FacebookTwitter "Σε μια εβδομάδα όπου μια επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών κατηγόρησε τη χώρα του για γενοκτονία, ο Νετανιάχου έθεσε το ζήτημα της "αυτάρκειας" ή της οικονομικής ανεξαρτησίας. Οι Ισραηλινοί που είναι αρκετά μεγάλοι ώστε να θυμούνται τα προηγούμενα πειράματα της χώρας με την αυτάρκεια, μετά τα εμπάργκο όπλων του 1967 και του 1973, μπορούν να σας πουν πού οδηγεί αυτό. Τότε είχαν κατασκευάσει το δικό τους αυτοκίνητο, το Carmel Susita, ένα όχημα από υαλοβάμβακα (fiberglass) που κατέληξε να γίνει κάτι σαν εθνικό ανέκδοτο — ένα είδος "εβραϊκού Trabant". προσπάθησαν επίσης να αναπτύξουν το δικό τους μαχητικό αεροσκάφος, το Lavi, το οποίο όμως εγκαταλείφθηκε λόγω του υψηλού κόστους, και οι Ισραηλινοί πήραν τελικά αμερικανικά αεροπλάνα. Ένα από τα λίγα επιτυχημένα εγχώρια όπλα αυτής της περιόδου ήταν το άρμα μάχης Merkava, η κατασκευή του οποίου ξεκίνησε όταν η Βρετανία ακύρωσε ένα συμβόλαιο πώλησης αρμάτων Chieftain.
Μια μεταγενέστερη έκδοση αυτού του τανκ (Merkava) αποτελεί τώρα την αιχμή του δόρατος στην προέλαση προς την πόλη της Γάζας. Ωστόσο, η απόφαση της Γερμανίας να επιβάλει εμπάργκο στα όπλα που χρησιμοποιούνται εκεί, αναγκάζει προμηθευτές όπως η Renk, η οποία κατασκευάζει το κιβώτιο ταχυτήτων του Merkava, να αναθεωρήσουν τη στάση τους. Το Ισραήλ μπορεί να είναι σε θέση να κατασκευάσει πολλά από τα όπλα του μόνο του – όμως οι βασικοί του προμηθευτές, οι ΗΠΑ και η Γερμανία, δεν μπορούν να αντικατασταθούν γρήγορα. Η αυτάρκεια έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν και δεν λειτούργησε. Μια χώρα χωρίς φίλους, σε μια ατέρμονη πολεμική σύρραξη, μπορεί να γοητεύει τους εξτρεμιστές υπουργούς του κυβερνητικού συνασπισμού του Νετανιάχου, όπως και η ιδέα του επαναποικισμού της Γάζας, αλλά αν ο πρωθυπουργός υιοθετήσει αυτή την ατζέντα, μπορεί να είναι το τέλος του. Και ενώ φαίνεται συνεπαρμένος από τη στρατιωτική επιτυχία κατά της Χεζμπολάχ και εναντίον του Ιράν, ο Νετανιάχου παραμένει, πάνω απ' όλα, ένας επιζών" (Mark Urban - War and Peace - 16.09.2025). Φωτ. Mark Urban
'Εχοντας επίγνωση ότι η είκονα του στα μάτια του Αμερικανού κηδεμόνα του φθίνει, το εβραϊκό κράτος θέλει να κατασκευάζει μόνο του τον οπλισμό του, ώστε να θωρακιστεί απέναντι σε ένα ενδεχόμενο εμπάργκο.
Sylvain Cypel L' Orient le Jour - 18.02.2026 Ο Sylvain Cypel υπήρξε διευθυντής σύνταξης στο Courrier international και μέλος της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας Le Monde. Είναι συγγραφέας των βιβλίων Les emmurés. La société israélienne dans l’impasse (La Découverte, 2006) και L’État d’Israël contre les Juifs (La Découverte, 2020).
Την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, μιλώντας στην αντιπροσωπεία της Conference of Presidents —του κορυφαίου οργάνου της εβραϊκής κοινότητας των ΗΠΑ— που επισκεπτόταν την Ιερουσαλήμ, ανέπτυξε ένα σχέδιο που τον απασχολεί όλο και πιο έντονα: τη δημιουργία μιας "αυτόνομης αμυντικής βιομηχανίας" μέσα σε μια δεκαετία. Στόχος του είναι το Ισραήλ να μπορέσει να απεμπλακεί από την ετήσια αμερικανική οικονομική βοήθεια των 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία προορίζεται αποκλειστικά για τον στρατιωτικό του εξοπλισμό.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νετανιάχου θέτει αυτόν τον στόχο. Ακριβώς πέντε μήνες νωρίτερα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2025, ενώπιον επενδυτών και οικονομικών παραγόντων, παρουσίασε αυτό το όραμα ως μια ιστορική φιλοδοξία, ανακοινώνοντας ότι το Ισραήλ εισέρχεται σε μια τροχιά που θα το μετατρέψει σε μια "Σούπερ-Σπάρτη". Αν και στην εισαγωγή του ανέφερε τυπικά ότι το Ισραήλ είναι κληρονόμος τόσο της Αθήνας όσο και της Σπάρτης, στην πραγματικότητα ήταν απλώς ένα σχήμα λόγου· σε όλη την υπόλοιπη ομιλία του, η μόνη του αναφορά και το μοναδικό του πρότυπο ήταν η Σπάρτη.
Αυτή η σύγκριση μεταξύ του εβραϊκού κράτους και της αρχαίας Σπάρτης έκανε τον γύρο του κόσμου, καθώς φαντάζει αλλόκοτη —όχι τόσο ως προς την πραγματικότητα, όσο στο στόμα του Νετανιάχου. Είναι αλήθεια πως σήμερα το Ισραήλ μοιάζει με μια Σπάρτη που κυριαρχεί ατιμώρητα στην περιοχή της "διά πυρός και σιδήρου". Ποιος αγνοεί όμως ότι στην εποχή της "η πολυδοξασμένη Σπάρτη ήταν μια δουλοκτητική δικτατορία", σύμφωνα με τα λόγια του ιστορικού Pierre Singaravélou; Και ότι, μόλις ηττήθηκε, η Σπάρτη εξαφανίστηκε εντελώς, μη αφήνοντας στην ανθρωπότητα τίποτα που να μπορεί να συγκριθεί με την Αθήνα; Όλα αυτά όμως μάλλον ελάχιστα απασχολούν τον Νετανιάχου, ο οποίος ξέρει πώς να κολακεύει μια ισραηλινή κοινή γνώμη πεπεισμένη ότι μόνο η χρήση ωμής βίας θα της εγγυηθεί την ασφάλεια.
Ωστόσο, αυτή η αναφορά στη Σπάρτη συγκαλύπτει μια άλλη τοποθέτηση που διατυπώθηκε εκείνη την ημέρα και για την οποία ακούστηκαν λιγότερα. Το Ισραήλ, δήλωσε, θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπο με "μια μορφή απομόνωσης (...) Θα πρέπει να υιοθετήσουμε ορισμένα στοιχεία αυτάρκειας". Η κύρια συνέπεια, πρόσθεσε, είναι ότι το Ισραήλ θα πρέπει "να αναπτύξει τη δική του αμυντική βιομηχανία. Δεν θα έχουμε άλλη επιλογή", τόνισε εμφατικά. Ιδού λοιπόν πού οδηγεί η μεταμόρφωση της χώρας σε "Σούπερ-Σπάρτη". Το υποσυνείδητο μήνυμα που μεταδίδει ο Νετανιάχου είναι ότι το Ισραήλ κινδυνεύει, για αδιευκρίνιστο χρονικό διάστημα, να έρθει αντιμέτωπο με τις πιθανές οικονομικές συνέπειες του πολέμου του στη Γάζα και αλλού. Κινδυνεύει με πιθανή μείωση των δωρεάν ετήσιων αποστολών αμερικανικών όπλων και περιορισμό του εμπορίου όπλων (αγορών και πωλήσεων), λόγω εν μέρει της υποβάθμισης της διεθνούς εικόνας του. Το πρόβλημα, συνέχισε ο Νετανιάχου, είναι ότι θα πρέπει να βρεθούν κεφάλαια "για την ανάπτυξη μιας ισχυρότερης εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας". Και το Ισραήλ θα πρέπει να το κάνει με τις δικές του δυνάμεις.
8η θέση
Αυτή δεν ήταν μια ευκαιριακή ομιλία. Τον Ιανουάριο του 2026, ο Νετανιάχου επανέφερε επιτακτικά το ζήτημα, επαναλαμβάνοντας πως το Ισραήλ οφείλει να βαδίσει στον δρόμο της "στρατιωτικής αυταρκείας", ώστε σε δέκα χρόνια η χώρα να είναι σε θέση "να χρηματοδοτεί μόνη της τους εξοπλισμούς της και να έχει αναπτύξει τη δική της αμυντική βιομηχανία". Στις 15 Φεβρουαρίου, αποσαφήνισε τους σκοπούς του: επιθυμεί η χώρα του "να μεταβάλει τη σχέση της με τις ΗΠΑ, από το καθεστώς της βοήθειας σε αυτό της εταιρικής σχέσης". Γιατί; Οι δηλώσεις του ερμηνεύτηκαν γρήγορα από τους Ισραηλινούς αναλυτές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τη διοίκηση Τραμπ, οι παραδόσεις αμερικανικών όπλων αποτελούν αντικείμενο αυξανόμενης αντιπαράθεσης. Είτε με τους Δημοκρατικούς είτε με τους Ρεπουμπλικανούς, η συμφωνία για μαζικές και δωρεάν παραδόσεις όπλων –που μετρά σχεδόν πενήντα χρόνια– κινδυνεύει να περιοριστεί ή ακόμα και να μην ανανεωθεί στο μέλλον. Ήρθε η ώρα να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
Περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγής εξοπλισμών; Το Ισραήλ, μια χώρα που βρίσκεται στην 97η θέση παγκοσμίως βάσει πληθυσμού και στην 27η βάσει ΑΕΠ, κατατάσσεται ήδη στην 8η θέση μεταξύ των διεθνών κατασκευαστών και εξαγωγέων όπλων. Είναι ήδη μια "Σούπερ-Σπάρτη". Είναι η χώρα όπου το μερίδιο του εθνικού προϋπολογισμού που διατίθεται στον τομέα της ασφάλειας και του στρατού είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο. Πώς θα γίνει αυτό; "Πρέπει να μειώσουμε δραστικά τη γραφειοκρατία (...) Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο", ανακοινώνει ο Νετανιάχου. Μετάφραση: περικοπές στους προϋπολογισμούς τομέων που θεωρούνται "αδηφάγοι", όπως η υγεία, η παιδεία και άλλοι.
Κι αυτό γιατί, λέει ο Πρωθυπουργός, παρά τον εξαιρετικά δαπανηρό πόλεμο στη Γάζα και πλέον στη Δυτική Όχθη –έναν πόλεμο που επεκτάθηκε στον Λίβανο, τη Συρία, μέχρι το Ιράν και την Υεμένη– η ισραηλινή οικονομία πηγαίνει περίφημα. "Οι αμυντικές δαπάνες έχουν εκτιναχθεί πάνω από 50% από τον Οκτώβριο του 2023, οι ένοπλες δυνάμεις έχουν επιστρατεύσει εκατοντάδες χιλιάδες εφέδρους, υπαλλήλους γραφείων, εργοστασίων και εμπορικών καταστημάτων. (...) Κι όμως, αντί να καταρρεύσει, η ισραηλινή οικονομία επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα", σημειώνουν ο κοινωνιολόγος Assaf Bondy και ο ιστορικός Adam Raz. Μάλιστα, συνεχίζουν, το Χρηματιστήριο του Τελ Αβίβ καταγράφει ιστορικά υψηλά και η ανάπτυξη συνεχίζεται (αν και με μέτριο ρυθμό). Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι το ισραηλινό νόμισμα, το σεκέλ, έχει ανατιμηθεί σχεδόν κατά 20% έναντι του δολαρίου από την έναρξη του πολέμου.
Οι δύο Ισραηλινοί ερευνητές αποδίδουν το φαινόμενο αυτό στην "τακτική" που ακολούθησαν η κυβέρνηση και η Bank of Israel (η κεντρική τράπεζα). Περίπου 18 δισεκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν για τη χρηματοδότηση της επιστράτευσης των 350.000 εφέδρων που κάλεσε το Ισραήλ από τον Οκτώβριο του 2023. Όμως, αντίθετα με προηγούμενους πολέμους όπου οι έφεδροι αποζημιώνονταν με το μισό του μηνιαίου εισοδήματός τους, αυτή τη φορά ένα σημαντικό μέρος τους αμείφθηκε (σε σεκέλ) με 7.000 έως 8.000 δολάρια τον μήνα — ποσό υπερδιπλάσιο του μέσου ισραηλινού μισθού και σχεδόν τετραπλάσιο του κατώτατου. Με το χρήμα να ρέει προς τα νοικοκυριά, αυτή η "καινοτομία" τόνωσε την κατανάλωση. "Η ανάπτυξη που καθοδηγείται από την κατανάλωση δείχνει στις διεθνείς αγορές ότι το Ισραήλ παραμένει οικονομικά βιώσιμο παρά τις τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες, διατηρώντας έτσι την πρόσβασή του στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, που είναι απαραίτητες για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεών του", εξηγούν οι δύο ερευνητές.
Ασφαλώς, οι "αριθμοί" της χρηματοοικονομικής οικονομίας φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να επιβεβαιώνουν αυτή την ανάλυση. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή επικρίνεται από άλλους Ισραηλινούς ειδικούς, καθώς ερμηνεύει μόνο την παρούσα στιγμή. Πρέπει να συμφωνήσουμε στο τι συνιστά "οικονομία", προειδοποιούν ανήσυχοι. Ίσως το Χρηματιστήριο και οι δείκτες του να συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, αλλά άλλοι αριθμοί είναι άκρως ανησυχητικοί. Για παράδειγμα, άρθρο της The Marker, της οικονομικής εφημερίδας του ομίλου Haaretz, υπολόγιζε τον Δεκέμβριο του 2025 ότι το κόστος του πολέμου είχε ήδη αγγίξει τα 34.000 δολάρια ανά ισραηλινό νοικοκυριά — ένα ποσό πρωτοφανές. Η λεγόμενη "καθαρή μεταβολή επενδύσεων" έχει καταστεί έντονα αρνητική, γράφει η εφημερίδα· με απλά λόγια, οι επιχειρηματίες είναι πολύ πιο διστακτικοί από πριν να επενδύσουν στο Ισραήλ. Όμως, για να επιτύχει τη "στρατιωτική αυτάρκεια" που ευαγγελίζεται, ο Νετανιάχου γνωρίζει μόνο μία μέθοδο: αυτός ο υπέρμαχος της δραστικής συρρίκνωσης του "κοινωνικού κράτους" διεξάγει εδώ και δεκαοκτώ χρόνια έναν ανένδοτο πόλεμο κατά των δημόσιων επιδοτήσεων. Η ακόμη πιο μαζική περικοπή των κοινωνικών προϋπολογισμών σήμερα, ωστόσο, δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες.
Διότι η πραγματική εικόνα δεν είναι και τόσο λαμπρή. Μετά από δυόμισι χρόνια πολέμου, περισσότερες από 46.000 ισραηλινές εταιρείες έχουν πτωχεύσει. Η παραγωγικότητα και ο ρυθμός δραστηριότητας των επιχειρήσεων πλήττονται σοβαρά από τη μαζική επιστράτευση, αλλά και από τον εκτοπισμό δεκάδων χιλιάδων οικογενειών που ζούσαν κοντά στη Γάζα και στα σύνορα με τον Λίβανο: περίπου 200.000 άνθρωποι δεν έχουν επιστρέψει ακόμη στις εστίες τους και ζουν με κρατική μέριμνα. Ένας άγνωστος αλλά προφανώς σημαντικός αριθμός Ισραηλινών έχει μεταφέρει τις οικονομίες του στο εξωτερικό — για κάθε ενδεχόμενο... Τέλος, το χρέος των νοικοκυριών εκτινάσσεται. Περισσότερα από 4 στα 10 νοικοκυριά ζουν με δάνεια. Πρόσφατη μελέτη επισήμανε ότι τα αγαθά που αγοράζονται με πίστωση αφορούν όλο και περισσότερο είδη πρώτης ανάγκης. Η "επισιτιστική ανασφάλεια", δηλαδή ο αριθμός εκείνων που αδυνατούν να αγοράσουν επαρκή τροφή, έχει αυξηθεί κατά σχεδόν ένα τρίτο από την αρχή του πολέμου. Και ενώ η κοινή γνώμη προσδοκά μια γρήγορη ανάκαμψη μόλις ομαλοποιηθεί η κατάσταση, η Bank of Israel προβλέπει το αντίθετο: ότι η οικονομική ανάκαμψη θα είναι αργή, έως και ανύπαρκτη.
Το υψηλότερο ποσοστό παιδικής φτώχειας
Επιπλέον, η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών σε όλους τους τομείς έχει επιδεινωθεί σημαντικά, "ιδίως στις μεταφορές, την υγεία και την εκπαίδευση", σημειώνει ο οικονομολόγος Shir Hever. Στις 30 Ιανουαρίου, ο ΟΟΣΑ (OCDE) —ο οργανισμός που συγκεντρώνει τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, τις ΗΠΑ, ορισμένες χώρες της Νότιας Αμερικής, καθώς και την Ιαπωνία και άλλες ασιατικές χώρες— ανέφερε ότι το 2024 το Ισραήλ "παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό παιδικής φτώχειας" μεταξύ των 38 μελών του. Είναι επίσης η δεύτερη χώρα σε επίπεδο κοινωνικών ανισοτήτων. Την ίδια ημέρα, το Εθνικό Ίδρυμα Ασφαλίσεων του Ισραήλ (Bituah Leumi) ανακοίνωσε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του, δύο εκατομμύρια άνθρωποι (σε έναν πληθυσμό δέκα εκατομμυρίων), ανάμεσά τους 880.000 παιδιά και 150.000 ηλικιωμένοι, ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση 0,3% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Και μπορεί κανείς να προβλέψει μια ακόμη χειρότερη επιδείνωση για το 2025.
"Εν ολίγοις, κατέληξε σε μια συζήτηση στο NPR (το δημόσιο ραδιόφωνο των ΗΠΑ) ο Manuel Trajtenberg, οικονομολόγος με θητεία σε υψηλές θέσεις του κρατικού μηχανισμού του Ισραήλ: "Προς το παρόν, η κατάσταση δεν είναι κακή, αλλά αρχίζουμε να βλέπουμε τα σημάδια ότι αυτός ο πόλεμος επηρεάζει όντως την οικονομία". Και παρέθεσε τα εξής "σήματα συναγερμού: οι ξένες και εγχώριες επενδύσεις έχουν μειωθεί, το κόστος ζωής έχει αυξηθεί και το δημόσιο χρέος εκτοξεύεται". Θα μπορούσε να είχε προσθέσει ότι η Bank of Israel εκτιμά το κόστος του πολέμου για τη χώρα στα 55,6 δισεκατομμύρια δολάρια. Ποσό που, παρά τη βοήθεια από το εξωτερικό, αντιστοιχεί σχεδόν στο 10% του ΑΕΠ της χώρας. Σε αυτή τη συζήτηση, αρκετοί Ισραηλινοί οικονομολόγοι εξέφρασαν και άλλες ανησυχίες: η αυξανόμενη διαρροή εγκεφάλων (brain drain) προς το εξωτερικό, η οποία ήταν ήδη σημαντική, θα μπορούσε να επιδεινωθεί περαιτέρω. Παράλληλα, ο επενδυτής Erez Shachar ανησυχεί για την απειλή ενός "σιωπηλού μποϊκοτάζ" από επιχειρήσεις που θα απέφευγαν απλώς κάθε σχέση με ισραηλινές επενδυτικές εταιρείες, ισραηλινές επιχειρήσεις, την αγορά ισραηλινών προϊόντων κ.λπ.
Είναι ωστόσο πολύ απίθανο ο Νετανιάχου να εντυπωσιαστεί από αυτούς τους "αριθμούς". 'Έχοντας γαλουχηθεί στα νεανικά του χρόνια στην Αμερική με τις θεωρίες του Μίλτον Φρίντμαν —του θεμελιωτή του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού— ο Πρωθυπουργός πλαισιώνεται από ένα περιβάλλον που του μοιάζει, με ορισμένους μάλιστα να διαπνέονται από έναν έντονο λιμπερτεριανισμό: "ο καθένας για τον εαυτό του". Είναι αυτοί οι άνθρωποι ικανοί για συμπόνια; Μπορεί κανείς να αμφιβάλλει. Το 2005, όταν η Χεζμπολάχ αιφνιδίασε το Ισραήλ βομβαρδίζοντας τον βορρά μέχρι την πόλη της Χάιφα και τη Γαλιλαία, το χάος σε εκείνη την περιοχή ήταν τρομακτικό. Διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους. Σύντομα, ξέσπασαν διαδηλώσεις που κατήγγειλαν την ανικανότητα των ηγετών. Τι έκαναν για να βοηθήσουν τον κόσμο; Ο τότε υπουργός Οικονομικών, Abraham Hirschson , απάντησε με όλη του την υπεροψία: "Ο ρόλος μιας κυβέρνησης δεν είναι να βοηθά τους πολίτες, υπάρχουν οι ΜΚΟ γι' αυτό". Στο Ισραήλ, μόνο δύο προϋπολογισμοί αυξάνονται χωρίς εμπόδια: η ασφάλεια σε όλες της τις μορφές και ο εποικισμός. Η Σπάρτη…