Η ορειβασία, η ανάβαση και η πτώση, η σχέση μας με τη μνήμη, με τη φιγούρα του πατέρα, με την εικόνα του εαυτού μας μέσα από τους άλλους, οι εμμονές με την κατάκτηση της κορυφής και η απότομη προσγείωση στην πεζή και πολλές φορές κωμική πραγματικότητα ζωντανεύουν στην «Αχόρταγη σκιά» που έγραψε και σκηνοθετεί ο Μαριάνο Πενσότι. Πρόκειται για ένα έργο με ένταση αλλά και τρυφερότητα, με αμείωτη αγωνία και καταιγιστικό σαρκασμό, που η ελληνική του εκδοχή ανεβαίνει στη Μικρή Σκηνή της Στέγης με τον Γιάννη Νιάρρο και τον Κώστα Νικούλι, δυο ηθοποιούς που στροβιλίζονται στη δίνη της μνήμης, της ταυτότητας και της πατρότητας, δίνοντας την εκδοχή της δικής τους γενιάς.
Η ιστορία του Πενσότι αφορά τις διαφορετικές εκδοχές μιας εμπειρίας: ένας ορειβάτης που έζησε μια απίστευτη περιπέτεια στο βουνό και ένας ηθοποιός που ενσάρκωσε την ιστορία του στο σινεμά. Αφορμή για το έργο; Η εμμονή του Πενσότι με ειδήσεις για ορειβάτες που χάθηκαν πριν από πολλά χρόνια και τα σώματά τους έρχονται στην επιφάνεια εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Για τον συγγραφέα, η ορειβασία ήταν πάντα μια μεταφορά για κάτι άλλο: μια αλλαγή οπτικής, μια ματιά προς το επέκεινα, μια άνοδος προς τον ουρανό, ένας διαφορετικός δεσμός με την απαιτητική πλευρά της φύσης.
«Αυτή η ιστορία σε πάει σε μια άκρη και σε μια κορυφή, μοιάζει πολύ με τον τρόπο που το θέατρο σε εξυψώνει όταν σου δείχνει κάτι άπιαστο ή ακατόρθωτο, ενώ παράλληλα σε προσγειώνει σε έναν εαυτό που ακούει την ιστορία του μέσα από έναν άλλο που την αφηγείται».
Ο Κώστας Νικούλι, όπως και ο Γιάννης Νιάρρος, έχουν μικρή σχέση με την ορειβασία. Ο πρώτος μού περιγράφει μια κατάβαση από το φαράγγι των Στροπώνων στην Εύβοια, ενώ και οι δυο έχουν δει ντοκιμαντέρ με τον Έλληνα ορειβάτη Αντώνη Συκάρη, που άφησε την τελευταία του πνοή στα 7.400 μέτρα, λίγες ώρες αφότου είχε κατακτήσει την κορυφή του Νταουλαγκίρι στα Ιμαλάια, όπως και ταινίες μέσα από τις οποίες αντιλήφθηκαν την αδιανόητη σχεδόν δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος.
«Έχει μια ωραία ατάκα στο έργο ο Κώστας», λέει ο Γιάννης Νιάρρος, «ότι είμαστε το μόνο ζωικό είδος που αναγκαζόμαστε να πάμε κάπου όπου δεν υπάρχει λόγος να πάμε. Σε φιλοσοφικό επίπεδο, αν το δεις, θα μπορούσαμε να πούμε πως κάθε προσωπική αναζήτηση είναι μάταιη σε επαγγελματικό επίπεδο. Εδώ υπάρχει και μια πνευματική αξία, το ότι ανυψώνεσαι με το σώμα σου το ίδιο, όχι με ένα άλλο μέσο, και αυτό, νομίζω, μας τράβηξε ως θέμα και όχι τόσο το πρακτικό κομμάτι, το ότι ξεπερνάς τον εαυτό σου».
Η ανάβαση σε ένα βουνό και τα γυρίσματα μιας ταινίας μετατρέπονται τελικά σε μια υπαρξιακή πρόκληση: να αντιμετωπίσεις το ύψος και να αφουγκραστείς το βάθος, κάτι που με άλλους όρους συμβαίνει και στον ηθοποιό-αφηγητή που καλείται να ενσαρκώσει έναν ορειβάτη.
«Είναι συγκινητικό να βλέπεις όλους αυτούς που φτάνουν στην κορυφή», λέει ο Κώστας Νικούλι, «την πορεία τους και πώς συνδέεται με τα διάφορα πεδία της ζωής μέσα στην καθηλωτική εικόνα του τοπίου. Σε πιάνει δέος όταν σκέφτεσαι πως είσαι πάνω από τα σύννεφα».
«Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του έργου είναι ότι παραλληλίζει την πορεία προς αυτόν τον στόχο με την πορεία και τον στόχο ενός ηθοποιού», επισημαίνει ο Γιάννης. «Έχουμε δυο ανθρώπους που κάνουν επαγγέλματα “περίεργα” στην προσπάθειά τους να ξεχωρίσουν από τη μετριότητα, φτάνοντας στην κορυφή ο ένας και παίρνοντας έναν πολυπόθητο ρόλο ο άλλος».
Μια άλλη μεγάλη συζήτηση που ανοίγει αυτό το έργο αφορά την πατρότητα και τις έντονες σχέσεις ανάμεσα σε πατεράδες και γιους, τα πρότυπα, την αποκαθήλωση και τη συμφιλίωση με μια φιγούρα που γεννά έντονα συναισθήματα σε όλους μας.
Ο Γιάννης αντιλαμβάνεται την πατρότητα ως γιος, έχοντας έναν πατέρα με τον οποίο έχει μεν ιδιαίτερη σχέση, αλλά δεν είναι εξάρτησης ή ανταγωνιστική. «Αυτό που μου αρέσει», λέει, «είναι ότι η πραγματικότητα υπερβαίνει την κατασκευή που έχουμε στο μυαλό μας, είναι πολύ πιο περίπλοκη, αμφίσημη και δυσεπίλυτη. Και μην ξεχνάμε ότι για τον καθένα υπάρχει και μια στιγμή αποκαθήλωσης του προτύπου, ο πόνος και τελικά η συμφιλίωση με πολύ μύχιες περιοχές του εαυτού μας».
Ο Κώστας, έχοντας γίνει πατέρας πριν από λίγο καιρό, θεωρεί ότι οι σημερινοί πατεράδες είναι καλύτερο πρότυπο. «Ο πατέρας», λέει, «είναι αυτός που πρέπει να κερδίσει το παιδί, να του δείξει τη ζωή. Όλες οι διαδικασίες είναι δύσκολες και επίπονες. Το ενδιαφέρον είναι ότι, όντες οι χαρακτήρες του έργου πατεράδες και οι ίδιοι, και έχοντας θέματα άλυτα με το δικό τους πατρικό πρότυπο, προσπαθούν να χτίσουν τις σχέσεις με τα παιδιά τους από άλλο δρόμο ο καθένας. Χρειάζεται να ξεπεράσεις το πρότυπο για να δημιουργήσεις άλλες σχέσεις».
Στο παιχνίδι της πατρότητας, όπως το αναφέρει το έργο του Πενσότι, εισβάλλει ορμητικά ο χρόνος, το παρελθόν και το παρόν, με μια τεχνική που χρησιμοποιεί την αφήγηση ως μέσο πολύ διαφορετικό από αυτά που συνήθως συναντάμε. «Έχει στοιχεία ντοκιμαντέρ, έναν ακραίο ρεαλισμό, σε σημείο που αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να κρατήσουμε ζωντανό το ενδιαφέρον, αλλά νομίζω ότι ο τρόπος με τον οποίο έχει βάλει τους χαρακτήρες να μιλάνε δημιουργεί μορφολογικά ένα ωραίο ιδίωμα που δεν το έχουμε ξαναδεί».
Είναι μια εμμονή να προσπαθείς να φτάσεις στην κορυφή και να το επιχειρείς ξανά και ξανά; Και πώς υπάρχει αυτή η εμμονή στη ζωή ενός ηθοποιού; Εδώ ο Γιάννης αποκαλύπτει ότι η δική του εμμονή δεν έχει να κάνει τόσο με την υποκριτική, που είναι η δουλειά του, όσο με το πιάνο. «Δεν είμαι ο πιανίστας που ονειρεύομαι, δεν θα γίνω και ποτέ. Ωστόσο για μένα αυτή η εμμονή, το να μην καταφέρνεις κάτι και να συνεχίζεις να προσπαθείς, χωρίς να μπαίνεις στη λογική “θα είμαι πρώτος και καλύτερος”, έχει μια χαρά ατόφια. Ωστόσο έχει αξία να δουλεύεις πάνω σε κάτι πολλές ώρες, επίμονα, σημαίνει ότι έχεις βρει έναν τρόπο να καταπολεμάς τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, κι αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό».
Ο Κώστας μιλά για την εμμονή που έχει με το ποδόσφαιρο: δεν κατάφερε να γίνει ποδοσφαιριστής, αλλά παίζει ερασιτεχνικά και εκτονώνεται. Λέει ότι έχουμε πολλές και καθημερινές εμμονές και ψυχαναγκασμούς· ακόμα και η δουλειά του ηθοποιού θεωρείται εμμονή από κάποιους που δεν τη θεωρούν καν εργασία, αλλά και από κάποιους άλλους που δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν να την κάνουν. «Η δουλειά μας έχει ποιότητες», λέει, «όπως και αυτή ενός τεχνίτη που έχει εμμονή με το υλικό του, προσηλώνεται σε αυτό για να το δαμάσει και αυτό μπορεί να είναι και ψυχοθεραπευτικό. Μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο, σε έναν μικρόκοσμο. Γυμνάζεις και ασκείς την προσοχή σου στα πράγματα, συγκεντρώνεσαι, κάτι που σπανίζει σήμερα».
Τι σημαίνει για έναν ηθοποιό να γερνάει, αναρωτιέται ένας εκ των πρωταγωνιστών του έργου και δεν μπορώ να αποφύγω να κάνω την ερώτηση ακόμα και σε δυο ηθοποιούς που είναι στα 30 και λίγο παραπάνω και ανήκουν σε μια γενιά η οποία είδε τα στερεότυπα που αφορούν το θέατρο να αλλάζουν δραματικά. «Είμαστε τυχεροί, νομίζω», λέει ο Γιάννης, «γιατί κανείς μας δεν έχει εμμονή με την εικόνα του. Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι, μεγαλώνοντας, ως ηθοποιός γίνεσαι καλύτερος όταν δεν προσδιορίζεσαι με οποιαδήποτε ταμπέλα – οι υπερβολές μπορεί να σε επηρεάσουν αρνητικά. Βεβαίως, όταν έρχεται κάποιος να σε δει στο θέατρο έχει μια εικόνα για σένα, σε αντίθεση με ό,τι γινόταν παλιά που δεν υπήρχε η τεχνολογία. Θα το πω πρακτικά: ένα πρόβλημα στο έργο αυτό είναι ότι μας ξέρουν, κι αυτό στην αμιγώς θεατρική δουλειά στερεί από το παραμύθι που σου ζητείται να φτιάξεις ως ηθοποιός. Αυτή η εξυπνάδα των Αρχαίων με τις μάσκες είχε να κάνει με κάτι βαθύ. Δεν πάω να δω τον Κώστα και τον Γιάννη, αλλά την ιστορία που αφηγούνται δυο ηθοποιοί και έχω άλλες προσδοκίες. Ευτυχώς, το θέατρο λειτουργεί έτσι, δεν γεμίζει ακόμα και με έναν καλό ηθοποιό-κράχτη αν η παράσταση είναι μέτρια. Και για εμάς, για τη γενιά μας εννοώ και την ηλικία μας, όλο αυτό το star system μοιάζει αστείο. Δεν θα μπορούσαμε να δουλέψουμε με τις παλιές λογικές».
«Αυτή είναι η μαγεία, να ξεχάσουν οι θεατές ποιοι είμαστε και να δουν δυο ηθοποιούς να τους λένε πειστικά μια ιστορία», λέει ο Κώστας. «Όταν υπερεκτίθεσαι στα μέσα, πρέπει να κάνεις μεγαλύτερη προσπάθεια ώστε οι θεατές να ξεχάσουν ποιος είσαι και να συνδεθούν με τον χαρακτήρα που υποδύεσαι. Το καλό είναι να μην έρχεται το όνομά σου μπροστά από αυτό που κάνεις, αλλά να υπάρχει σε μια παράλληλη κατάσταση, να μην είναι μόνο κράχτης για μια παράσταση, αυτό δεν ωφελεί κανέναν. Βέβαια, για να μη λέμε μόνο τα κακά του ίντερνετ, βοηθάει ώστε το θέατρο να έρθει σε επαφή με ένα νεότερο ηλικιακά κοινό».
Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζονται ο Γιάννης Νιάρρος με τον Κώστα Νικούλι και δεν θέλει πολύ για να καταλάβει κάποιος ότι αυτοί οι δυο ηθοποιοί που περνάνε πολλές ώρες μαζί σε ένα έργο με δυο άτομα έχουν τη σύνδεση και τη χημεία δυο νέων ανθρώπων που τους συνδέουν πολλά εντός και εκτός θεάτρου. «Έχει αλλάξει πολύ η πραγματικότητα του επαγγέλματος, σήμερα μιλάμε πιο ανοιχτά, δεν υπάρχει η ομερτά που υπήρχε παλιότερα, ιδιαίτερα όταν συμβαίνουν ενοχλητικά περιστατικά», λέει ο Γιάννης. «Η δική μας γενιά το άλλαξε αυτό, και ένα πράγμα για το οποίο είμαι υπερήφανος στην πορεία μου είναι ότι προτιμώ να δουλεύω με καλά παιδιά, να μπορούμε να πούμε μια κουβέντα και να υπάρχει και η ουσία του επαγγέλματος. Επιλέγω να είμαστε αγαπημένοι παρά να κάνω τον “Άμλετ” με έναν προβεβλημένο σκηνοθέτη και να μην είναι καλές οι συνθήκες».
«Η σχέση σου με τον άλλο ή με ένα σύνολο», συμπληρώνει ο Κώστας, «είναι τελικά αυτή που αναδεικνύεται στο τέλος, ακόμα και όταν δεν παίζεις τον “Άμλετ”, ή σε τεράστια έργα, ή δεν είσαι ο πρωταγωνιστής. Είναι μια επιλογή όχι μόνο επαγγελματική αλλά και ηθική το να πράττεις με αυτό τον τρόπο. Δηλαδή, αν εσύ δεν περνάς καλά την ώρα που κάνεις ό,τι κάνεις, πώς θα πας παρακάτω; Πώς θα βρεις κάτι καλό, πώς θα έχεις μεγαλύτερο ενδιαφέρον;»
Ένα ολόκληρο θέμα στο έργο έχει να κάνει με το πώς αφηγείσαι την ιστορία ενός προσώπου που είναι στη ζωή και πώς βλέπουν οι άλλοι με τη σειρά τους εκείνο το πρόσωπο μέσα σε ένα έργο θεατρικό ή κινηματογραφικό, ειδικά σε μια εποχή στην οποία μια ιστορία δεν τη βλέπεις μόνο μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου αλλά, δεδομένου ότι υπάρχει το ίντερνετ, υπάρχουν πολλές όψεις και αναγνώσεις του ίδιου θέματος. «Αυτή η ιστορία», λέει ο Γιάννης, «σε πάει σε μια άκρη και σε μια κορυφή, μοιάζει πολύ με τον τρόπο που το θέατρο σε εξυψώνει όταν σου δείχνει κάτι άπιαστο ή ακατόρθωτο, ενώ παράλληλα σε προσγειώνει σε έναν εαυτό που ακούει την ιστορία του μέσα από έναν άλλο που την αφηγείται. Έχει σημασία σε αυτή την ιστορία ο τρόπος που μας βλέπουν οι άλλοι, που μπορεί να είναι πολύ διαφορετικός από την εικόνα που έχουμε πλάσει εμείς για τον εαυτό μας. Είναι σαν να υπάρχουν δύο ιστορίες και αναρωτιόμαστε τελικά ποια από τις δύο έχει μεγαλύτερη αξία: η διογκωμένη αλήθεια του θεάτρου ή η αληθινή, που κι αυτή είναι ένας καθρέφτης του εαυτού μας;».
Το έργο του Πενσότι πειραματίζεται με μια ασυνήθιστη φόρμα, που κάνει εμάς τους θεατές να αναλογιζόμαστε πώς αφηγούμαστε μια ζωή, πώς αφηγούμαστε τον εαυτό μας, από ποια πλευρά διαβάζουμε και κατανοούμε μια ιστορία. Οι πάγοι που λιώνουν στις απάτητες κορυφές αποκαλύπτουν ζωές που καλούμαστε να φανταστούμε, χαμένες ευκαιρίες και στοιχήματα, μεταμορφωτικές εμπειρίες. Ο χρόνος και οι αλλαγές στον πλανήτη μας διαλύουν μύθους και βεβαιότητες, προσωπικές και συλλογικές, και μας καλούν να επανεξετάσουμε τα πάντα, εικόνες, αφηγήσεις και γεγονότα, ως αληθινά ή φανταστικά. Κάποιες φορές σημασία δεν έχει η αλήθεια μιας ιστορίας αλλά η αφήγησή της, όπως στην περίπτωση του Πετράρχη, που θεωρείται ο πατέρας της ορειβασίας και μας παρέδωσε ένα συναρπαστικό έργο στο οποίο αφηγείται την ανάβασή του στο όρος Βεντού. Ενώ ο συγγραφέας παρουσιάζει την εξόρμησή του ως απολύτως πραγματική, έχει αποδειχθεί πως ήταν μυθοπλασία, δεν συνέβη παρά μόνο στη φαντασία του. Ωστόσο, έχει σημασία αν συνέβη πραγματικά αυτή η ανάβαση ή αν το ουμανιστικό της μήνυμα έχει αξία στους σκοτεινούς καιρούς μας;
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.