ΠΡΟΧΤΕΣ ΧΑΛΑΣΕ ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ. Αναγκάστηκα να ανέβω στον 5ο με τα πόδια. Όπως ανέβαινα τους ορόφους γρήγορα έναν έναν, στον πρώτο όροφο ένας φοιτητής είχε κάνει ένα μικρό tag με μπογιά κάτω δεξιά κοντά στο σοβατεπί, στον δεύτερο όροφο κάποιος μαγείρευε με ντομάτα και μαϊντανό, στον τρίτο στοιβαγμένοι λογαριασμοί και μενού ντελίβερι κάτω από το χαλάκι της πόρτας, στον τέταρτο ακουγόταν η τηλεόραση από το διαμέρισμα της διαχειρίστριας.
Μπαίνοντας σπίτι, στο γνώριμο χάος γεμάτο lego, playmobil και παζλ, και ασθμαίνοντας ακόμα, θυμήθηκα πόσο πολύ με γοήτευε κάποτε αυτή η σχεδόν υποχρεωτική οικειότητα της Αθήνας, μιας πόλης όπου όλοι ζουν μαζί, ο ένας πάνω στον άλλον, κατασκοπεύουν τον γείτονα πίσω από τις γρίλιες, μυρίζουν ψάρι τηγανητό από τον φωταγωγό και περνούν τα καλοκαίρια στα μπαλκόνια με τα σώβρακα. Πολυκατοικίες ολόκληρες με ιατρεία, συλλόγους με χαραγμένη σε χρυσή πλακέτα στην πόρτα την ονομασία τους (Σύλλογος Στερεοελλαδιτών, Φωτογραφικός Όμιλος Leica, Σύλλογος Λευκαδίων Αττικής «H Αγία Μαύρα»), άδεια θυρωρεία με στοίβες ολόκληρες από λογαριασμούς.
Η εικόνα της πόλης αλλάζει άρδην επειδή πρώτα ήρθε η κρίση, μετά η πανδημία, τώρα ο τουρισμός, αλλά κυρίως επειδή η λιανική αγορά πιέζεται παγκοσμίως λόγω του online shopping και του πληθωρισμού.
Το κλείσιμο του Λεξικοπωλείου στο Παγκράτι, αυτού του βασιλείου γατιών και βιβλίων, ξεσήκωσε θύελλα απογοήτευσης και στενοχώριας. Είναι το δεύτερο βιβλιοπωλείο που κλείνει στο κέντρο μέσα σε έναν χρόνο, μετά το Επί Λέξει. Είναι μόνο δύο από τα άπειρα λουκέτα του κέντρου: η πόλη αλλάζει μέρα με τη μέρα, πρέπει να ’σαι τυφλός για να μην το βλέπεις ή να μην το αναγνωρίζεις.
H Αθήνα είναι έτσι κι αλλιώς μια ιδιόμορφη περίπτωση ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Δεν απλώνεται στα προάστια. Εδώ όλα είναι συγκεντρωμένα σε ένα και μοναδικό ιστορικό κέντρο – δημόσιες υπηρεσίες, ιατρεία, καταστήματα, σπίτια, γραφεία συνωστίζονται στις ίδιες γειτονιές. Όλα αυτά χτισμένα χωρίς ιδιαίτερο σχέδιο, σε στενά, συχνά χωρίς καν αποχέτευση (ω, ναι, το ιστορικό τρίγωνο της Αθήνας δεν είχε καν δίκτυο αποχέτευσης πριν από λίγα χρόνια), μια πόλη σε στρώματα: θραύσματα από αρχαία τείχη, βυζαντινούς δρόμους, εκκλησίες φτιαγμένες με υλικά αρχαίων ναών. Αν σε αυτή την τρέλα προσθέσει κανείς την ανομία και τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων –ο δρόμος ανήκει στην περιφέρεια, το πεζοδρόμιο στον δήμο– έχουμε μια πόλη γεμάτη ρομαντικό χάος, στην οποία όμως το να ανοίξεις και κυρίως να διατηρήσεις μια επιχείρηση είναι κάτι σαν ένα άλμα στο κενό. Μιλάμε εξάλλου για μια χώρα στην οποία αγαπάμε ιδιαίτερα το επιχειρείν: ο συμβασιούχος στην τοπική αυτοδιοίκηση και ο ντελιβεράς αντιμετωπίζονται από το κράτος ως μικροεπιχειρηματίες με μπλοκάκι.
Είναι πολύ εύκολο να βλέπεις ρομαντικά τα αθηναϊκά καταστήματα –μέχρι πριν από μερικά χρόνια το ιστορικό της κέντρο θύμιζε χρονοκάψουλα–, γειτονιές ολόκληρες που πωλούν υφάσματα, κορδέλες, κουμπιά, στοές με οπλοπωλεία, χρυσοχόους, κυτιοποιία και παραδοσιακούς καφετζήδες με δίσκο. Η Αθήνα ήταν πάντα μια πόλη μικρών καταστημάτων. Είναι πολύ εύκολο να θρηνούμε όλο αυτό το οικοδόμημα που καταρρέει αφήνοντας πίσω άδειες βιτρίνες και άπειρα φασόν καφέ, κατηγορώντας αφηρημένα τον «τουρισμό». Στην πραγματικότητα, όμως, το κλείσιμο των μικρών επιχειρήσεων και η «οικονομία του καφέ» δεν έχει σχέση μόνο με τον τουρισμό ή με τα υπέρογκα ενοίκια.
Η εικόνα της πόλης αλλάζει άρδην επειδή πρώτα ήρθε η κρίση, μετά η πανδημία, τώρα ο τουρισμός, αλλά κυρίως επειδή η λιανική αγορά πιέζεται παγκοσμίως λόγω του online shopping και του πληθωρισμού. Μια μικρή επιχείρηση στην Ελλάδα (και δεν περιλαμβάνω εδώ τα καφέ τρίτης γενιάς, ούτε τις γαστροταβέρνες με το πάτωμα μωσαϊκό και την ψαγμένη γραμματοσειρά) δεν μπορεί εύκολα να αντέξει τον online ανταγωνισμό.
H Αθήνα μάς φαίνεται πιο ανυπόφορη από ποτέ όχι μόνο γιατί είναι ακριβή ή γιατί μας διώχνει, αλλά γιατί μοιάζει πια με όλες τις άλλες πόλεις της Ευρώπης – απλώς με λιγότερες υποδομές και πολύ περισσότερο χάος.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.