Tρεις άγριες ιστορίες με τρανς της Πάτρας, από πρώτο χέρι, τρυφερό
ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΒΙΒΛΙΟ, που δεν μου θυμίζει τίποτε άλλο στα ελληνικά είναι το βιβλίο του Γιάννη Παρίς, «Πρεζαντέ»
ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΒΙΒΛΙΟ, που δεν μου θυμίζει τίποτε άλλο στα ελληνικά είναι το βιβλίο του Γιάννη Παρίς, «Πρεζαντέ» (εκδ. Φαρφουλάς). Είναι η ζωή του ολόκληρη, ως τρανς Αλίκη, σε μπορντέλα της Πάτρας κυρίως, από τη δεκαετία του '80, ως τον σημερινό μαρασμό.
Μ' άρεσαν βέβαια όσα έμαθα για τις ορμητικές πιάτσες της εποχής πίσω απ' το ΚΤΕΛ και τους παράδρομους και τα λαϊκά παιδιά, τα εγκληματικά και αγαθιάρικα. Σε όλες τις άλλες μαρτυρίες οριακότητας που έχω διαβάσει, υπάρχει πάντα, δικαιολογημένα, κάτι σαν ξέσπασμα, ένας τόνος απελευθερωτικής εξομολόγησης. Σα να πατάει κανείς στο κεφάλι την αμαρτία και τις νόρμες της κοινωνίας, ηρωϊκά τρόπον τινά. Ομως εδώ, ο Γιάννης μπαίνει στο ψητό, δίχως ίχνος υπέρβασης ή έστω προσπάθειας. Βρίσκεται αυτεξούσιος, πέραν του καλού και του κακού, δεν μπαίνει καν στον κόπο να σκεφτεί αν αυτό που ζει είναι "αμαρτωλό" ή όχι. Φτάνει στην απελευθέρωση κόβοντας δρόμο, παίρνοντας το μονοπάτι το στενό, της ταπεινότητας - ποτέ δεν φαντάστηκε ότι μπορεί η ζωή του να ήταν λιγότερο υπόγεια. Μιλάει για το μεθύσι που έζησε στην αγκαλιά των αντρών. Για την χαρά του να μεταμορφώνεται τα βράδια και να τραβιέται ως το χάραμα σε σκοτάδια και πυρετικά κουτούκια. Στον Κόττα. Στην πλατεία Τριών Συμμάχων. Στην πλαζ του ΕΟΤ. Ευγνώμων που τα έζησε. Με ένα καλό λόγο για τον καθένα ― τρανς, πόρνες, πελάτες, λατσοί άγιοι με μπάρες στα όρθια για 10 λεπτά― άντρες που αγάπησε και χάθηκαν. Κάνει το σταυρό του όταν η κουβέντα φέρνει κάποιον Άγιο, αλλά μέσα του είναι σα μην κουκούλωσε ποτέ ο χριστιανισμός τη σάρκα των ανθρώπων με ένα μαύρο σάβανο. Καμμιά σκιά. Της καθαρής σαρκός η καθαρή ηδονή. Το γράψιμο νεράκι, με πατερνς σα κουπλέ βαλαντωμένα (περί φιλενάδων και καραλάτσες δίμετρους, εναλλάξ), με πλούσια καλιαρντά, και στοιχεία που δεν έχουν γραφτεί αλλού.
Διαλέγω τρια αποσπάσματα, στα οποία ο Παρίς (συγγραφέας και του «Ντέλα», εκδ. Πολύχρωμος Πλανήτης) δεν μιλάει για τον εαυτό του, συνεπώς δεν διαφαίνονται όσα λέω. Μιλάει όμως για τρεις τρανς της Πάτρας, την σύντομη δόξα τους και τον άδοξο θάνατό τους.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΩΤΗ
Το 1986 γνώρισα στου Κόττα μια λουμπινίτσα, σκέτη γυναίκα, τον Αντρέα ή Έλσα, 17 χρονών τότε. Ήταν όμορφο παιδί, σεβαστικό και πολύ το αγάπησα. Κάναμε παρέα και κάθε Σάββατο βράδυ συναντιόμασταν στου Κόττα. Γελούσαμε, χορεύαμε. Ήσυχο παιδί και η παρέα του ευχάριστη. Του είχα γνωρίσει ένα όμορφο τσόλι, τον Χάρη, παντρεμένος αλλά μπουτ τζιναβωτό τσόλι. Ήταν ερωτευμένα κι εγώ χαιρόμουν γι’ αυτούς. Ο πατέρας του Αντρέα, καλιαρντός, κομπλεξικός, το κυνηγούσε το παιδί. Το είχε αρρωστήσει, δεν το άφηνε σε χλωρό κλαρί. Δεν μπορούσε με τίποτα να δεχτεί τον Αντρέα γι’ αυτό που ήταν. Του μπέναβα να πάει στην αστυνομία και ψάχναμε εγώ με τον Χάρη να βρούμε διαμέρισμα να φύγει από το πατρικό του, να μην έχει αυτά τα κουλά, τις απειλές και το φόβο για τον πατέρα του.
Τον βρήκαν ένα πρωί κρεμασμένο τον Αντρέα στο δωμάτιό του. Το ένα παπούτσι του έξω στο δρόμο πεταμένο. Πολλοί είπαν ότι τον σκότωσε ο πατέρας του, άλλοι ενοχοποίησαν τον Χάρη. Ένα βράδυ, μας μάζεψαν όλες από το σταθμό και μας πήγαν στο τμήμα να δώσουμε κατάθεση. Μας πήγε ο Χάρης στο χωριό, στην κηδεία του Αντρέα. Μας άφησε έξω από την εκκλησία κι έφυγε. Ήμουν εγώ, ο φίλος μου ο Γιώργος και ο Μάκης. Μέσα στην εκκλησία ήμαστε οι τρεις μας σαν τη μύγα μες στο γάλα. Μας κοίταγαν άγρια. Ποτέ δεν θα ξεχάσω το μίσος στα μάτια τους. Δεν έπρεπε να πάμε. Κατάλαβαν ότι ήμασταν σαν τον Αντρέα. Δεν ήθελαν να είμαστε εκεί, ήθελαν να μας εξαφανίσουν. Ήθελαν να μας σκοτώσουν.
Πριν τελειώσει η λειτουργία είπα στα παιδιά να φύγουμε. Τζάσαμε. Μας πήραν από πίσω κάτι νταβραντισμένα χωριατόπαιδα με ξύλα στα χέρια. Κλαμένοι, φοβισμένοι βγήκαμε στο δρόμο. Έπεσα μπροστά σε ένα αγροτικό και το τσόλι σταμάτησε επί τόπου.
«Μας κυνηγούν να μας σκοτώσουν», του είπα. «Ανεβείτε στην καρότσα», απάντησε κι έτσι κάναμε. Ανεβήκαμε στην καρότσα και γλυτώσαμε. Θα μας είχαν σκοτώσει εκείνη την ημέρα τα αγριότσολα μόνο και μόνο γιατί είμαστε διαφορετικοί από αυτούς. Ο αγρότης, το τσόλι, μας πήγε έξω από το σπίτι μας χωρίς να ζητήσει ή να ρωτήσει τίποτα. Όσο για τον Αντρέα, ο φάκελός του έκλεισε χωρίς να βρεθεί ποτέ ο δολοφόνος του. Μίλησαν για αυτοκτονία και αυτά τα κουλά που ξέρουν να λένε σε τέτοιες περιπτώσεις. Κρύβουν πάντα την αλήθεια και κανένας δεν βρίσκει ποτέ το δίκιο του.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
Στου Κόττα τότε είχα γνωρίσει τον Χρήστο, την Μποτού, μεγαλοκοπέλα και δικό μας παιδί. Εβδομήντα τότε και κάτι. Είχε ένα κορμί λαμπάδα, χόρευε καταπληκτικό τσιφτετέλι, έφτανε το πόδι της ψηλά ίσα με το κεφάλι της. Ήταν καλή φιλενάδα και μπουτ φιλότιμη. Δεν της άρεσαν τα κουτσομπολιά. Για την ηλικία της θεάρα. Κοντό, κατάξανθο μαλλί. Μπουτ καθαρή, με τις κρέμες της, με τα λάτσα ντυσίματά της με ανοιχτά χρώματα. Της άρεσε το λευκό. Είχε ζήσει θεά. Καψούρες και κρυφές, μεγάλες αγάπες. Ήταν μια κούκλα σα ψεύτικη στα νιάτα της. Στου Κόττα πολλές φορές καθόμασταν στο ίδιο τραπέζι. Με λάτσευε και εγώ τη σεβόμουν και την αγαπούσα. Είχε ένα δυαράκι πίσω από τα Ψηλά Αλώνια. Είχα πάει μια φορά στο δυαράκι της. Γεμάτο ακριβά έπιπλα, αντίκες, δικές της φωτογραφίες παντού. Ήταν θεάρα η κατέ. Είχε γνωρίσει ένα τσόλι, γείτονά μου, τον Αντώνη, τζάζ το κατέ και το είχε σπιτώσει. Τον τάιζε, τον χαρτζιλίκωνε και αυτός την κυκλοφορούσε παντού. Ήταν ωραίο τσόλι, αντρικό, ο κατές. Μελαχρινός και με πλούσια προσόντα. Τον είχε καψούρα η κατέ, τον μαλάκα. Τον έφερνε και στου Κόττα. Καθόντουσαν στο μεσαίο τραπεζάκι του μαγαζιού, πίνανε, χορεύανε για ώρες και μετά έφευγαν αγκαλιά.
Ένα βράδυ μάλωσαν, η Μποτού τον έβρισε άσχημα, έβρισε και τη μάνα του μαζί. Είχε αδυναμία το τζάζ στη μάνα του. Η αλήθεια είναι ότι είχε μια μάνα αγία. Αγρίεψε ο μαλάκας. Την έπνιξε τη φιλενάδα μου τον Χρήστο με το μαξιλάρι. Της πήρε τα χρήματα, τα χρυσαφικά και εξαφανίστηκε. Την έπνιξε ένα βράδυ, τον Αύγουστο του 1994. Το επόμενο βράδυ ήρθε η ρούνα στο σταθμό και μας μάζεψε όλες στο τμήμα για κατάθεση. Δεν ξέραμε τίποτα, είχαμε μείνει άφωνες. Μέσα σε μία εβδομάδα παραδόθηκε ο Αντώνης στην αστυνομία και ομολόγησε ότι αυτός την έπνιξε την κατέ, με το μαξιλάρι, γιατί του έβρισε τη μάνα του. Έμεινε για λίγα χρόνια φυλακή και μετά βγήκε. Δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος. Απομονωμένος από όλους, συνέχισε μια μοναχική πορεία και δίχως να αναζητά καινούριες φιλίες. Μοναχικός και μετρημένος. Έφυγε από τη ζωή στα 67 του, τον Αύγουστο του 2022.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΙΤΗ
Το 2016, μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια, βρεθήκαμε με τον Γιώργο ξανά, μέσω Facebook. Τηλεφωνηθήκαμε και πήγα να τον δω σπίτι του. Έμενε μόνος του στο πατρικό του, στα εργατικά, στα Ζαρουχλέικα. Ήταν ισόγειο το διαμέρισμα, τα δύο δωμάτια, η κρεβατοκάμαρά του και το σαλόνι ήταν φάτσα στο δρόμο. Ήταν γερασμένος, απογοητευμένος. Πικραμένος από την αχαριστία και την κακία των ανθρώπων. Ζούσε με το επίδομα του ΚΕΑ και μόνη του συντροφιά το μεγαλωμένο σε ηλικία σκυλάκι του, ένα κανίς.
Άρχισα να πηγαίνω να τον βλέπω μία φορά την εβδομάδα. Πήγαιναν κι άλλα τρία, τέσσερα δικά μας παιδιά και κάναμε παρέα. Δεν έβγαινε από το σπίτι του, τα είχε βαρεθεί όλα. Δεν ήθελε να δει άνθρωπο. Είχε προβλήματα στη γειτονιά με κάτι ανήλικα τσόλια, κουλά κι εγκληματικά. Περνούσαν τα τσόλια, τον έκραζαν, τον απειλούσαν, του πετούσαν πέτρες. Πίκρα μεγάλη, είχε μπλέξει άσχημα. Ο Γιώργος δεν είχε πειράξει ποτέ άνθρωπο. Αλλά εκεί ήταν μια παλιογειτονιά, γεμάτη αλητεία. Είχε μοναξιά μέσα του, πίκρα και φόβο. Φοβόταν τα τσόλια, ήταν τρομοκρατημένος. Φοβόταν ότι κάποιο βράδυ που θα κοιμόταν θα του έβαζαν φωτιά τα τσόλια και θα τον έκαιγαν ζωντανό.
Έπινε και νταμίρωνε μπουτ. Δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα. Είχε κάτι πελάτες που τους πηδούσε και του έδιναν κάτι σαν χαρτζιλίκι. Ήταν ένας κουρασμένος άνθρωπος. Με την πανδημία του COVID δεν μπορούσα να πηγαίνω συχνά να τον βλέπω. Ήμασταν και μακριά, μέναμε στην άλλη άκρη. Έμενε μόνος του και κλεισμένος στο σπίτι του. Τον έπαιρνα πρωί-βράδυ τηλέφωνο, ανησυχούσα, φοβόμουν για εκείνον.
Πέθανε το σκυλάκι του και το έθαψε στον κήπο, στο σπίτι του. Έμεινε πραγματικά μόνος του. Ήταν απαρηγόρητος. Έκλαιγε μέρα-νύχτα. Πήγα και τον είδα. Μου ράγισε την καρδιά, έφυγα κλαίγοντας. Τα ανήλικα είχαν αγριέψει πάλι. Είχαν περάσει ξανά και ξανά τα βράδια, τον είχαν απειλήσει, του είχαν πετάξει πέτρες και τον είχαν χτυπήσει στο πόδι και στο κεφάλι. Ήταν ράκος. Καλούσε την αστυνομία, αλλά αργούσε να πάει και τα τσόλια γινόντουσαν άφαντα. Τα τελευταία βράδια πήγαινε ένα ανήλικο τσιγγανάκι και του έλεγε ότι τον έστελναν τ’ άλλα να μπει στο σπίτι του Γιώργου να του πάρει πίπα. Το είχε τραβήξει φωτογραφία που έφευγε ντυμένο στα μαύρα με την κουκούλα στο κεφάλι του. Είχε καλέσει ο Γιώργος την αστυνομία, αλλά είχε φτάσει αργά και το τσιγγανάκι είχε εξαφανιστεί. Ήθελε να πάω να του μαγειρέψω και να του φτιάξω τηγανίτες με ζάχαρη. Δεν πρόλαβα...
Πώς ξεχνάει κάποιος τον άνθρωπο, όταν πια δεν τον έχουν ανάγκη. Και βγάζουν τέτοιο μίσος και κακία οι άνθρωποι, που ποτέ δεν μπόρεσα να το καταλάβω. Κυνηγούν έναν άνθρωπο ερημωμένο, δίχως οίκτο, για την αλήθεια του, τη διαφορετικότητά του. Βγάζουν την κακία τους για να κρύψουν το κόμπλεξ τους, τα δικά τους λάθη. Γίνονται τέρατα...
Το Σάββατο, στις 20 Φεβρουαρίου του 2021, δεν τηλεφωνηθήκαμε, ξεχαστήκαμε. Στεναχωρήθηκα που δεν μίλησα μαζί του. Δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ. Περίμενα την Κυριακή να τον πάρω τηλέφωνο το μεσημεράκι, γιατί ξυπνούσε αργά, και να πεταχτώ με το μηχανάκι το απόγευμα να τον δω. Μεσημεράκι με πήρε τηλέφωνο ο Πέτρος, ένας κοινός μας φίλος. «Τα ’μαθες;», μου είπε. «Πέθανε ο Γιώργος χθες το βράδυ, τον έπαιρνε η αδερφή του τηλέφωνο και δεν απαντούσε». Ανησύχησε η καημένη, είχε κλειδί, πήγε σπίτι του και τον βρήκε πεσμένο στο πάτωμα. Τον άφησε η καρδιά του. Έφυγε πικραμένος, έρημος, βασανισμένος. Κατάμονος. Φίλος, αδελφός-αδελφή μια ολόκληρη ζωή. Καλό ταξίδι Γιώργο μου. Καλό ταξίδι, αγαπημένε μου. Καλό ταξίδι, Γιώργο-Γωγώ, κυρία Πούλου.