ΣΤΗΝ ΑΚΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΝΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ καριέρας, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ο Ελένιο Ερέρα κέρδισε τέσσερις τίτλους στην Ισπανία, τρεις στην Ιταλία και δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών Ευρώπης. Ήταν ο πρώτος σούπερ σταρ προπονητής και εκείνος που εισήγαγε την ιδέα ότι οι αγώνες κερδίζονται από τον πάγκο. Ο Ερέρα ήταν περιβόητος αλλά και διαβόητος. Ντυνόταν με κομψά κοστούμια, φορούσε παπούτσια από δέρμα αλιγάτορα και συχνά εμφανιζόταν με μια μαύρη κάπα που θύμιζε τον Κόμη Δράκουλα. Επίσης έκανε γιόγκα –γυμνός– κάθε πρωί για πενήντα χρόνια.
Σε ό,τι αφορά το προπονητικό του στυλ θα μπορούσε να πει εκ των υστέρων κανείς ότι αυτό συνδύαζε την αυστηρότητα του σερ Άλεξ Φέργκιουσον με τα πυροτεχνικά καμώματα του Χοσέ Μουρίνιο, την ενέργεια του Γιούργκεν Κλοπ με την προσοχή στη λεπτομέρεια που διακρίνει τον Πεπ Γκουαρντιόλα. Στο βιβλίο «HH: Helenio Herrera», ο συγγραφέας Ρίτσαρντ Φιτζπάτρικ αφηγείται μια ιστορία ποδοσφαιρικού μεγαλείου, αμφιλεγόμενης έως και παραβατικής συμπεριφοράς και υπερβολικού εγώ. Ο συγγραφέας εξερευνά έναν «μυστηριώδη άνδρα» που «άλλαξε το προφίλ των προπονητών στο ποδόσφαιρο». Πριν από τον Ερέρα, εξηγεί, «οι προπονητές ποδοσφαίρου βρίσκονταν στο παρασκήνιο και το κοινό δεν γνώριζε καν τα ονόματά τους».
Προς ενίσχυση του αγωνιστικού πλάνου που είχε στο μυαλό του, ο Ερέρα προμήθευε με αμφεταμίνες τους παίκτες του, οι οποίες, όπως ισχυριζόταν, ήταν απλές βιταμίνες.
Ο Ερέρα γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1910, αλλά μεγάλωσε στην Καζαμπλάνκα, που τότε ήταν υπό γαλλική κατοχή, σε μια ξύλινη παράγκα πάνω σε πασσάλους. Ως παίκτης, δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακός (στα απομνημονεύματά του έγραφε ότι είχε παίξει για τη Γαλλία, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο). Τα προσόντα του ήταν η ταχύτητα και η αντοχή, χαρακτηριστικά που θα τον έκαναν διάσημο ως προπονητή.
Η προπονητική του καριέρα ξεκίνησε στη Γαλλία το 1944, αλλά το όνομά του ακούστηκε για πρώτη φορά στην Ισπανία, πρώτα με την Ατλέτικο Μαδρίτης και μετά με τη Μπαρτσελόνα. Όταν έφτασε στην Μπαρτσελόνα το 1958, ο σύλλογος ήταν καταχρεωμένος και με κακές επιδόσεις στον αγωνιστικό χώρο. Γρήγορα ο Ερέρα άρχισε να εργάζεται για την ανύψωση του ηθικού και διαπραγματεύτηκε αυξήσεις μισθών ακόμα και για τους αναπληρωματικούς παίκτες και το προσωπικό. Σύμφωνα με το βιβλίο, αυτός ήταν ένας τρόπος για να «εξαγοράσει την αφοσίωσή τους». Στο γήπεδο, άλλαξε το στυλ της Μπαρτσελόνα από κομψό, αλλά νωθρό, σε γρήγορο και άμεσο.
Προς ενίσχυση του αγωνιστικού πλάνου που είχε στο μυαλό του, προμήθευε με αμφεταμίνες τους παίκτες του, οι οποίες, όπως ισχυριζόταν, ήταν απλές βιταμίνες. Το ντόπινγκ είχε αρχίσει να εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη, αλλά ο Ερέρα ήταν ο πρώτος που το έφερε στην Ισπανία. Υπό την τεχνική ηγεσία του, ο σύλλογος κέρδισε δύο πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ισπανίας. Ωστόσο, δύο χρόνια μετά από την άφιξή του το 1960, έφυγε από τη Βαρκελώνη έχοντας πέσει σε δυσμένεια – τον κυνήγησαν στη La Rambla οπαδοί που πίστευαν ότι είχε δεχτεί δωροδοκία για να χάσει η Μπαρτσελόνα από τον αιώνιο αντίπαλό της, τη Ρεάλ Μαδρίτης.
Ακολούθως, ο Ερέρα βρέθηκε στο τιμόνι της Ίντερ του Μιλάνου, όπου, παρά τα πρόστιμα και τις τιμωρίες, συνέχισε να χορηγεί ενισχυτικές ουσίες στους παίκτες του. Συνέχισε επίσης να κερδίζει – τρεις φορές το Πρωτάθλημα Ιταλίας και δύο φορές το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Του πιστώνεται επίσης και η εφαρμογή του αμυντικογενούς συστήματος «κατενάτσιο» κατά τη θητεία του στην Ίντερ, αν και δεν ήταν αυτός που το εφηύρε. Βρέθηκε και στον πάγκο της Εθνικής Ισπανίας, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962, όπου η ομάδα του αποκλείστηκε μετά από μια αμφιλεγόμενη ήττα με 2-1 από την πρωταθλήτρια Βραζιλία (στην Ισπανία δεν αναγνωρίστηκε ένα καθαρό γκολ και ένα καθαρό πέναλτι, και πάλι όμως οι παίκτες της φαίνεται ότι χρησιμοποιούσαν αμφεταμίνες).
Μπορεί να είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε τα σημαντικά επιτεύγματα του Ερέρα από την προετοιμασία των ομάδων με συστηματικό τρόπο σε συνθήκες απομόνωσης και αυστηρής πειθαρχίας, στοιχεία που οφείλονταν στη χρήση αναβολικών στην οποία τακτικά υπέβαλε στους παίκτες του, όμως ο συγγραφέας αυτής της βιογραφίας δεν αμφισβητεί καθόλου το πόσο πρωτοποριακός υπήρξε. Ο Ερέρα μεταμόρφωσε τη διατροφή των παικτών και έφερε επανάσταση στην προετοιμασία – κρατούσε προσωπικό αρχείο με την παρακολούθηση του βάρους των παικτών και πραγματοποιούσε λεπτομερή ανάλυση των μελλοντικών αντιπάλων, παρακολουθώντας τους αγώνες τους, ακόμα και μεταμφιεσμένος μερικές φορές. Έδωσε επίσης ειδικό βάρος στην ψυχολογία των παικτών ασκώντας «υπνωτιστική επιρροή» πάνω τους. Συγχρόνως όμως υπήρξε απερίσκεπτος με την υγεία τους· όταν ο επιθετικός Τζουλιάνο Τακόλα πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια το 1969, ο Ερέρα κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
Το βιβλίο του Φιτζπάτρικ είναι αποτέλεσμα επιμελούς έρευνας και παρέχει ένα εκτενές κοινωνικό, πολιτικό και αθλητικό πλαίσιο. «Θέλω οι παίκτες μου να προωθούνται με μεγάλη ταχύτητα, χρησιμοποιώντας όχι περισσότερες από τρεις πάσες για να μπουν στην αντίπαλη περιοχή», έλεγε ο Ερέρα, ο οποίος ενδεχομένως να θεωρούσε τις κυρίαρχες σύγχρονες τακτικές –τις γρήγορες πάσες και την έντονη πίεση για την ανάκτηση της μπάλας– ως φόρο τιμής στις πρωτοποριακές μεθόδους του.
Με στοιχεία από τους «Financial Times»