τους, αγγίζοντας το πάτωμα. Σε μια γωνιά, επάνω σε ένα σύμπλεγμα από σκαμνάκια και αναποδογυρισμένα καφάσια, υπάρχει μια μικρή ζούγκλα από αλοκάσιες, γιγάντιες ευφορβίες, φίκους μπέντζαμιν και φιλόδεντρα με χνουδωτούς μίσχους, στρελίτσιες και ντιφενμπάχιες. Στη συνέχεια, ένα ξύλινο ρολ τοπ και από πάνω γυάλες με βλαστούς, φυτά αράχνες, ένας σπόρος αβοκάντο που έχει ήδη βλαστήσει και μια δράκαινα που μοιάζει με μικρό χέρι έτσι όπως πέφτει η σκιά της πάνω στον τοίχο…».
Η περιγραφή αυτή που ανοίγει τη «Βίβλο των ψηφιακών νομάδων», το best seller του Βιντσέντζο Λατρόνικο «Η Τελειότητα», συνοψίζει σε μερικές σειρές τη μανία με τα φυτά που εδώ και περίπου μια δεκαετία έχει πιάσει ανθρώπους κάθε ηλικίας –όχι, δεν είναι «προνόμιο» μόνο των millennials, παρότι οι εκπρόσωποι της γενιάς τους φάνηκαν περισσότερο στα social media– και ως απολογισμό έχει αφήσει πίσω της εκατομμύρια άδειες γλάστρες, πανάκριβα ντιζαϊνάτα κασπό, και, φυσικά, άπειρα νεκρά φυτά. Αμέτρητα. Το καθιστικό του διαμερίσματος του Τομ και της Άννας θα μπορούσε να είναι το καθιστικό ανθρώπων σε κάθε σημείο του πλανήτη: πλασάρεται από τα social media ως ιδανικό, με τα ίδια έπιπλα, τα ίδια διακοσμητικά, τα ίδια φυτά που επιβλήθηκαν με έναν σχεδόν ύπουλο τρόπο ως ντεκόρ και ως απαραίτητα αντικείμενα που συμπλήρωναν το design ενός χώρου.
«Όταν αγοράζουμε ένα φυτό, στην ουσία το υιοθετούμε, είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που αντί να είναι στη φύση και να αναπτύσσεται όπως του κάνει κέφι, είναι στο σπίτι μας».
Η μανία με τα φυτά ήταν μια τάση που καλλιεργήθηκε από το Instagram και το Pinterest όταν τα social media άρχισαν να ορίζουν τάσεις, γούστα, αισθητική, και τα φυτά αποδείχτηκαν μια κερδοφόρα επιχείρηση – με τεράστια κέρδη. Ξαφνικά, εκεί που η νέα γενιά είχε μόνη ασχολία τον ψηφιακό κόσμο, τα gadgets, τα πανάκριβα κινητά, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και την αναζήτηση σεξ μέσω application, ανακάλυψε τα ξεχασμένα φυτά της γιαγιάς από τα ’60s και τα ’70s και οι εικόνες με τα «πράσινα» διαμερίσματα που άρχισαν να κατακλύζουν το Instagram μάζευαν εκατοντάδες χιλιάδες likes. Όλοι ήθελαν ένα φυτό σαν κι αυτό που υπήρχε στα δημοφιλή προφίλ, σε σπίτια που έμοιαζαν ονειρεμένα και εξωτικά, και λέξεις όπως «πιλέα» και «πεπερόμια», «φίκος λυράτα», «μονστέρα», «αλοκάσια» και ένα σωρό λατινικές βοτανικές ονομασίες τροπικών φυτών κυριαρχούσαν για χρόνια στις αναζητήσεις του Google, δημιουργώντας μια νέα παγκόσμια εσπεράντο.
Οι κάθε λογής influencers που γιγάντωσαν την τάση του urban jungle συνεισέφεραν στη νέα μανία που κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα εξελιχθεί: σε ένα καλοστημένο παιχνίδι εκατομμυρίων ευρώ με θύματα ανίδεους και άσχετους καταναλωτές, που εξαπατημένοι από την εικόνα θεώρησαν τους εαυτούς τους «green fingers». Όλοι όσοι ξετρελαθήκαμε με τα φυτά, λειτουργήσαμε άθελά μας ως influencers, αγοράζοντας, στολίζοντας, φωτογραφίζοντας, δείχνοντας γλάστρες με φυτά εσωτερικού χώρου (που το φυσικό τους περιβάλλον είναι η ζούγκλα ή περιοχές με τροπικό κλίμα, γιατί κανένα φυτό δεν είναι προορισμένο να ζήσει μέσα σε διαμέρισμα), παίζοντας εν αγνοία μας το παιχνίδι των φυτωρίων και των μεγαλοεισαγωγέων που εκμεταλλεύτηκαν αυτήν την τεράστια δημοσιότητα για να πλουτίσουν. Και ακόμα πλουτίζουν.
Τρέξαμε όλοι σε φυτώρια και ανθοπωλεία να προμηθευτούμε φυτά που βλέπαμε καταπράσινα και υγιή στα αμερικάνικα και τα σκανδιναβικά διαμερίσματα, δίνοντας μια περιουσία για είδη που κανείς δεν μας είπε ότι ήταν καταδικασμένα να πεθάνουν στο κλίμα της Αττικής. Χάσαμε δεκάδες φυτά, εκατοντάδες, τα οποία αντικαταστήσαμε με νέα, ακόμα πιο ακριβά και εξωτικά, επιχειρήσαμε να καλλιεργήσουμε σπάνια είδη, ελαττωματικά variegated (με λευκές ποικιλομορφίες), απογοητευτήκαμε, στεναχωρηθήκαμε, στηριχτήκαμε σε φρούδες ελπίδες – ξεκινώντας τη συλλογή ξανά από την αρχή (και ξανά και ξανά). Παρότι καταλάβαμε ότι όλο αυτό ήταν στην ουσία μια απάτη, δεν πτοηθήκαμε, εξακολουθούμε να αγοράζουμε (και να σκοτώνουμε) φυτά, επιμένοντας σε ανύπαρκτες προσδοκίες, γιατί η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία –αφού μας έχει μετατρέψει πρώτα σε «δολοφόνους φυτών».
«Η τάση του Urban Jungle γεννήθηκε γύρω στο 2013 ως μια αθώα πρωτοβουλία δύο μπλόγκερ, του Ίγκορ Γιοσίφοβιτς και της Γιούντιθ ντε Χράαφ», λέει η Ειρήνη Μαύρου, που δηλώνει συλλέκτρια φυτών και είναι ομοιοπαθής και αμετανόητη. «Οι δυο τους ίδρυσαν την κοινότητα “Urban Jungle Bloggers”, μια παγκόσμια ομάδα ανθρώπων που μοιράζονταν το πάθος τους για τη ζωή με τα φυτά στα τσιμεντένια διαμερίσματα. Αυτό που ξεκίνησε ως μια ρομαντική ανάγκη για βιοφιλία, δηλαδή ως αγάπη για τη ζωή και ανάγκη σύνδεσης της ανθρώπινης ύπαρξης με τα υπόλοιπα έμβια όντα, συνεπώς και με τα φυτά, γρήγορα γιγαντώθηκε και, δυστυχώς, αλλοτριώθηκε. Μέσα από αυτή την τάση προωθήθηκαν είδη που έγιναν αμέσως εμβληματικά – αυτά που προανέφερες και άλλα. Η ανάγκη αυτή για επιστροφή στη φύση πέρασε κυρίως μέσα από το Instagram αλλά και κάποιες καλαίσθητες εκδόσεις που λειτούργησαν ως ευαγγέλια αισθητικής. Έπεισαν τον κόσμο ότι ένα σπίτι είναι ημιτελές χωρίς αυτά τα φυτά, τα οποία κατέληξαν, δυστυχώς, από ζωντανοί οργανισμοί, απαραίτητο ντεκόρ.
Στην Ελλάδα η τάση του Urban Jungle άρχισε να γίνεται αισθητή περίπου το 2017-2018, αλλά κορυφώθηκε εκρηκτικά την περίοδο 2019-2021. Η είσοδός της στη χώρα μας έγινε από τα social media· κυρίως οι millennials (η γενιά των γεννημένων μεταξύ 1981-1996) υιοθέτησαν τα φυτά ως τα νέα τους κατοικίδια. Η τάση αυτή πήρε ξώφαλτσα και την Generation X, στην οποία ανήκω. Είχα συνηθίσει να βλέπω τα φυτά ως ζωντανούς οργανισμούς και όχι ως ψηφιακά τρόπαια, ωστόσο ομολογώ ότι η εν λόγω “νόσος” είναι πολύ μεταδοτική, και κόλλησα κι εγώ. Έχω δωμάτιο φυτών που μέσα έχει μόνο τον υπολογιστή μου και τα φυτά, χωρίς όμως άλλα “κόλπα”, εκτός από ένα θερμόμετρο. Εκεί πίνω κάθε πρωί το καφεδάκι μου και ακούω τη μουσική μου, ανάμεσα στα φυτούδια μου. Ο κομβικός χρονικά σταθμός στην Ελλάδα για την Urban Jungle τάση ήταν η πανδημία και ο εγκλεισμός λόγω Covid (2020-2021) που έκανε χιλιάδες ανθρώπους να στραφούν στα φυτά εσωτερικού χώρου ως εκτονωτική ψυχαγωγική ενασχόληση εντός των τειχών, προκαλώντας κατακόρυφη αύξηση των πωλήσεων.
Τότε δημιουργήθηκαν και εξειδικευμένα concept stores, πολυχώροι δηλαδή, με ισχυρή ταυτότητα που πουλούσαν το Urban Jungle ως ένα έτοιμο πακέτο διακόσμησης και εμπειρίας lifestyle. Αυτά τα μέρη έκαναν την “πράσινη” ζωή να φαίνεται ως ένας εφικτός, στυλάτος αλλά και άκρως ινσταγκραμικός τρόπος ζωής και στα μέσα εμφανίστηκαν εκτενή άρθρα για το πώς να φτιάξεις μια “αστική ζούγκλα” στο σαλόνι σου. Θεωρώ ότι αυτή η επανάσταση μεταλλάχθηκε σταδιακά σε μια κερδοφόρα μανία, καθοδηγούμενη από τους αλγόριθμους και τα συμφέροντα των μεγάλων παραγωγών. Αυτοί οι μεγάλοι παίκτες, κυρίως οι Ολλανδοί, που έχουν επενδύσει κυρίως στην ιστοκαλλιέργεια, εκμεταλλεύονται την οπτική τελειότητα των φυτών για να “σπρώχνουν” viral trends. Η ιστοκαλλιέργεια (tissue culture) είναι μια εργαστηριακή μέθοδος, όπου από ένα και μόνο κύτταρο αναπαράγονται χιλιάδες πανομοιότυποι κλώνοι σε αποστειρωμένες συνθήκες. Αυτή βρίσκει εφαρμογή σε χιλιάδες γένη φυτών, έτσι κατακλύζεται η αγορά με ευαίσθητα, “βιομηχανοποιημένα” φυτά, που χαλάνε πανεύκολα. Σε αυτό το παιχνίδι κέρδους συμμετέχουμε όλοι μας, εν αγνοία μας, καθώς με το να ανεβάζουμε φωτογραφίες στα social media γινόμαστε και οι ίδιοι ο μοχλός που απογειώνει τη ζήτηση.
Τα φυτά αυτά, δηλαδή τα τροπικά και ειδικά τα περιζήτητα Albo, καταρρέουν στα σπίτια μας γιατί αγνοούμε τη βασική τους βιολογία. Η λευκή ποικιλοχρωμία (variegation) είναι στην πραγματικότητα μια γενετική “αδυναμία”: τα λευκά μέρη των φύλλων δεν διαθέτουν χλωροφύλλη, άρα δεν μπορούν να φωτοσυνθέσουν. Αυτό κάνει το φυτό να δουλεύει στο 50% των δυνατοτήτων του, ενώ την ίδια στιγμή το λευκό τμήμα είναι εξαιρετικά ευάλωτο. Ο ήλιος μπορεί να κάψει τα λευκά μέρη, γιατί δεν έχουν προστασία. Από την άλλη, αν το φως είναι λίγο, το φυτό εγκαταλείπει το λευκό και από variegated γίνεται reverted, δηλαδή όλο πράσινο για να επιβιώσει, χάνοντας την ακριβοπληρωμένη αισθητική του. Και, φυσικά, το σοκ της μετάβασης από το ολλανδικό θερμοκήπιο με τις άκρως ελεγχόμενες, τέλειες συνθήκες στην ελληνική ξηρασία είναι τεράστιο. Πεθαίνουν τα φυτά, είτε από την έλλειψη υγρασίας είτε από την τοποθέτηση σε σκοτεινά σημεία για χάρη της διακόσμησης (για να ταιριάζουν με το κάλυμμα του καναπέ) ή από το υπερβολικό πότισμα, που προκαλείται από το άγχος μας να τα κρατήσουμε ζωντανά – κλασικό παράδειγμα η υποφαινόμενη.
Επίσης, πρέπει να πω ότι υπάρχει μια γενικότερη βάσιμη υποψία ότι πολλά από τα σύγχρονα φυτά που κυκλοφορούν στην αγορά είναι “σχεδιασμένα” για να έχουν ημερομηνία λήξης, θυμίζοντας κάπως την προγραμματισμένη αχρηστία των ηλεκτρονικών συσκευών. Δεν μιλάμε μόνο για τα τροπικά πια. Όλα τα νέα υβρίδια που κατακλύζουν τα ράφια των μεγάλων αλυσίδων καλλιεργούνται με αποκλειστικό γνώμονα την εμπορική τους εικόνα –δηλαδή έντονα χρώματα και εντυπωσιακή εμφάνιση– ώστε να λειτουργούν ως “ζωντανά διακοσμητικά” και όχι ως μακρόβιοι οργανισμοί. Αναπτύσσονται σε εργαστηριακές συνθήκες, με ορμόνες και χημικά που τα κάνουν να δείχνουν στην ακμή τους τη στιγμή της πώλησης, όμως στερούνται της γενετικής στιβαρότητας που θα τα βοηθούσε να επιβιώσουν στο περιβάλλον του σπιτιού μας. Αυτό οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο: το φυτό καταρρέει έπειτα από λίγο και ο καταναλωτής, θεωρώντας εσφαλμένα ότι ο ίδιος απέτυχε, προχωρά σε μια νέα αγορά. Έτσι η φύση μετατρέπεται σε ένα ακόμα αναλώσιμο προϊόν, υπονομεύοντας την ουσιαστική, μακροχρόνια θεραπευτική σχέση που επιδιώκουμε να χτίσουμε με τα φυτά.
Μιλώντας για τα συλλεκτικά και τα τροπικά φυτά, συχνά αναρωτιέμαι γιατί μας έλκει τόσο πολύ το σπάνιο. Νομίζω ότι η ανάγκη μας για το δυσεύρετο και το σπάνιο πηγάζει, εν μέρει, από μια βαθιά επιθυμία να νιώσουμε ξεχωριστοί, αναζητώντας κάτι που αντικατοπτρίζει τη δική μας μοναδικότητα. Δεν είναι όμως μόνο ματαιοδοξία· είναι μια τρυφερή προσπάθεια να συνδεθούμε με κάτι που απαιτεί την απόλυτη προσοχή μας. Όταν φροντίζεις ένα σπάνιο φυτό, νιώθεις ότι γίνεσαι ο προστάτης μιας εύθραυστης ομορφιάς που οι άλλοι ίσως προσπερνούν. Υπάρχει μια γλυκιά παρηγοριά, ίσως ασυνείδητα, στην ιδέα ότι αν το φυτό επιβιώσει στα χέρια σου, τότε ίσως κι εσύ έχεις τη δύναμη να τα βγάλεις πέρα στις δικές σου δύσκολες περιόδους.
Γι’ αυτό και η αποτυχία πονάει διπλά: δεν είναι απλώς χρήματα, αλλά ένα κομμάτι από τον χρόνο και την ελπίδα που επένδυσες στην καλλιέργεια. Από την άλλη, αν το σκεφτούμε περισσότερο, το να φέρεις λίγο πράσινο στο σπίτι σου δεν είναι απλώς θέμα διακόσμησης, αλλά μια κίνηση αυτοφροντίδας απέναντι στη μοναξιά που όλοι νοιώθουν κάποιες φορές στην πόλη. Η καθημερινή ρουτίνα με τα φυτά –το πότισμα, το καθάρισμα των φύλλων, η αναμονή για μια νέα ρίζα– λειτουργεί ως μια φυσική αγχολυτική θεραπεία που σου δίνει σκοπό και σε συνδέει με κάτι ζωντανό. Μέσα σε αυτήν τη μικρή εσωτερική ζούγκλα, το στρες υποχωρεί και η αίσθηση ότι “φροντίζεις και φροντίζεσαι” γίνεται το καλύτερο αντίδοτο στην αποξένωση της σύγχρονης καθημερινότητας.
Προσωπικά, καλλιεργώ ή μάλλον προσπαθώ ακόμη να καλλιεργήσω τις γεσνερίδες, ιδιαίτερα φυτά που δεν είναι τόσο viral στην Ελλάδα, λόγω της μεγάλης τους δυσκολίας να επιβιώσουν στη ζέστη μας. Είναι για μένα καλλιεργητική πρόκληση, αλλά δεν τα έχω αγαπήσει γι’ αυτό. Με γοητεύει η ομορφιά τους. Όμως έχω χάσει τις τελευταίες τρεις συνεχόμενες χρόνιες ολόκληρη τη συλλογή. Και προσπαθώ από την αρχή. Αλλά αν δεν τα καταφέρω και φέτος, μάλλον θα πρέπει να τα εγκαταλείψω. Έχω δώσει ένα σκασμό λεφτά για αυτά και δεν μου περισσεύουν, όπως και σχεδόν σε κανέναν μας πια. Είμαι σίγουρη όμως πως αν οι “μεγάλοι” του εμπορίου τα έπαιρναν χαμπάρι, θα έπεφταν πάνω τους σαν τα κοράκια για να τα προωθήσουν μαζικά.
Θεωρώ ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες καλλιεργητών. Πραγματικοί καλλιεργητές που φροντίζουν σπάνια είδη από αγνή αγάπη και άλλοι που ίσως θέλουν και λιγάκι να πουλήσουν μούρη που λέμε, τύπου “κοίτα εγώ τι έχω”, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που εκθέτουν τις διακοπές τους, την κορμάρα τους στην παραλία, τους πολλούς τους φίλους κ.λπ. Αλλά αυτή είναι μια άλλη δύσκολη μεγάλη κουβέντα και “ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω”. Αυτός ο ελιτισμός αποκορυφώνεται στις δημοπρασίες του Facebook, όπου ένα albo node (ένα κλαδάκι με «μάτι» και ρίζα) μονστέρας ή σπάνιου φιλόδεντρου, μήκους ενός εκατοστού, αγγίζει τα 40 ευρώ. Βρέθηκα ακούσια σε συνομιλίες δημοπρασιών στο messenger όπου, όταν ζήτησα κάτι πιο προσιτό, όπως βολβάκια αλοκάσια, γύρω στα 4 ευρώ, εισέπραξα ειρωνεία επειδή δεν είχα “υψηλό κασέ”. Μήπως τελικά για κάποιους τα φυτά δεν είναι ζωή, αλλά επίδειξη;
Εννοείται πως με επηρέασαν οι εικόνες που έβλεπα στο ίντερνετ. Instagram δεν έχω, χρησιμοποιώ το Pinterest και βέβαια είμαι μέλος σε πάρα πολλές ομάδες στο Facebook που είναι όλες σχετικές με φυτά, περνάω πολλές ώρες χαζεύοντας φωτογραφίες άλλων ανθρώπων ή ψάχνω σε e-shop. Συχνά βλέπουμε αυτές τις τέλειες γωνιές σε σπίτια άλλων ανθρώπων και πιστεύουμε ότι άμα αγοράσουμε το ίδιο φυτό, θα μεταφέρουμε λίγη από εκείνη τη λάμψη στο δικό μας σπίτι. Δηλαδή τα social media σε κάνουν να ερωτεύεσαι την εικόνα προτού καν καταλάβεις αν το φυτό μπορεί να ζει στο σπίτι σου. Τα φυτά παρουσιάζονται μάλλον ως το απόλυτο lifestyle αξεσουάρ. Δηλαδή, από ζωντανοί οργανισμοί μετατράπηκαν σε στοιχεία design, που είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί οι τέλειες φωτογραφίες δεν έδειχναν ποτέ ούτε τα χώματα, ούτε τις λάσπες όταν τα ποτίζεις, ούτε τη βαμβακάδα που πιάνουν, ούτε τα σημάδια από τον τετράνυχο, δεν είχαν ποτέ ξερά ή ελαττωματικά σημεία και σε έκαναν να πιστέψεις ότι η φροντίδα τους είναι μόνο χαλάρωση. Δεν είναι, γιατί πάρα πολύ συχνά έρχεται και η απογοήτευση της αποτυχίας.
Γενικά αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι περίμενες το να διατηρήσεις φυτά στο κλίμα της Αθήνας. Βέβαια, η εμπειρία που έχει κανείς μετά τις αποτυχίες είναι πολύτιμη, αν ξανάρχιζες από την αρχή θα ζούσαν περισσότερα φυτά. Πρέπει να μάθουμε να ακούμε τις ανάγκες των φυτών, όχι να τους επιβάλλουμε τη φροντίδα που εμείς θέλουμε, πρέπει να παρατηρούμε τι πραγματικά χρειάζονται.
Έχω σκεφτεί αρκετές φορές πόσα φυτά έχουν περάσει από τα χέρια μου – αν μπορούσα να έχω όλα αυτά που έχω χάσει, θα κάλυπτα στρέμματα. Ένα ακόμη λάθος, εκτός από το υπερβολικό πότισμα που είπα ήδη, είναι και η έλλειψη παρατήρησης. Δηλαδή αγοράζουμε φυτά για την ομορφιά τους και τις περισσότερες φορές αγνοούμε τις ιδιαίτερες απαιτήσεις τους. Επιθυμούμε να έχουμε το φυτό αυτό δίπλα μας, στον χώρο μας και θέλουμε να προσαρμοστεί στη δική μας επιθυμία, ενώ η φύση δεν λειτουργεί έτσι και τα φυτά μαραζώνουν σιωπηλά, είτε από το πολύ νερό είτε από τον πολύ ήλιο είτε από τον λίγο ήλιο ή από την πολλή ζέστη ή καμιά φορά και από το πολύ κρύο, γιατί απλώς δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους δικούς μας κανόνες.
Πριν από τρία χρόνια έχασα ολόκληρη τη συλλογή από σενπόλιες –εκατό σενπόλιες περίπου όλες name varieties–, έχω χάσει και πολλές κοχλέριες. Βλέπω στο εξωτερικό τις Ουκρανές και τις Ρωσίδες και τους Ρώσους πώς καλλιεργούν τη σενπόλια ή την Ντέιλι Μάρτενς που είναι κορυφή στις γεσνερίδες στην Αμερική. Έχουν ολόκληρα δωμάτια τα οποία είναι γεμάτα ραφιέρες: κάθε ράφι έχει μια λάμπα ανάπτυξης και βάζουν εκεί τα φυτά, συνήθως τα ποτίζουν με φιτίλι και τα έχουν σε σταθερές συνθήκες, με το φως, την υγρασία και τη θερμοκρασία που πρέπει. Αυτό όμως δεν μπορείς να το κάνεις στο σπίτι σου γιατί θα σαπίσουν οι τοίχοι και αν έχεις βιβλία θα τα φάει η υγρασία. Τα βιβλία και τα φυτά δεν πάνε μαζί.
Αυτό που έμαθα πια είναι ότι δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν τα περισσότερα φυτά που μου αρέσουν στο κλίμα της Αττικής. Πολλά τροπικά φυτά υποφέρουν από την ξηρασία και τις απότομες μεταβολές. Για παράδειγμα, όσες καλαθέες και όσες φτέρες πήρα τώρα, τις πέθανα – ειδικά οι φτέρες θέλουν δροσιά και υγρασία. Γενικά νομίζω ότι με αυτά τα φυτά είναι χαμένη η μάχη άμα χτυπάει σαρανταπεντάρια ο υδράργυρος. Επίσης, η ξαφνική παγωνιά έχει το ίδιο αποτέλεσμα, αν η θερμοκρασία πέσει κάτω από το μηδέν.
Οι οδηγίες που σου δίνουν γενικά τα μαγαζιά όταν αγοράζεις ένα φυτό είναι απελπιστικά γενικές και τυποποιημένες, δηλαδή σου λένε “λίγο νερό μία φορά τη βδομάδα” ή ότι “θέλει φωτεινό μέρος, χρειάζεται φως”. Αυτό είναι παγίδα, γιατί το φωτεινό μέρος σε ένα διαμέρισμα δεν έχει καμία σχέση με μία τζαμαρία ή με μία αυλή. Είναι διαφορετικός ο φωτισμός. Επίσης, οι οδηγίες σπάνια λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές συνθήκες της Αττικής. Σε βάζουν να ποτίζεις παραπάνω ή να αφήνεις το φυτό να διψάει χωρίς να καταλαβαίνεις τι συμβαίνει στη γλάστρα.
Οι πωλητές των concept stores-ανθοπωλείων τις περισσότερες φορές, όχι μόνο τώρα που έγινε η τάση αλλά από πάντα, δεν γνωρίζουν καν τα ονόματα των φυτών, πόσο μάλλον τις ανάγκες τους. Ειδικά στα μεγάλα καταστήματα, τα φυτά αντιμετωπίζονται απλώς ως εμπόρευμα ραφιού. Μπορεί να ξέρουν το όνομα στην ετικέτα, κι αν δεν έχει ετικέτα συνήθως δεν το ξέρουν καν. Αν τους ρωτήσεις, για παράδειγμα, “γιατί οι σενπόλιες μου πεθαίνουν το καλοκαίρι;”, σπάνια θα πάρεις μία απάντηση που βασίζεται σε πραγματική εμπειρία. Πουλάνε δηλαδή την εικόνα χωρίς να ξέρουν τη βιολογία του φυτού. Αυτό δεν είναι καθόλου ειλικρινές. Είναι καθαρά θέμα marketing και όταν βαφτίζουν “εύκολο” ένα φυτό που θέλει 80% υγρασίας για να επιβιώσει στην ξηρασία της Αθήνας, ουσιαστικά σε προετοιμάζουν για μια σίγουρη αποτυχία. Απογοητευόμαστε όλοι, νομίζουμε ότι δεν το έχουμε με την κηπουρική, ενώ το λάθος ξεκινάει από την πώληση.
Όταν αγοράζουμε ένα φυτό, στην ουσία το υιοθετούμε, είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που αντί να είναι στη φύση να αναπτύσσεται όπως του κάνει κέφι, είναι στο σπίτι μας. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να δεσμευτούμε για την καλλιέργειά του και τη φροντίδα του. Χρειάζεται αφοσίωση, δηλαδή, να τηρούμε ευλαβικά προγράμματα και να παρέχουμε σταθερά τις συνθήκες που χρειάζεται».
«Επειδή τα καλοκαίρια πια είναι πολύ δύσκολα, έχουμε πολύ υψηλές θερμοκρασίες», προσθέτει ο Θεοφάνης Κωνσταντινίδης, καθηγητής Συστηματικής Φυτών & Βιοποικιλότητας στο τμήμα Βιολογίας του ΕΚΠΑ, «χρειάζεται air condition σε μόνιμη βάση σε κάποιον χώρο, για να ρυθμίζεται η θερμοκρασία σε πιο χαμηλά επίπεδα. Δεν φταίνε τα φυτά, ούτε φταίνε αυτοί που τα πουλάνε, η γνώμη μου είναι ότι εμείς οι ίδιοι όταν τα αγοράζουμε δεν κατανοούμε τις ανάγκες τους. Οπότε, θεωρούμε ότι μπορούμε και να έχουμε φυτά που είναι ευαίσθητα ή έχουν ιδιαίτερες θερμοκρασιακές απαιτήσεις, αλλά και να κάνουμε διακοπές το καλοκαίρι αφήνοντας κάποιον να τα φροντίζει απλώς με ένα πότισμα. Δεν γίνεται αυτό, δυστυχώς, εκτός αν κάποιος έχει ένα σπίτι που έχει μόνιμα ανοιχτό air condition, έχει μόνιμη φροντίδα και υγρασία, ατμοσφαιρική και στο χώμα, ή υπάρχει κάποιος άλλος άνθρωπος με την ίδια τρέλα, εκπαιδευμένος, που ξέρει πώς να τα περιποιηθεί όταν λείπεις και μπορείτε να αλληλοβοηθιέστε.
Οι περισσότεροι βλέπουν τα φυτά ως διακοσμητικά, δεν αντιλαμβάνονται ότι είναι ζωντανοί οργανισμοί. Δεν είναι τυχαίο ότι στα μεγάλα πολυκαταστήματα τα φυτά υπάρχουν ως μέρος του ντεκόρ – και είναι και αναλώσιμα, τα αλλάζουμε κάθε τόσο. Αν πάει κάποιος πολύ συχνά σε αυτά τα μαγαζιά, βλέπει και τις δικές τους απώλειες, δηλαδή δεν ξέρουν να τα φροντίσουν και τα πετάνε.
Μην περιμένεις από τους Έλληνες διαμετακομιστές να σε ενημερώσουν για τις απαιτήσεις του φυτού που θα αγοράσεις, γιατί δεν έχουν ιδέα. Οι περισσότεροι ανθοπώλες και φυτωριούχοι κάνουν μόνο εισαγωγές, τίποτε άλλο, δεν γνωρίζουν και πολλά για τα φυτά που πουλάνε. Πάει ο μέσος αγοραστής που δεν ξέρει και δεν έχουν να του πουν τίποτα για το φυτό που επιλέγει ή θα του πουν μόνο λάθος πράγματα – ακόμα και το χώμα που θα χρησιμοποιήσει, που του δίνουν να αγοράσει, δεν είναι κατάλληλο. Δηλαδή η μοίρα του φυτού είναι προδιαγεγραμμένη: θα πεθάνει. Αν δεν ξέρεις εσύ κάποια πράγματα, αν εσύ δεν έχεις την εμπειρία για το πώς θα χειριστείς το φυτό, οι πωλητές του δεν σε βοηθάνε καθόλου, το βλέπουν κι αυτοί ως ένα εμπόρευμα που πρέπει να διώξουν.
Δεν είναι τυχαίο που μερικές φορές βλέπουμε σε βίντεο να λέει “σήμερα παραλάβαμε αυτά τα φυτά” και όταν τα παραλάβουν, το πρώτο που θέλουν είναι να τα ξεφορτωθούν, να τα πουλήσουν για να κερδίσουν. Ένας φίλος μου που δεν ζει στην Αθήνα και ασχολείται κι εκείνος με φυτά είχε δει σε ένα φυτώριο να έχουν αφρικανικές βιολέτες και μου είπε “φέρε μου, σε παρακαλώ, δυο τρεις να προσπαθήσω ξανά”, γιατί είναι πολύ δύσκολο να διατηρήσεις τέτοια φυτά στην Ελλάδα. Και πήγα και είδα τις αφρικανικές βιολέτες έξω, σε έναν χώρο με ήλιο και να τις ποτίζουν με τη μάνικα! Το φυτό είχε γίνει εντελώς μούσκεμα, βρισκόταν μέσα στο νερό, είχε γίνει υδρόβιο, είχα μείνει άφωνος από την άγνοια. Δεν περιμένω κάτι περισσότερο όμως, σε κάθε περίπτωση βλέπουν τα φυτά ως εμπόρευμα που πρέπει να διώξουν για να κερδίσουν, κάνουν απλώς μεταφορά από το φυτώριο της Ολλανδίας, της Γερμανίας. Είναι απλώς μια εισαγωγή, οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τα φυτά ως διακοσμητικά, που τα φέρνουν, τα βάζουν κάπου και περιμένουν να τα ξεφορτωθούν».
Αυτό που είναι εντελώς ανεξέλεγκτο και δημιουργεί μια κατάσταση με αρκετό «μαύρο» χρήμα και μεγάλες απογοητεύσεις είναι το ηλεκτρονικό εμπόριο φυτών που ανθίζει τα τελευταία χρόνια, με διακίνηση τεράστιων ποσών, τα οποία εξανεμίζονται από τον λογαριασμό σου ακριβώς όπως και τα φυτά που παραγγέλνεις. Τα ιντερνετικά πωλητήρια που διαθέτουν από μοσχεύματα και σπόρους μέχρι ολόκληρες γλάστρες με σπάνια φυτά, συνήθως δεν παρέχουν καμία εγγύηση για το αν θα λάβεις όντως το είδος που αγοράζεις. Δεν είναι καθόλου σπάνιο να πέσεις θύμα απάτης, γιατί οι πανάκριβοι σπόροι για μία δυσεύρετη οξαλίδα που αγόρασες από κάποιον Κινέζο στο e-bay μπορεί να αποδειχτούν απλό γρασίδι (τουλάχιστον μπορεί να χρησιμοποιηθεί για γατόχορτο), ενώ τα φυτά που καλλιεργεί κάποιος green finger τύπος στο δωμάτιό του και διαφημίζει στο Facebook, δημιουργούν ένα παραεμπόριο με κέρδη χιλιάδων ευρώ. Νόμιμα και παράνομα site με φυτά καλλιέργειας ή άγρια, κλεμμένα από τη φύση (άρα ακόμα πιο σπάνια και ακριβά), δημιουργούν ένα άτυπο χρηματιστήριο, με τις αξίες τους να ανεβοκατεβαίνουν ανάλογα με τη ζήτηση. Σε αυτό οι ορχιδέες και οι κάκτοι είναι τα ιερά δισκοπότηρα.
«Μετά από τόσες αποτυχίες και πεταμένα λεφτά, ίσως καταλήξουμε να στραφούμε σταδιακά σε πιο βιώσιμες επιλογές», λέει η Ειρήνη συνοψίζοντας. «Λόγω και της κλιματικής αλλαγής, είναι σοφότερο και πιο ηθικό, ίσως, να στραφούμε σε φυτά προσαρμοσμένα στο τοπικό μας κλίμα. Θα μπορούσαμε να καλλιεργούμε αυτοφυή ελληνικά φυτά, -υπάρχουν γνώστες στην Ελλάδα για τους μεσογειακούς κήπους και εξαιρετικά φυτώρια. Βέβαια, κακά τα ψέματα, η αισθητική των μεσογειακών φυτών δύσκολα ανταγωνίζεται αυτή των τροπικών -και, βέβαια, τα μεσογειακά δεν μπορείς να τα καλλιεργήσεις μέσα στο σπίτι. Τα τροπικά αντέχουν σε χαμηλό φωτισμό. Οι ανθεκτικοί στην ξηρασία κάκτοι, πάλι, μέσα στα αθηναϊκά διαμερίσματα, οδηγούνται συχνά σε εξασθένηση και παραμόρφωση (etiolation), μια ζημιά μη αναστρέψιμη. Εκτός κι αν είσαι τυχερός και έχεις κήπο ή ηλιόλουστο μπαλκόνι.
Σε κάποιον που τώρα ξεκινάει να αγοράζει φυτά και τα βλέπει στο Instagram, θα έλεγα ότι το Instagram δείχνει μόνο το τέλειο αποτέλεσμα, ποτέ τη διαδικασία και την αποτυχία. Θα του έλεγα να μην αγοράζει ένα φυτό μόνο για την εικόνα του, γιατί η πραγματική ομορφιά βρίσκεται στη φροντίδα του και στη σύνδεση που αναπτύσσει μαζί του και στο τελικό αποτέλεσμα που θα έρθει μέσω της φροντίδας που θα του παρέχει. Θα πρέπει να είσαι έτοιμος να λερώσεις τα χέρια σου, ίσως να χάσεις και μερικά φυτά, και να ξέρεις ότι η εικόνα που βλέπεις στην οθόνη θα είναι πάντα πιο ελκυστική από την πραγματικότητα.
Η συμβουλή μου θα ήταν να μελετήσει καλά τις απαιτήσεις των φυτών πρoτού τα αγοράσει και να σκεφτεί σοβαρά αν μπορεί να ανταποκριθεί στη δέσμευση που απαιτεί η φροντίδα τους. Δηλαδή θα πρέπει να ξέρει τις ανάγκες τους σε φως, νερό, υγρασία, θερμοκρασία, να ξέρει ότι δεν πρέπει να το τοποθετήσει απλώς εκεί που δείχνει πιο ωραίο ή εκεί που ταιριάζει με το κάλυμμα του καναπέ. Και να μην ξεχνάει ποτέ ότι η επιτυχία δεν έχει να κάνει με τα likes που θα πάρει αλλά με το πόσο ανταποκρίνεται το φυτό στη δική του φροντίδα μέσα στον χρόνο».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.