Sick on a journey
Ρίο ντε Τζανέιρο, Αγγελόπουλος στο cinobo, Φασαίοι παντού, Σκαλαθύρματα, σεξ και Chavela Vargas. ― Ένα πολυποστ.
Aτύχησα. Έβρεχε όλες τις μέρες. Περπατούσαν οι cariocas τσαντισμένοι στη ζεστή καταιγίδα, με τα μαγιό οι περισσότεροι ή αφήνοντας το νερό να μουσκέψει κάτι τσίτια που φορούσαν, ημίγυμνοι βασικά ― «να δούμε πότε θα τελειώσει αυτό το πράγμα!», μονολογούσε η ταμίας που μου πούλησε τα τελευταία δυο ληγμένα φιλμ της Fuji σε αστρονομική τιμή, χωμένη σε μια τρύπα, μπουχτισμένη κι αυτή. Με λίγο τζετ λαγκ, έβλεπα από το τζάμι την Κόπακαμπάνα υπό βροχή.
Ένοιωθα σαν εκείνο το χάικου του Μπασό που υπαγόρευσε στους μαθητές του λίγες ημέρες πριν πεθάνει το 1694.
Άρρωστος στο ταξίδι -
πάνω από ξερά χωράφια
περιπλανιούνται τα όνειρα.
Στο ποίημα, ως ταξίδι εξυπονοείται η ζωή που ο Μπασό ήταν πια ανήμπορος να ζήσει, ομολογώ δεν ήρθα στην άλλη άκρη του κόσμου για να αποχαιρετήσω τα εγκόσμια.
Το είχα διαβάσει στην έκδοση της Penguin «Ζen Poetry» ―ένα από τα ωραιότερα βιβλία τσέπης που είχα φοιτητής, βασική επιρροή σε αυτό που θεωρώ τυπογραφική αρτιότητα. Βραβευμένη έκδοση για την απλότητα και το μέτρο της― το bodytext με Times New Roman, όρθια και πλάγια, και τα χαρακτηριστικά Helvetica της σειράς στο εξώφυλλο.
Στο οποίο φιγουράρει, ο Μποντιντάρμα του Hakuin Ekaku (1685–1768), ιδρυτής του ζεν βουδισμού, ο οποίος σύμφωνα με το μύθο ψαλίδισε τα βλέφαρά του για να μην αποκοιμηθεί την ώρα του διαλογισμού. Αδρές, γρήγορες πινελιές που εκφράζουν την «άμεση ενόραση» του Zen, ένα ακαταμάχητο πακέτο που δεν μπάζει από πουθενά.
Συμπτωματικά διάβασα αυτές τις μέρες τα «Σκαλαθύρματα» του Κάσδαγλη, κορυφαίου, εμμονικού επιμελητή επί δεκαετίες στο ΜΙΕΤ, ένας από τους λίγους που κατάλαβε τόσο βαθιά το αποφασιστικό νόημα της τυπογραφίας (μαζί με τον Βλάχο, τη Λέσχη του δίσκου και 2-3 άλλους). Τού είχα πάρει συνέντευξη, στα 21 μου χρόνια για το περιοδικό ΕΝΑ (πρέπει να τη βρώ να την ψηφιοποιήσω) ― αλλά να πω την αλήθεια, το βιβλίο το βαρέθηκα κάπως (πολύ δαντέλλα), εκτός από μια στιγμή, στο επίμετρο όπου διάβασα ένα σπαρακτικό του σημείωμα, λίγο πριν πεθάνει κι αυτός:
Είμαι κι εγώ ένας εργάτης του Γουτεμβέργιου, που πέρασε ατελείωτες ώρες σε σκοτεινά υπόγεια ή μισοφωτισμένα πατάρια, σκυμμένος απάνω σε δοκίμια που δεν είχαν ακόμα στεγνώσει, ή όρθιος δίπλα στον στοιχειοθέτη καθοδηγώντας τον να κάνει τούτη ή την άλλη διόρθωση, κι εκείνος μάζευε από την ξύλινη κάσα τα στοιχεία κι άλλαζε με το τσιμπιδάκι τα λαθεμένα, με χέρια μαυρισμένα από το μελάνι και πλεμόνια γεμάτα αντιμόνιο. [...] Δεν αποζήτησα πολλές χαρές. Αρκέστηκα στον περιορισμένο χώρο ενός βιβλίου. Όχι πάντα τον ίδιο. Το βιβλίο άλλαζε, στα στοιχεία, το μέγεθος, σχήμα 8ο ή 16ο, άλλαζε και το περιεχόμενο. Αλλά εγώ είχα πάντα να παλέψω με το άσπρο και το μαύρο, και μέσα στις σελίδες του ν’ ανακαλύψω τον κόσμο και τον εαυτό μου. Πέρασαν τα χρόνια, τα μάτια μου αδυνάτισαν. […] Τα πάντα ένα ανοιχτό βιβλίο μ’ άγραφο χαρτί κι εγώ καλούμαι να το γράψω. Όμως την τέχνη αυτή την ξέμαθα. Έμαθα μόνο να διορθώνω τα λάθη άλλων, τα λάθη του τυπογράφου, όταν ο δαίμονας έχει τον πρώτο λόγο. Και τώρα αδύναμος, το μόνο που μπορώ είναι να ξεφυλλίζω τα παλιά βιβλία που επιμελήθηκα. Αυτή ήταν η ζωή μου, ταπεινή κι άχρωμη, με μότο άλλοις υπηρετών αναλίσκομαι.
•
Την τελευταία μέρα έβγαλε ήλιο, ξεχύθηκαν όλοι στις παραλίες. Είχα όμως ξενερώσει. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες, για το ονόρε, ανόρεχτος. Κλαίνε οι χήρες, κλαίνε κι οι παντρεμένες...
Ο Αγγελόπουλος εκ νέου
Ξαναβλέποντας στο cinobo, τον σκηνοθέτη των «αργόσυρτων πλάνων» που βύθισε μια γενιά «στα πιο βαθιά χασμουρητά». Και βρίσκοντάς τον απροσδόκητα στιβαρό και σοβαρό και διαρκή.
Στο αεροπλάνο, πλακώθηκα να ξαναβλέπω Αγγελόπουλο από το cinobo. Eξεπλάγην. Δεν ήμουνα μεγάλος φαν του, εκτός από την «Αναπαράσταση» και τις «Μέρες του '36». Αλλά στο μισό αιώνα που πέρασε, αφότου τον είχα πρωτοδεί, κάτι μεταστοιχειώθηκε (η άχνα του κρασιού, που λέει ο Γέητς). Είδα το «Θίασο», τις «Μέρες του '36», την «Αναπαράσταση» ξανά, το «Αιωνιότητα και μία μέρα»... τι αριστουργήματα, με στέρεη δομή, μεγάλες ερμηνείες, βλέμμα δικό του που ο χρόνος δεν το ξέφτισε, αντιθέτως το ξεκαθάρισε, ποίηση ακηδεμόνευτη απ' τις μόδες γι΄αυτό και διαρκής, συνομιλία με τα βασικά και κύρια θέματα που απασχολούν όσους ανθρώπους ζουν ζώντας· όχι γυρεύοντας την υπερδόση τους στο στρόμπολάιτ του Νέτφλιξ.
Έχει πλάκα να βλέπεις πώς ο χρόνος αποκαθιστά τις αδικίες που έχουν υποστεί τα έργα τέχνης ― πώς διορθώνει τη μυωπία κάθε εποχής, γελοιοποιώντας το κόρδωμα των φασαίων. Κάποτε ο Ραγκαβής αλώνιζε δαφνοστεφανωμένος στα σαλόν της ημιμάθειας, την ίδια ώρα που έκραζαν τον Καβάφη, ως μια κουλή παραδοξότητα. Ακόμη και μερικά από αυτά που ενδεώς θεωρήσαμε αριστουργήματα, κάποτε ο προϊών χρόνος τα κονταίνει κατόπιν ιστορικού ή αισθητικού αναδασμού (π.χ. η «Ευδοκία» δεν με τρελαίνει, όπως πριν, αφότου με πονήρεψε το art appropriation, η Ερνό, το «αποικιοκρατικό» βλέμμα των πλούσιων στους φτωχούς· η «Μέρα Οργής» του Ντράγερ, μού φαίνεται πολύ καλύτερη από την «Ζαν ντ' Αρκ» του, που κάποτε τη θεωρούσα κορυφαία όλων επειδή απλώς ψάρωνα στα γκρο πλάν της Φαλκονέτι).
Στην εποχή μας υπάρχει μια πρόσθετη στρέβλωση: δεν είναι μόνο η ανοησία που κάνει τους ανθρώπους να πέφτουν έξω στις κρίσεις τους. Είναι το γεγονός ότι όλα είναι χρήμα. Κι η Τέχνη του κινηματογράφου έχει επιπεδωθεί από τον εμπορικό κώδικα του Χόλιγουντ. Η ανοησία είναι συχνότατα το κύριο όπλο του εμπορίου. Το αμάρτημα στο σημάδι δεν γίνεται από πλάνη. Είναι συνειδητό. Σκοτώνεις τον καλό ποιητή, γιατί ο μέτριος σε συμφέρει.
Γι' αυτό και σπάνια ξαναβλέπουμε πια μια ταινία, άμα περάσει η σεζόν της. Λήγει σα τη σαρδέλα. Όλα είναι αναλώσιμα, εφιδρώσεις μέχρι να γράψουμε ένα οργασμικό άρθρο για τον ένα και τον άλλο κατόπιν υστερικού μάρκετινγκ που κοστίζει σχεδόν όσο κι η ταινία (κυριολεκτώ).
Πόσοι από όλους αυτούς τους φιγουρατζήδες θα ξαναπροβλήθούν στο cinobo του 2075, όπως ο Αγγελόπουλος;
Νομίζω θα εκπλαγούμε, ίσως και συντομότερα...
που αναζητά τη νύχτα
Δεν υπάρχει πουθενά στο σεμνότυφο YouTube η σκηνή. Την ανεβάζω για να διδάσκονται οι νέοι, λολ, και μεταφράζω το μαγικό τραγούδι που ακούω συνέχεια στ΄ακουστικά αυτές τις μέρες, τη βοηθεία όλων των αναίσθητων AI του κόσμου.
KΛΙΚ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ
ΕΙΜΑΣΤΕ
Είμαστε ένα όνειρο ανέφικτο
που αναζητά τη νύχτα
να ξεχαστεί μες στις σκιές της
από τον κόσμο κι απ' όλα.
Είμαστε, μες στη χίμαιρά μας,
την οδυνηρή κι αγαπημένη,
δυο φύλλα που ο άνεμος
έσμιξε το φθινόπωρο.
Αχ! Είμαστε δύο υπάρξεις σε μία
που πεθαίνουν καθώς αγαπιούνται
για να κρατήσουν μυστικό
το πόσο πολύ λαχταρά η μία την άλλη.
Μα, τι αξία έχει η ζωή
με τούτο τον χωρισμό;
Είμαστε δυο στάλες κλάμα
σε ένα τραγούδι.
Τίποτα παραπάνω.
Αυτό είμαστε.
Τίποτα παραπάνω.
SOMOS
Somos un sueño imposibleQue busca la nochePara olvidarse en sus sombrasDel mundo y de todo
Somos en nuestra quimeraDoliente y queridaDos hojas que el vientoJuntó en el otoño
¡Ay! Somos dos seres en unoQue amándose muerenPara guardar en secretoLo mucho que quieren
Pero, ¿qué importa la vida?Con esta separaciónSomos dos gotas de llantoEn una canción
Pero, ¿qué importa la vida?Con esta separaciónSomos dos gotas de llantoEn una canción
Nada másEso somosNada más