ΟΛΟ ΚΑΙ ΣΥΧΝΟΤΕΡΑ, ο κόσμος χρησιμοποιεί το ChatGPT όχι για να λάβει πληροφορίες ή βοήθεια με τις υποχρεώσεις του αλλά για να πει τις σκέψεις και τις ανησυχίες του, για ν’ ακουστεί και να πάρει συμβουλές. Αυτό το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στους νέους. Ένα 32% των Gen Z χρηστών της εφαρμογής στις ΗΠΑ βλέπει το ChatGPT ως «συντροφιά», ένα 21% το περιγράφει ως «ψυχοθεραπευτή», ενώ το 37% μιλάει μαζί του για θέματα «προσωπικής φύσεως».¹
Πέρα απ’ τις δυναμικές που συντηρούν αυτή την τάση –τη μοναξιά και αλλοτρίωση των σύγχρονων ανθρώπων, που τους ωθεί να στραφούν στην τεχνητή νοημοσύνη για «οικειότητα» και «επαφή», τον οικονομικό αποκλεισμό από υπηρεσίες ψυχικής υγείας, που κάνει το ΑΙ να φαντάζει απάγκιο–, ενδιαφέρον παρουσιάζει το ερώτημα του τι ακριβώς συμβαίνει όταν λέμε τα προβλήματά μας στο ChatGPT. Ποια σχέση, ποια «αλήθεια» και ποια αίσθηση εαυτού δομείται μέσα απ’ αυτή την πρακτική;
Το ChatGPT βασίζεται στις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις του, μιλώντας σαν ατέρμονος κόλακας, σαν τέλειο echo chamber, ένα εργαλείο που αναπτύχθηκε, από εκδοχή σε εκδοχή, για να δίνει απαντήσεις που ευχαριστούν τους χρήστες.
Υπάρχει μια μακρά αλληλουχία διαδικασιών παραγωγής της αλήθειας του εαυτού στη Δύση. Στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας (1976), ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό πιάνει το νήμα απ’ το καθολικό μυστήριο της εξομολόγησης και, συγκεκριμένα, τον τρόπο με τον οποίο εκείνο μεταλλάσσεται κατά τον 17ο αιώνα. Με την Αντιμεταρρύθμιση, ο καθολικισμός απαιτεί την εξομολόγηση όχι μόνο των πράξεων του πιστού, αλλά και των σκέψεων, επιθυμιών και φαντασιώσεων που εκείνος είχε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα από μια απολύτως ιεραρχική σχέση προκύπτει ένα νέο τελετουργικό υποκειμενοποίησης και παραγωγής γνώσης, όπου ο εαυτός λέει την αλήθεια του εαυτού του, η αυθεντία κρίνει, συγχωρεί ή προσφέρει λύτρωση και το άτομο εξέρχεται μεταμορφωμένο.
Σύμφωνα με τον Φουκό, το εξομολογητικό σχήμα εξαπλώνεται στις δυτικές κοινωνίες, περνώντας στους θεσμούς της δικαιοσύνης, της εκπαίδευσης και της οικογένειας, ενώ το τελετουργικό της εξομολόγησης «εκκοσμικεύεται» από τον 19ο αιώνα κι ύστερα και κωδικοποιείται κλινικά στην επιστημονική μεθοδολογία της ιατρικής και της παραδοσιακής ψυχανάλυσης και ψυχιατρικής. Η γέννηση της ομιλούσας θεραπείας διατηρεί τη φόρμα της εξομολόγησης, όπου ο εαυτός καλείται να παραγάγει λόγο για τον εαυτό του –λόγο που τον μεταμορφώνει–, αλλά επιφέρει δύο σημαντικές διαφορές. Πρώτον, η αυθεντία εκείνου που ακούει δεν βασίζεται στο ότι μπορεί να παρέχει συγχώρεση (θρησκευτική εξουσία), αλλά στο ότι μπορεί να κατανοήσει, ως ειδικός, το «πραγματικό» περιεχόμενο του λόγου. Παράλληλα, η «αλήθεια» του εαυτού δεν έγκειται άμεσα στον λόγο που εκείνος παράγει, αλλά περνάει απαραίτητα μέσα απ’ την κλινική σχέση, συνδιαμορφώνεται μαζί με αυτόν που ακούει, ο οποίος δεν κρίνει παρά αποκρυπτογραφεί και ερμηνεύει.²
Η πιο τρανταχτή διαφορά των παραπάνω παραδειγμάτων με την εξομολόγηση στο ChatGPT είναι ότι, στη δεύτερη περίπτωση, δεν υπάρχει κάποια ορατή εξουσία, δεν υπάρχει αυθεντία πέρα από αυτή που είναι ενσωματωμένη στον αλγόριθμο (training, moderation και filtering απ’ την εταιρεία∙ «κοινή λογική» και κοινότοπος λόγος της θετικότητας) και, ακόμα περισσότερο, αυτή που επιλέγουμε και πλάθουμε εμείς. Όπως ο καταναλωτής έχει «ελευθερία επιλογής», έτσι κι ο εξομολογούμενος/χρήστης έχει την εξουσία να ορίσει ποιο καθεστώς λόγου θ’ απαντήσει στα όσα λέει για τον εαυτό του. Εμείς διαλέγουμε την «προσωπικότητα» του ChatGPT, εμείς αποφασίζουμε αν θα μας μιλήσει σαν φίλος, σαν αυστηρός δάσκαλος, σαν ερωτικός σύντροφος ή επιχειρηματικός συνεργάτης. Υπό το ίδιο πρίσμα, εμείς έχουμε την εξουσία να επιλέξουμε πώς θ’ αξιολογηθούμε, να θέσουμε τους εαυτούς μας υπό την κρίση του Εαυτού.
Απουσία τέτοιων συγκεκριμένων οδηγιών (και στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων), το ChatGPT βασίζεται στις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις του, μιλώντας σαν ατέρμονος κόλακας, σαν τέλειο echo chamber, ένα εργαλείο που αναπτύχθηκε, από εκδοχή σε εκδοχή, για να δίνει απαντήσεις που ευχαριστούν τους χρήστες, τους κάνουν να κάθονται κι άλλο στην εφαρμογή, να στέλνουν νέα μηνύματα και ν’ ανανεώνουν τη συνδρομή τους.
Μιλώντας στην «default» μορφή του ChatGPT για τις ανησυχίες σου, δεν κρίνεσαι, ούτε νιώθεις πως κλονίζονται οι βεβαιότητές σου. Αποφεύγεις τα δύσκολα. Λαμβάνεις κατανόηση, αποδοχή, «πατ πατ» στην πλάτη, ακόμα και στις πιο παράλογες συνθήκες. Υπό αυτήν τη σκοπιά, το ChatGPT συνιστά έναν θάλαμο εξομολόγησης όπου «τ’ αφεντικό τρελάθηκε» και μοιράζει τζάμπα συγχωροχάρτια∙ διαμορφώνει ένα εξαρτημένο υποκείμενο το οποίο έχει πάντα δίκιο, έναν βασιλιά και σκλάβο της συσκευής του.
Η βούληση για γνώση φθίνει και μεταλλάσσεται: φαινομενικά, στρεφόμαστε ακόμα σ’ έναν φορέα εξουσίας-γνώσης για να μάθουμε την αλήθεια του εαυτού μας. Στην πραγματικότητα, όμως, οι απαντήσεις που λαμβάνουμε είναι όλο και πιο κενές, όλο και πιο προσαρμοσμένες σ’ ένα καταναλωτικό μοντέλο∙ μια νέα βούληση για άνεση, εφησυχασμό κι επιβεβαίωση προσφέρεται απλόχερα στις γενιές των τελευταίων ανθρώπων∙ η σαγήνη του κόλακα αντικαθιστά την αυθεντία του ειδικού.
Η εξουσία, ωστόσο, παραμένει: μια νέα μορφή εξουσίας, που δεν απαιτεί μετάνοια ή μεταμόρφωση, που νοιάζεται αποκλειστικά για το engagement και τον χρόνο. «Και μόνο που μιλάς, καλά είναι…». Η εξομολόγηση επιβιώνει ως ζόμπι, απογυμνωμένη απ’ το ρίσκο, το κόστος και τη σύγκρουση – ένα αυτορρυθμιζομένο feedback loop, ν’ ακούμε, να χαιρόμαστε. Μπορείς σχεδόν να δεις τον Σαμ Άλτμαν δίπλα στον Ζαρατούστρα: «Εμείς εφηύραμε την ευτυχία, λένε οι τελευταίοι άνθρωποι – και κλείνουνε το μάτι».
¹ https://www.hrdive.com/news/gen-z-chatgpt-users-say-they-view-it-as-a-co-worker/749233/
² Michel Foucault. (1976). Ιστορία της σεξουαλικότητας Ι: Η βούληση για γνώση (μτφρ.: Τάσος Μπέτζελος). Πλέθρον.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.