La Volante Rossa - Brigate Garibaldi - "Martiri Partigiani"
La Volante Rossa: Από την πραγματικότητα στον μύθο. Μία "ιταλική ΟΠΛΑ".
Σχετικά με το βιβλίο του Cesare Bermani: Volante Rossa. Ιστορία και μύθος "μιας ομάδας γενναίων παιδιών" Cesare Bermani, La volante rossa. Storia e mito di "un gruppo di bravi ragazzi", Colibrì Edizioni, 2019
FacebookTwitter 25 Απριλίου 1948. Η Volante Rossa ανοίγει την παρέλαση του PCI (Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) στην επέτειο της απελευθέρωσης. Αγνώστου φωτογράφου. Wikimedia commons
Frédéric Thomas lundimatin#496, 11 Νοεμβρίου 2025
Μεταξύ 1945 και 1949 έδρασε, στις παρυφές του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος, μια ημι-παράνομη ομάδα, οπαδός της άμεσης δράσης, η Volante Rossa (Κόκκινη Κινητή Μονάδα). Η ομάδα αυτή δημιούργησε έναν μύθο, επηρεάζοντας τις οργανώσεις του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του 1970.
Όπως δηλώνει εξαρχής ο συγγραφέας, "η Volante Rossa είναι πολύ γνωστή στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστη στη Γαλλία" (σελίδα 17). Αποτελούμενη από νέους –είναι όλοι κάτω των 30 ετών και η πλειοψηφία τους κάτω των 20–, αγωνιστές και εργάτες, προσκείμενους ή μέλη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI), πολλοί από τους οποίους συμμετείχαν στην Αντίσταση, η ομάδα αυτή γεννήθηκε το 1945 σε μια λαϊκή γειτονιά του Μιλάνου. Αρνούμενοι να καταθέσουν τα όπλα και προσδοκώντας έναν εμφύλιο πόλεμο όπως αυτόν στην Ελλάδα, σκόπευαν να παρατείνουν την Αντίσταση και να τη μετατρέψουν σε μια επανάσταση που φαντάζονταν όχι μόνο δυνατή, αλλά και επικείμενη.
Πιο άμεσα, στο πλαίσιο μιας αποτυχημένης εκκαθάρισης και της ψήφισης, στις 23 Ιουνίου 1946, του νόμου περί αμνηστίας –γνωστού ως "αμνηστία Τολιάτι", από το όνομα του κομμουνιστή ηγέτη και τότε υπουργού Δικαιοσύνης– αναζητούσαν τους ελεύθερους φασίστες εγκληματίες για να τους επιβάλουν τη "λαϊκή δικαιοσύνη" (από μια απλή προειδοποίηση έως τη φυσική εξόντωση). "Οι διαψευσμένες προσδοκίες [της Αντίστασης] και η υπερεκτίμηση των ίδιων τους των δυνάμεων", γράφει ο Cesare Bermani, "θα δημιουργούσαν ένα εκρηκτικό μείγμα μέσα στην εργατική τάξη" (σελ. 55).
Η ιδιαίτερότητα της Volante Rossa έγκειται στο ότι διεξήγαγε, παράλληλα με τις φανερές παρεμβάσεις (διαδηλώσεις, υποστήριξη απεργιών, ψυχαγωγικές δραστηριότητες στον Οίκο του Λαού κ.λπ.), και παράνομες ενέργειες, χωρίς ωστόσο να αποτελεί μια παράνομη οργάνωση (ούτε να επιδιώκει σε καμία στιγμή να γίνει τέτοια). Αυτή η δυναμική είναι ταυτόχρονα το αποτέλεσμα ενός συσχετισμού δυνάμεων και μιας εξεγερτικής νοοτροπίας που ο Danilo Montaldi περιέγραψε εύστοχα: αυτοί οι νέοι "αντιτίθεντο ενστικτωδώς σε οτιδήποτε θα μπορούσε να τους παρασύρει προς αυτή την "κανονικότητα" που θα τους καθιστούσε "φυσιολογικούς". Μια "κανονικότητα" που θα τους έβλεπε ξανά με στρατιωτική στολή, ή άνεργους, ή απομονωμένους στη γειτονιά, όπως παλιά" (σελ. 55) [1]. Όμως, η δράση της ομάδας αποτελεί επίσης ένδειξη των "αμφιταλαντεύσεων" του PCI (Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) εκείνων των χρόνων. Από τη μία πλευρά, το Κόμμα αδυνατεί να επιβάλει την επίσημη γραμμή απέναντι στον αναβρασμό της βάσης· από την άλλη, διατρέχεται και το ίδιο από εντάσεις και αντιφάσεις, ανεχόμενο ή, μερικές φορές, ενθαρρύνοντας αυτόν τον παράνομο ακτιβισμό στο περιθώριο του κινήματος. Αυτή η στάση ερμηνεύεται (εσφαλμένα) από τη Volante Rossa και τη ριζοσπαστική νεολαία ως μια "διπρόσωπη" στρατηγική του Κόμματος, το οποίο, ενώ παίζει το παιχνίδι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, υποτίθεται πως προετοιμάζεται για ένοπλη εξέγερση με σκοπό την ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος και το άνοιγμα του δρόμου προς τον σοσιαλισμό. Στην πραγματικότητα, η ηγεσία τείνει περισσότερο να διοχετεύει και να εργαλειοποιεί μια βία την οποία δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως.
Η Volante Rossa έδρασε από το 1945 έως το 1949. Η απομάκρυνση του επαναστατικού ορίζοντα, σε συνδυασμό με την επιβαρυντική έλλειψη θεωρητικής σκέψης, οδηγεί την ομάδα σε κρίση, σε μια σειρά ολισθημάτων, "και στην εκτέλεση μη ουσιωδών ενεργειών, με μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της συστράτευσης των μελών της ομάδας" (σελίδα 173). Αντιμέτωπη με την καταστολή και την απομάκρυνση της εξεγερτικής προοπτικής, η οργάνωση διαλύεται. Παραμένει όμως ο μύθος. Η Volante Rossa αποτελεί πράγματι ένα "ιστορικό σημείο αναφοράς και έναν "μύθο" για το κίνημα του 1968 στην Ιταλία και ειδικότερα για τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Παραδόξως, ενώ οι Ερυθρές Ταξιαρχίες διεκδικούν αυτή την κληρονομιά, επιδιώκοντας να ξετυλίξουν ένα "κόκκινο νήμα" που θα συνέδεε την Αντίσταση με τη δική τους δράση, ορισμένες ένοπλες αυτόνομες ομάδες έχουν μεγαλύτερη συγγένεια με τη Volante Rossa, στον βαθμό που αρνήθηκαν να περάσουν στην παρανομία, παρόλο που διεξήγαγαν παράνομες ενέργειες.
Η ιστορική συνέχεια από την επαύριο της Αντίστασης έως το ορόσημο του 1968 είναι, στην πραγματικότητα, αλλιωμένη από τη μυστικιστική αίγλη της ομάδας, τη διαφορά των συγκυριών, την άρνηση εκ μέρους του PCI (Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) τόσο της παρελθούσας "αμφιταλάντευσής" του όσο και της παράνομης δράσης των ομάδων των δεκαετιών 1960-1970, και, τέλος, από την απουσία μιας γραπτής ιστοριογραφίας Αυτή ακριβώς την απουσία θέλησε να αναπληρώσει ο Cesare Bermani, καταφεύγοντας στην προφορική κουλτούρα και παίρνοντας συνεντεύξεις από παλιά μέλη της Volante Rossa (εκτενή αποσπάσματα των συνεντεύξεων αναπαράγονται σε αυτό το βιβλίο, με τον κίνδυνο ορισμένες φορές να χαθεί κανείς στις λεπτομέρειες των γεγονότων). Ας σημειωθεί, άλλωστε, ότι αυτά τα παλιά μέλη, παραμένοντας στους κόλπους του PCI, αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε συνέχεια με τα κινήματα του 1968, τα οποία θεωρούσαν "αρνητικά". Σε κάθε περίπτωση, η επιβίωση του "μύθου" και η συνεχής αναφορά στη Volante Rossa μαρτυρούν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τη ζωτικότητα "μιας λαϊκής πολιτικής κουλτούρας (της βάσης), πολύ απομακρυσμένης από το σύστημα των επίσημων κομμάτων" (σελ. 222).
[1] Ένα από τα τραγούδια της ομάδας δίνει τον τόνο αυτής της χαρούμενης εξαγρίωσης: "Ω, καθαρματάκι της Volante Μη φοβάσαι τίποτα, μη σκιάζεσαι Σε εμάς θα βρεις μια οικογένεια Μια οικογένεια από παλαβούς!" (σελ. 65).
FacebookTwitter Παρτιζάνοι της Volante Rossa. Αγνώστου φωτογράφου. Wikimedia commons
FacebookTwitter Ο πρώτος στα αριστερά με τον βαθμό του υπολοχαγού είναι ο Giulio Paggio, ιδρυτής και αρχηγός της Volante. Το φορτηγό είναι το Dodge, απομεινάρι του πολέμου, με το οποίο μετακινούνταν η Volante. Φωτ. Panorama
FacebookTwitter 11 Oκτωβρίου 1947. Η Volante Rossa επιτίθεται στην έδρα του φασιστικού Movimento Sociale Italiano (MSI). Φωτ. X Guffa rossa
FacebookTwitter Νοέμβριος 1953. Μέλη τη Volante Rossa δικάζονται στο Εφετείο της Βενετίας. Wikimedia commons
Εισαγωγή του ιστορικού Cesare Bermani για το βιβλίο του. (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικόPrimo Maggio)
Η περίοδος από τον Μάρτιο του 1943 έως τις 14 Ιουλίου 1948 χαρακτηρίζεται από μια "έντονη πολιτική δραστηριότητα των μαζών, οι οποίες καταλαμβάνουν ορμητικά το προσκήνιο και ριζοσπαστικοποιούνται, καθώς και από τη φθορά του κρατικού μηχανισμού καταστολής και ελέγχου".
Ήδη πριν από την Απελευθέρωση, στο Δεύτερο Εθνικό Συμβούλιο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI) στις 7 Απριλίου 1945, ο Τολιάτι κατήγγειλε ως την πιο επικίνδυνη τάση ανάμεσα σε αυτές που αναδύονταν στα διάφορα κόμματα και τις ηγετικές ομάδες εκείνη που αποσκοπούσε σε μια "προοδευτική όξυνση των πολιτικών και ταξικών αγώνων... ώστε να προκαλέσει επιπλοκές και ταραχές, δημιουργώντας καταστάσεις αντίστοιχες με εκείνες της περιόδου 1919-’20... Με την ευκαιρία της απελευθέρωσης του Βορρά, αυτή η τάση θα ήθελε να επιβάλει στην Ιταλία αυτό που θα ονόμαζα ελληνική προοπτική, δηλαδή την προοπτική μιας βίαιης σύγκρουσης, μιας ένοπλης αναμέτρησης ανάμεσα στις οργανωμένες δυνάμεις του αντιφασιστικού μετώπου και στις δυνάμεις της αστυνομίας και του στρατού υπό τη διοίκηση αντιδημοκρατικών στοιχείων. Ο σκοπός αυτής της τάσης [...] είναι να αποφευχθεί μια λαϊκή ετυμηγορία σε σύντομο χρονικό διάστημα, να προκληθεί η επ’ αόριστον κατοχή της Ιταλίας από τους συμμαχικούς απελευθερωτικούς στρατούς και έτσι να τεθεί ένα σχεδόν ανυπέρβλητο εμπόδιο στην προέλαση των δημοκρατικών δυνάμεων, επιστρέφοντας σε ένα καθεστώς που, αν όχι ανοιχτά φασιστικό, θα είναι τουλάχιστον φασιστικού τύπου. Για αυτή την τάση εργάζονται ορισμένες συγκεκριμένες λεγόμενες "εξτρεμιστικές" ομάδες προβοκατόρων, στις τάξεις των οποίων δεν αποκλείουμε να βρίσκονται μερικές φορές έντιμοι εργάτες και δημοκρατικοί που δεν κατανοούν την κατάσταση της χώρας, αλλά η ηγεσία τους βρίσκεται αναμφίβολα στα χέρια ανθρώπων που δρουν για να οδηγήσουν την Ιταλία ξανά στην καταστροφή. [...] Δεν βρίσκουμε τίποτα περίεργο στο γεγονός ότι, όταν ερευνούμε τη δραστηριότητα αυτών των ομάδων, βρίσκουμε σχεδόν πάντα νήματα που μας οδηγούν πολύ μακριά και πολύ ψηλά. Στη μία άκρη βρίσκεται ο τροτσκιστής... και στην άλλη ο αντιδραστικός "στρατηγός"... που εργάζεται συνειδητά για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου".
Αν και αποκλείεται η ηγεσία του PCI "να σκόπευε να μπολιάσει τον απελευθερωτικό αγώνα με την επαναστατική πάλη για τον σοσιαλισμό", το γεγονός ότι τα κόμματα της αριστεράς καθοδήγησαν και οργάνωσαν τον ένοπλο αγώνα είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει για καιρό "σε σημαντικά τμήματα των μαζών που επηρεάζονταν από αυτά η αίσθηση ότι ήθελαν να συνεχίσουν να θέτουν το ζήτημα της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας". Από την άλλη πλευρά, το ίδιο το PCI κατά την Απελευθέρωση αποτελεί "τη σύνθεση ενός ευρύτατου και συγκεχυμένου μαζικού κινήματος επαναστατικού χαρακτήρα, αποτελούμενου από στελέχη και μέλη περιορισμένης πολιτικής κατάρτισης αλλά μεγάλης οργανωτικής ικανότητας". Έτσι, ακόμα και εσωτερικές του πρωτοπορίες —ιδιαίτερα πολυάριθμες και διαμορφωμένες κατά τη διάρκεια του ένοπλου αγώνα— διαπνέονταν από αυτή την επαναστατική ένταση και θεωρούσαν τη θέληση της ηγεσίας του κόμματος να αποφύγει τις μετωπικές ταξικές συγκρούσεις ως μια προσωρινή τακτική υποχώρηση, εν αναμονή μιας ευνοϊκής διεθνούς συγκυρίας που θα επέτρεπε την επανάσταση.
Οι Γαριβαλδινοί παρτιζάνοι κατά την Απελευθέρωση δεν αφοπλίστηκαν: παρέδωσαν κυρίως στους Συμμάχους παλιοσίδερα, αλλά τα αυτόματα όπλα και τα Panzerfaust κατέληξαν καλά λαδωμένα σε κρυφές αποθήκες. Επρόκειτο για μια χαοτική επιχείρηση, σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητη, που περιέλαβε χιλιάδες συντρόφους οι οποίοι έγιναν de facto οι διαχειριστές αυτών των όπλων.
Μέσα στο PCI δεν υπήρχε μια πραγματική οργανωμένη εναλλακτική στη"γραμμή του Σαλέρνο", ωστόσο επικρατεί σε αυτό μια έντονη ανησυχία για το τι θα μπορούσε να συμβεί· μια ανησυχία που πηγάζει από τη βάση και εκφράζεται στη συνέχεια στον μηχανισμό, ακόμη και στη Διοίκηση του κόμματος.
Ήταν χρόνια στα οποία η αυτονομία της τάξης γινόταν αισθητή μέσα στο ίδιο το PCI, το οποίο τότε είχε περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός κινήματος παρά ενός κόμματος δομημένου σε αυστηρά οργανωτικά πρότυπα. Έτσι —όπως υπενθύμισε πρόσφατα ο Giorgio Amendola — "η γραμμή της ηγεσίας γινόταν αποδεκτή, αλλά με μεγάλες επιφυλάξεις, με εκείνη τη "διπροσωπία" ... που δεν ήταν στάση μόνο του Τολιάτι ή λίγων στελεχών, αλλά μια θέση ευρέως διαδεδομένη στη βάση. Ναι, έπρεπε να χρησιμοποιηθούν οι νόμιμες δυνατότητες, να κερδηθούν δήμοι και έδρες στο Κοινοβούλιο, αλλά για να καταληφθούν θέσεις που θα χρησίμευαν όταν η "Ωρα Χ" θα σήμαινε επιτέλους. [...] Η διατήρηση οπλοστασίων, οι πράξεις βίας ως κατάλοιπα του παρτιζάνικου πολέμου, οι διαδεδομένοι εκφοβισμοί ("Θα έρθει η ώρα! Θα σας κάνουμε να πληρώσετε!") δεν ήταν απλώς επινοήματα της χριστιανοδημοκρατικής προπαγάνδας... Η ηγεσία του PCI έκανε πολλά για να διορθώσει τις σεκταριστικές συμπεριφορές...".
Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το ΙΚΚ (PCI) δεν ήταν ακόμη πεπεισμένο για τη χρησιμότητα και τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας συνεπούς δράσης για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας εντός του πλαισίου ενός Συντάγματος, του οποίου οι οι θεμελιώδεις αρχές άρχιζαν τότε να καθορίζονται.
Σε αυτή ακριβώς την κατάσταση αναπτύσσονται φαινόμενα όπως αυτό της Volante Rossa. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του 1945, πλησίον ή στο εσωτερικό του ΙΚΚ, σχηματίζονται επίσης παραστρατιωτικές ομάδες, και για ορισμένες από αυτές "γίνεται λόγος, για παράδειγμα, κατά τη στιγμή του ΙΙ Επαρχιακού Συνεδρίου του Τορίνο (1-2-3 Νοεμβρίου ’45) για "εξτρεμιστικές πρωτοβουλίες και προσχωρήσεις για τη συγκρότηση ένοπλων ομάδων, όπως οι GRPI-ARPI[Gruppi di Rivoluzione Proletaria Internazionale-Associazione Rivoluzionaria Proletaria -s.s.]".