Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή» Facebook Twitter
«Το πρόβλημα σήμερα είναι η ανάγκη για άσπρο και μαύρο. Για κάποιους αυτό λειτουργεί ως παρηγοριά: ή θα έχεις έναν σωτήρα και όλους τους άλλους προδότες ή έναν τύραννο και όλους τους άλλους ήρωες». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική μας άγνοια φαίνεται από την επιτυχία του "Καποδίστρια"»

0

Γεννήθηκα το 1944 στην Αθήνα, στα Κάτω Πετράλωνα, λίγους μόλις μήνες πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Ήταν μία από τις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές της πόλης τότε. Σήμερα, μόνο ορισμένες ελληνικές ταινίες μπορούν να δώσουν μια εικόνα τού τι σήμαινε να ζεις εκεί τα χρόνια εκείνα. Ακόμη και το Ρουφ ήταν αλάνα. Εκεί όπου σήμερα υπάρχει κολυμβητήριο, εμείς παίζαμε ποδόσφαιρο. Ο πατέρας μου ήταν τυπογράφος. Και οι δύο γονείς μου κατάγονταν από τα Βίλια· ήταν Αρβανίτες και τα αρβανίτικα ακούγονταν έντονα μέσα στο σπίτι. Η γιαγιά μου μιλούσε σχεδόν αποκλειστικά αρβανίτικα, οπότε τα ακούγαμε καθημερινά κι εμείς, αν και αργότερα τα ξέχασα. Στα πρώτα σχολικά μου χρόνια, στο δημοτικό, με την έμφαση που δινόταν τότε στην «ελληνομάθεια», ένιωθα κάπως ντροπή για την καταγωγή μου. Με τον καιρό, όμως, αυτή η ντροπή μετατράπηκε σε περηφάνια.

• Βρισκόμαστε στα χρόνια λίγο μετά τον Εμφύλιο, όταν στα σχολεία κυριαρχούσε έντονα η ιδέα της πατρίδας. Εμείς οι νεότεροι βλέπαμε τη γιαγιά να μιλά αρβανίτικα με τον παππού, ενώ οι γονείς προσπαθούσαν κάπως να το εξηγήσουν ή να το μαλακώσουν. Το ξεπέρασα σχετικά γρήγορα, ιδίως από τη στιγμή που τελείωσα το δημοτικό στην περιοχή και πέρασα στο γυμνάσιο. Το γυμνάσιο στεγαζόταν στο κτίριο της πλατείας Κουμουνδούρου, εκεί όπου σήμερα υπάρχει ένα πάρκινγκ. Έμεινα τρία χρόνια, γιατί στη συνέχεια ο πατέρας μου χρεοκόπησε προσπαθώντας να στήσει ένα τυπογραφείο και αναγκάστηκα να πάω να δουλέψω. Έτσι έμαθα την παλιά τέχνη του τυπογράφου, και μάλιστα πολύ καλά. Αυτό εξηγεί και τη μεγάλη μου ευαισθησία για τους τυπογράφους, αλλά και το γεγονός ότι αργότερα ασχολήθηκα μαζί τους και σε ερευνητικό επίπεδο.

Παρά τα λάθη, τις αντιφάσεις και τις διαψεύσεις μας, εξακολουθώ –ίσως και λίγο αφελώς– να πιστεύω σε μια κοινωνία πιο δίκαιη, πιο μορφωμένη και λιγότερο άνιση.

• Δούλευα στο υπόγειο του πατέρα μου και, παράλληλα, γράφτηκα σε νυχτερινό σχολείο, στην πλατεία Βάθης. Ήταν μεικτό σχολείο, θηλέων και αρρένων, και εκεί πραγματικά «ψήθηκα», άνοιξαν οι ορίζοντές μου. Ήταν ένα τελείως διαφορετικό σχολείο. Οι περισσότεροι μαθητές ήταν εργαζόμενα παιδιά και κυκλοφορούσαν ιδέες πολύ πιο προχωρημένες από όσες είχαμε γνωρίσει μέχρι τότε. Από το νυχτερινό σχολείο έδωσα εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Ο πατέρας μου ήθελε να πάω στη Νομική, κυρίως επειδή στο τυπογραφείο τυπώναμε πολλά νομικά βιβλία και είχε επαφές με σημαντικούς νομικούς. Εγώ, όμως, έγερνα περισσότερο προς τη Φιλολογία. Με είχε επηρεάσει έντονα μια φιλόλογος στο νυχτερινό. Είχα πάντα και μια τάση να διαβάζω λίγο παραπάνω, παρά τις δυσκολίες.

• Ζούσαμε επτά άτομα σε δύο δωμάτια. Ήταν ένα σπίτι με μια αυλή στη μέση, ένα δέντρο –μια τζιτζιφιά– και γύρω γύρω δωμάτια, όπου έμεναν τρεις τέσσερις οικογένειες, με μία τουαλέτα για όλους. Υπήρχαν πολλά τέτοια σπίτια στην Αθήνα τότε, ιδίως μετά τον πόλεμο, όταν άρχισαν να καταφθάνουν μαζικά άνθρωποι από την επαρχία. Μου θυμίζει, σε κάποιο βαθμό, καταστάσεις που είδα αργότερα στη Λατινική Αμερική, όχι ακριβώς τις φαβέλες, αλλά μια παρόμοια λογική συλλογικής κατοίκησης.

Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή» Facebook Twitter
«Δεν υπάρχει χώρα χωρίς μύθους. Αυτό είναι δεδομένο. Υπάρχουν, όμως, κανόνες διδασκαλίας, όχι μόνο για την Ιστορία αλλά για όλες τις επιστήμες. Κανόνες που δεν έχουν ως στόχο απλώς να "ανοίξουν το μυαλό", αλλά να μάθουν τον άλλον να σκέφτεται με πειθαρχία και βάθος».

• Ο πατέρας μου, ο Κωνσταντίνος Λούκος, ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα. Πολύ ανοιχτοχέρης, ικανός να κερνάει τους πάντες και στο τέλος να μη μένουν χρήματα για την οικογένεια. Χόρευε καταπληκτικό τσάμικο, χωρίς περιττά βήματα. Στα πανηγύρια στα Βίλια, στις 6 Αυγούστου, στη γιορτή του Σωτήρος, όταν χόρευε ο Λούκος, κανείς άλλος δεν τολμούσε να σηκωθεί. Εγώ, από αντίδραση προς τον πατέρα μου, άκουγα μοντέρνα μουσική. Είχα επηρεαστεί από το ρεύμα της εποχής: φορούσα στενά παντελόνια, που η μάνα μου τραβούσε για να βγουν, και άκουγα κυρίως ξένη μουσική. Στο υπόγειο του τυπογραφείου άρχισα σιγά σιγά να έρχομαι σε επαφή και με τα λαϊκά. Αργότερα, ως φοιτητής, μια φίλη μου με επηρέασε και άρχισα να ακούω και κλασική μουσική. Εκείνο όμως που με καθόρισε περισσότερο ήταν το τανγκό. Έμαθα να το χορεύω στη γειτονιά, σε πάρτι, και αργότερα το χόρευα και στο πανεπιστήμιο. Ήμουν αυτός που χόρευε με όλα τα κορίτσια. Είχα πάντα μια κασέτα με καλά τανγκό και όταν μαζευόμασταν, έλεγαν: «Βάλτε τανγκό να χορέψει ο Λούκος». Δεν ήταν τυχαίο ότι στη συνέχεια άρχισε να με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ιστορία της Λατινικής Αμερικής, η Χιλή, οι δικτατορίες, όλα αυτά.

• Τελικά, όταν έδωσα εξετάσεις, πέρασα και στη Νομική και στη Φιλολογία. Έβαλα βέτο στον πατέρα μου και αποφάσισα να πάω στη Φιλολογία. Ήδη από το δεύτερο έτος στράφηκα ουσιαστικά προς την Ιστορία. Δεν ήταν εύκολο, γιατί παράλληλα δούλευα με τον πατέρα μου, ο οποίος είχε υπάρξει συνέταιρος σε ένα μεγάλο τυπογραφείο που χρεοκόπησε. Μετά από αυτό δεν μπορούσε πια να έχει κανονικά δικό του μαγαζί, χρωστούσε. Έτσι άνοιγε μικρά τυπογραφεία «με δόσεις», πότε στο όνομα της μητέρας μου, πότε του θείου μου και κάποια στιγμή ακόμη και στο δικό μου. Τυπικά ήταν αφεντικό, γιατί είχε κρατήσει από το μεγάλο τυπογραφείο ένα μέρος του εξοπλισμού, εκείνο που είχε αγοράσει με την προίκα της μητέρας μου. Όταν κατασχέθηκε το μεγάλο τυπογραφείο, αυτό το υλικό έμεινε σε εμάς και αποτέλεσε τη βάση για τα μικρά τυπογραφεία που έστηνε στη συνέχεια. Το τελευταίο τυπογραφείο ήταν στη γωνία Ακαδημίας και Χαριλάου Τρικούπη. Εκεί πέθανε ο πατέρας μου και δεν μπορέσαμε να το κρατήσουμε. Εξάλλου, εκείνη την εποχή είχε ήδη αρχίσει η φωτοσύνθεση και ο ανταγωνισμός για τα μικρά τυπογραφεία ήταν τεράστιος. Για να σταθεί ένα μαγαζί έπρεπε ουσιαστικά να δουλεύεις σχεδόν τσάμπα. Την ίδια περίοδο αρρώστησε και η μητέρα μου. Μας έδωσαν κάποια χρήματα για τον «αέρα» του μαγαζιού από πάνω –ήταν ένα υποδηματοποιείο– και έπρεπε να εκκενώσουμε τον χώρο. Ένα βράδυ φορτώσαμε τυπογραφικά στοιχεία και κάσες. Αυτά τα έχω μέχρι σήμερα στα γραφεία του «Μνήμονα» – ο «Μνήμων» είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία για μένα.

• Από τη μητέρα μου, αυτό που κρατώ περισσότερο είναι η τρυφερότητά της. Ήμουν πολύ δεμένος μαζί της, και τα αδέρφια μου, η αδερφή και ο αδερφός μου, με πείραζαν γι’ αυτό. Της έλεγαν ότι αγαπούσε περισσότερο εμένα κι εκείνη απαντούσε: «Αν κόψω οποιοδήποτε δάχτυλο από το χέρι μου, το ίδιο θα πονέσει». Παρ’ όλα αυτά, θυμάμαι πολύ συγκεκριμένες στιγμές. Επειδή πήγαινα σε νυχτερινό σχολείο και γύριζα αργά, συνήθως ετοίμαζε φαγητό για όλους, τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα μου και τα μικρότερα αδέρφια μου. Συχνά με περίμενε να γυρίσω. Μια φορά, όμως, που ήταν κουρασμένη, είχε φτιάξει μακαρόνια με κιμά, που μου άρεσαν, έβρασε νερό για να διατηρηθούν ζεστά και μου άφησε ένα σημείωμα σε μια χαρτοπετσέτα, ζητώντας συγγνώμη που δεν μπόρεσε να με περιμένει. Τέτοια πράγματα δεν τα ξεχνάς.

• Υπήρχε, βέβαια, και η ανέχεια. Αυτό τη σημάδεψε βαθιά. Αργότερα, όταν εμφάνισε ψυχολογικά προβλήματα, στις κρίσεις της θυμόταν τους «δοσάδες», εκείνους που έρχονταν για κατασχέσεις, ακόμη και για το ραδιόφωνο. Καταλαβαίνετε πόσο όλα αυτά επηρέασαν και εμάς, όπως και τη μητέρα μου, αφού αυτό της στοίχισε πολύ. Ο πατέρας μου, από την άλλη, ήταν πιο απαιτητικός και πιο σκληρός, με έναν τρόπο. Δεν φρόντισε, για παράδειγμα, να αποκτήσει νωρίτερα κάποια βασικά πράγματα για το σπίτι – ένα πλυντήριο, ας πούμε. Περίμενε πάντα «την κατάλληλη στιγμή», γιατί είχε αγοράσει ένα οικόπεδο με την ιδέα να χτίσει μια τετραώροφη πολυκατοικία: έναν όροφο για κάθε παιδί και έναν για τους ίδιους. Τελικά, όμως, κατασχέθηκε και το οικόπεδο. Όλα αυτά τα χρόνια μάς σημάδεψαν βαθιά. Θα έλεγα ότι δημιούργησαν ένα είδος κόμπλεξ, που είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Ζούσαμε όλοι μέσα στη φτώχεια, κι όμως βρίσκαμε τρόπους να περνάμε καλά: παίζαμε ποδόσφαιρο, κάναμε πάρτι, υπήρχε ζωή στη γειτονιά. Ήταν δύσκολα χρόνια, αλλά υπήρχε και μια έντονη αλληλεγγύη. Θυμάμαι τη μητέρα μου να βγαίνει στην πόρτα και να μιλά με τις γειτόνισσες. Τα θυμάμαι όλα αυτά με μια κάποια νοσταλγία, παρότι ήταν πραγματικά σκληρές εποχές.

Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή» Facebook Twitter
«Ο πατέρας μου, ο Κωνσταντίνος Λούκος, ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFOιτιάν/LIFO
Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή» Facebook Twitter
«Από τη μητέρα μου, αυτό που κρατώ περισσότερο είναι η τρυφερότητά της». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Δούλευα σχεδόν σε όλα τα χρόνια των σπουδών μου. Βέβαια, επειδή ήμουν γιος του αφεντικού, μπορούσα να δουλεύω λιγότερο από άλλους. Στο νυχτερινό σχολείο θυμάμαι παιδιά που έρχονταν κατευθείαν από σκληρές δουλειές και κοιμούνταν στα θρανία. Δεν άντεχαν. Υπήρχαν καθηγητές που το καταλάβαιναν και τους φέρονταν με επιείκεια. Δεν υπήρχε σνομπισμός. Οι περισσότεροι καθηγητές ήταν καλοί και ανθρώπινοι. Προσωπικά, με επηρέασαν ιδιαίτερα μια φιλόλογος και ένας χημικός, ο Μπάμιας. Θυμάμαι ακόμη το όνομά του, γιατί αστειευόταν λέγοντας: «Τι όνομα έχω κι εγώ…». Μας έκανε Χημεία και ήμουν πολύ καλός. Στη Φυσική, αντίθετα, δεν τα πήγαινα καλά, και γενικότερα στα θεωρητικά είχα δυσκολίες. Ο Μπάμιας μού έλεγε να δώσω για Χημικό, αλλά τελικά η Φιλολογία με κέρδισε – και δεν το μετάνιωσα.

• Στο πανεπιστήμιο κατάφερα να πάρω και μια υποτροφία από το δεύτερο έτος. Δινόταν στους πρώτους του πρώτου έτους και ήταν 12.000 δραχμές, καθόλου αμελητέο ποσό για την εποχή. Να σημειώσω ότι τότε, για να γραφτεί κανείς στο πανεπιστήμιο, έπρεπε να πληρώσει εγγραφή, και αυτό από μόνο του δεν ήταν καθόλου αυτονόητο, η εγγραφή κόστιζε περίπου όσο ένας μισθός. Κι όμως, ο πατέρας μου, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να μας είχε βάλει και τους τρεις να δουλεύουμε κανονικά στο τυπογραφείο, προτίμησε να δανειστεί χρήματα από τους εργάτες του για να γραφτεί ο γιος του στο πανεπιστήμιο. Ήθελε και οι τρεις μας να σπουδάσουμε. Η υποτροφία κράτησε έναν χρόνο. Θυμάμαι πόσες φορές με έστελνε ο πατέρας μου να ρωτήσω πότε θα καταβληθεί. «Ήρθε η υποτροφία;» ρωτούσε στο σπίτι.

• Στα πρώτα πανεπιστημιακά χρόνια άρχισαν να με απασχολούν σοβαρά ορισμένα ζητήματα. Στο πρώτο έτος με επηρέασε πολύ ο Μαρινάτος, όταν μιλούσε για τους λεγόμενους «λαούς της θάλασσας». Αργότερα άρχισε να με επηρεάζει καθοριστικά ο Ζακυθηνός. Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η πτώση του Βυζαντίου, η παρακμή. Υπήρχαν κι άλλοι σπουδαίοι καθηγητές, αλλά συνολικά το πανεπιστήμιο είχε μεγάλες ελλείψεις. Δεν μάθαμε σωστά ούτε λατινικά ούτε αρχαία, όχι επειδή έλειπαν οι γνώσεις, αλλά λόγω του τρόπου διδασκαλίας.

• Προς το τέλος των σπουδών μου άρχισε να με απασχολεί περισσότερο η ύστερη περίοδος του Βυζαντίου και, σιγά σιγά, ο νεότερος ελληνισμός. Η μεγάλη τομή, όμως, ήταν η δικτατορία. Τότε αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε σοβαρά πώς φτάσαμε ως εκεί. Αυτή η ανάγκη κατανόησης μάς έστρεψε ουσιαστικά προς τη νεότερη ιστορία. Το μεγάλο βήμα, μετά και τη στρατιωτική μου θητεία, ήταν ο «Μνήμων». Αυτός ο θεσμός έχει σφραγίσει τη ζωή μου. Ο «Μνήμων» συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχει συμπληρώσει πενήντα χρόνια ζωής και εξακολουθεί να εκδίδει το περιοδικό του. Μέσα στη δικτατορία υπήρχαν λίγες τέτοιες νησίδες παρηγοριάς.

• Στο πανεπιστήμιο υπήρχαν και βοηθοί, όπως ο Ντίνος Ντόκος και η Δέσποινα Κατηφόρη, με τους οποίους μπορούσαμε πραγματικά να μιλήσουμε. Το Πανεπιστήμιο της Αθήνας τότε ήταν εξαιρετικά συντηρητικό, ιδίως στα χρόνια της χούντας. Η μεγάλη τομή για τον «Μνήμονα» ήρθε το 1974, μετά την πτώση της δικτατορίας. Ως τότε επρόκειτο για ένα πολυσυλλεκτικό περιοδικό: αρχαιότητα, μεσαίωνας, νεότερη ιστορία. Μετά το 1974, οι περισσότεροι από εμάς θέλαμε να στραφούμε αποκλειστικά στον νέο ελληνισμό. Ο Ντίνος Ντόκος διαφωνούσε. Υπήρξε σύγκρουση και, σε μια θυελλώδη γενική συνέλευση, με μικρή πλειοψηφία, αποφασίστηκε η διάλυση της παλιάς εταιρείας και η ίδρυση της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, όπως υπάρχει μέχρι σήμερα. Από το 1974 και μετά, ο «Μνήμων» απέκτησε και φυσικό χώρο, στο υπόγειο όπου στεγαζόμασταν καθιερώσαμε ομιλίες σχεδόν κάθε δεύτερη Τετάρτη, κάτι που συνεχίζεται ακόμη. Εκεί ανταλλάσσαμε ιδέες, καλούσαμε ανθρώπους που θεωρούσαμε δασκάλους μας. Για μένα αυτό υπήρξε ένα δεύτερο πανεπιστήμιο, και μάλιστα το πιο ουσιαστικό. Ο «Μνήμων» είναι, στην πραγματικότητα, ο άτυπος πρόλογος της διδακτορικής μου διατριβής.

• Το 1971, όταν αποφάσισα να κάνω διατριβή στη νεότερη ιστορία, η Δέσποινα Κατηφόρη μού πρότεινε να ασχοληθώ με την αντιπολίτευση στον Καποδίστρια. Δέχτηκα αμέσως, γιατί τότε πίστευα ότι γράφοντας γι’ αυτό το θέμα, πολεμούσα έμμεσα τη δικτατορία. Το 1972-1973 γνώρισα τη γυναίκα μου, τη Δέσποινα, Συριανή στην καταγωγή, και παντρευτήκαμε το 1974. Την ίδια χρονιά η Ακαδημία Αθηνών ζήτησε ερευνητές και έγινα δεκτός στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών. Ο μισθός ήταν πολύ μικρός, γι’ αυτό συνέχισα να δουλεύω στα φροντιστήρια. Ήμουν τυχερός που με πήραν, καθώς άλλοι, όπως ο Σβολόπουλος, αρνήθηκαν λόγω των αποδοχών. Η εγγραφή μου στο πανεπιστήμιο ως υποψήφιου διδάκτορα έγινε αργότερα, το 1978, όταν ήρθε στην Αθήνα ο Λεονταρίτης και ανέλαβε την εποπτεία μου. Θυμάμαι μια χαρακτηριστική του παρατήρηση: «Βλέπεις πολλά δέντρα, αλλά δεν βλέπεις το δάσος». Μου έμαθε να γενικεύω, να ξεφεύγω από τη λεπτομέρεια. Ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος, απαιτητικός, γι’ αυτό δεν είχε πολλούς φοιτητές.

Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή» Facebook Twitter
«Ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα των τελευταίων χρόνων είναι ότι τα παιδιά δεν διαβάζουν λογοτεχνία». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη συνεδρίαση σχετικά με το αν θα γινόταν δεκτή η αίτησή μου. Σηκώθηκε τότε η Ελένη Κούκου, που λάτρευε τον Καποδίστρια, και πρότεινε να απορριφθεί η αίτησή μου. Τη ρώτησε ο Βασίλης Σφυρόερας, ένας από τους λίγους καθηγητές που ξεχώριζαν, που διάβαζαν πραγματικά τα βιβλία και τα συζητούσαν στα μαθήματά τους: «Ελένη, γιατί;». Εκείνη απάντησε ότι δεν σέβομαι τον Καποδίστρια. Δεν είχε, όμως, κανένα άλλο επιχείρημα. Τελικά η αίτηση πέρασε. Το 1984 με κάλεσαν να υποστηρίξω τη διατριβή μου. Αυτήν τη φορά εγκρίθηκε κανονικά και το 1988 τυπώθηκε από το Θεμέλιο. Έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά η ιστορία μου με τον Καποδίστρια.

• Στην Ακαδημία κάναμε πράγματα που σήμερα μπορεί να φαίνονται ξεπερασμένα, αλλά τότε ήταν απολύτως ουσιαστικά. Ο Πρεβελάκης σκέφτηκε ότι για να μελετήσουμε σοβαρά τη νεότερη ελληνική ιστορία, έπρεπε να έχουμε πρόσβαση στις ξένες πηγές. Έπεισε την Ακαδημία να διαθέσει χρήματα και έφερε σε μικροφίλμ όλα τα αρχεία του Foreign Office για την Ελλάδα, καθώς και τα γαλλικά και τα γερμανικά αρχεία. Δεν έκανε καμία επιλογή, τα έφερε όλα. Μας έβαλε όλους να δουλεύουμε συστηματικά: να κάνουμε αναλυτικές περιλήψεις των εγγράφων. Ο στόχος του ήταν να εκδοθούν τόμοι με αυτές τις περιλήψεις, και πράγματι εκδόθηκαν. Σήμερα, βέβαια, σχεδόν κανείς δεν τα διαβάζει, ούτε καν οι ίδιοι οι ειδικοί. Κι όμως, αν σκεφτεί κανείς πόση δουλειά κρύβεται πίσω από αυτά, είναι εντυπωσιακό: δύο χρόνια εργασίας στα αρχεία του Foreign Office και τρία χρόνια δικής μας δουλειάς ως ερευνητών.

• Έμεινα στην Ακαδημία από το 1974 έως το 1991. Τότε άρχισε μια διερευνητική προσέγγιση από το Πανεπιστήμιο Κρήτης για να πάω εκεί. Δέχτηκα, γιατί είχα αρχίσει να νιώθω λίγο σαν δημόσιος υπάλληλος. Στην Ακαδημία κάναμε καλή δουλειά, αλλά έλειπε η ζωντανή επαφή που έχεις με τη διδασκαλία. Το μεγάλο δίλημμα ήταν η οικογένεια. Η μετάβαση στην Κρήτη σήμαινε συνεχές πήγαινε-έλα και σημαντικό οικονομικό κόστος. Παρ’ όλα αυτά, το πανεπιστήμιο που αντίκρισα με κέρδισε. Πήγα αρχικά δοκιμαστικά, έκανα μαθήματα, και τότε, κάπως περιπαικτικά αλλά και με κάποια ζήλια, μας έλεγαν ότι είμαστε το «Χάρβαρντ της Μεσογείου».

• Στη δεκαετία του ’90 και στις αρχές του 2000, προτού αλλάξουν τα πράγματα κυρίως λόγω κυβερνητικών πολιτικών, είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε ό,τι θέλαμε. Δεν υπήρχαν υποχρεωτικά μαθήματα. Οι φοιτητές διάλεγαν ελεύθερα. Υπήρχε χώρος για πειραματισμό και σκέψη. Θυμάμαι όταν εξελίχθηκα πρώτα σε αναπληρωτή και, τέσσερα χρόνια αργότερα, σε τακτικό καθηγητή, στην πρώτη συνεδρίαση που μπήκα ως καθηγητής ήταν παρόντες ο Χατζηνικολάου, ο Καλπαξής, ο Φαράκλας, ο Χατζηιωσήφ. Δεν τελειώναμε σε μισή ώρα, καθόμασταν τρεις ώρες, μιλούσαμε όλοι. Ήταν ζωντανό πράγμα. Δεν το μετάνιωσα, αν και το πλήρωσε η οικογένεια.

Εκείνο που λείπει συνολικά είναι μια βαθύτερη ευθύνη απέναντι στην κοινωνία και, θα τολμούσα να πω, μια στοιχειώδης πνευματικότητα: ένα πιο ανοιχτό μυαλό, ικανό να ισορροπεί τα πράγματα και να βλέπει πέρα από το άμεσο συμφέρον.

• Από το 1992 έως το 2011, κάθε εβδομάδα πήγαινα δύο μέρες στην Κρήτη και τρεις μέρες βρισκόμουν αλλού· και για τέσσερα χρόνια, ως πρόεδρος, ακόμη περισσότερο. Πάντα με πλοίο. Μόνο τα τελευταία χρόνια, όταν με έπεισαν οι συνάδελφοι, άρχισα να παίρνω αεροπλάνο – που τότε ήταν και φθηνότερο από το πλοίο. Στο καράβι συναντιόμασταν με συναδέλφους από άλλα τμήματα, τρώγαμε μακαρονάδες και συζητούσαμε. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι τότε χαιρόμασταν και τους φοιτητές και τις φοιτήτριες. Το campus στο Ρέθυμνο έσφυζε από ζωή. Τα παιδιά συζητούσαν, ερωτεύονταν, αντάλλασσαν απόψεις. Πήγα πριν από λίγα χρόνια και ήταν έρημο. Ούτε στη βιβλιοθήκη δεν πάνε πια. Τότε, για να φας στο εστιατόριο, περίμενες στην ουρά. Είχαν τη δυνατότητα να δουλέψουν: σερβιτόροι, ιδιαίτερα μαθήματα. Υπήρχε αλληλεγγύη μεταξύ τους. Σήμερα αυτό έχει χαθεί. Οι φοιτητές πιέζονται να τελειώσουν γρήγορα, να πάρουν το χαρτί. Εμείς θέλαμε να μάθουν να σκέφτονται. Αν έβλεπα ένα γραπτό με λάθη αλλά με σκέψη, έλεγα «τουλάχιστον πέντε», γιατί είχε γίνει κόπος. Αυτό το πνεύμα έχει χαθεί.

• Δεν θέλω να σκέφτομαι θεωρίες συνωμοσίας, αλλά οι φοιτητές, όταν είναι μαζί, σκέφτονται και διεκδικούν. Σήμερα, όμως, τους θέλουν απλώς να ολοκληρώνουν τις σπουδές τους. Και όταν η μέση εκπαίδευση φτάνει στο πανεπιστήμιο με τυποποιημένες και φτωχές γνώσεις, το πανεπιστήμιο δυσκολεύεται να παίξει τον ρόλο του. Όλα αυτά τα λέω γιατί, τελικά, το ζητούμενο για μένα, είτε στο πανεπιστήμιο, είτε στην έρευνα, είτε στη διδασκαλία της Ιστορίας, ήταν πάντα ένα πράγμα: να μάθουν οι άνθρωποι να σκέφτονται. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο πολύτιμο.

• Δεν υπάρχει χώρα χωρίς μύθους. Αυτό είναι δεδομένο. Υπάρχουν, όμως, κανόνες διδασκαλίας, όχι μόνο για την Ιστορία αλλά για όλες τις επιστήμες. Κανόνες που δεν έχουν ως στόχο απλώς να «ανοίξουν το μυαλό» αλλά να μάθουν τον άλλον να σκέφτεται με πειθαρχία και βάθος. Ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα των τελευταίων χρόνων είναι ότι τα παιδιά δεν διαβάζουν λογοτεχνία. Δεν διαβάζουν, γενικώς, τίποτα πέρα από τα απολύτως αναγκαία. Είναι δυνατόν να θέλεις να καταλάβεις τη Γαλλική Επανάσταση και να μην έχεις διαβάσει λογοτεχνία; Να θέλεις να καταλάβεις τη Ρωσία και να μην έχεις διαβάσει Τολστόι; Αυτά μπορεί να τα λένε ακόμη κάποιοι συνάδελφοι, αλλά σπάνια ακούγονται. Και το αποτέλεσμα φαίνεται ξεκάθαρα: λεξιπενία. Τα παιδιά δεν έχουν πλούσιο λεξιλόγιο, δεν έχουν αποχρώσεις στον λόγο τους. Χρησιμοποιούν συνεχώς τις ίδιες λέξεις, ενώ μια συγγενική λέξη θα μπορούσε να αλλάξει εντελώς το νόημα. Άρα, το πρόβλημα είναι γενικότερο. Είναι θέμα του τι ανθρώπους θέλεις να διαμορφώσεις. Και αυτό μας φέρνει ξανά στο 1821. Τι είναι αυτό που πραγματικά δεν μάθαμε ποτέ; Η Επανάσταση είναι ένα πολυπρόσωπο, πολυσύνθετο φαινόμενο. Δεν μπορεί να ερμηνευτεί μονοδιάστατα. Η ζωή εκείνης της εποχής, όπως κάθε εποχής, και ιδίως μιας περιόδου πολέμου, ήταν εξαιρετικά σύνθετη.

• Εγώ βασανίστηκα –και βασανίζομαι ακόμη– με τον Μαυροκορδάτο και τον Καποδίστρια, προσπαθώντας να καταλάβω τους ανθρώπους. Και κάπου εκεί άρχισα να βλέπω διαφορετικά και τον Καποδίστρια. Στην αρχή, η αντιπολίτευσή του πράγματι είχε ένα συντηρητικό σώμα. Όμως είναι λάθος να τον κρίνεις μόνο με πολιτικά κριτήρια. Ο Καποδίστριας είχε μια ευρύτερη πολιτική αντίληψη, που δεν την είχαν οι αντίπαλοί του. Ενδιαφερόταν για τους πολλούς. Αν μείνεις μόνο στο «συντηρητικός», χάνεις κρίσιμα στοιχεία: ότι έδινε μάχη για να μην περιοριστούν τα σύνορα της Ελλάδας, ότι αντιδρούσε στους ξένους όταν οι άλλοι τους αποδέχονταν χωρίς αντίρρηση, ότι δεν ήθελε να ξεπουληθούν τα εθνικά κτήματα που άφησαν οι Οθωμανοί. Δεν μπορώ, για παράδειγμα, να θεωρήσω ότι ο δολοφόνος του Καποδίστρια, ο Μαυρομιχάλης, είχε φιλελεύθερα αισθήματα. Υπήρξε ένα κλίμα τυραννοκτονίας, το οποίο καλλιεργήθηκε συστηματικά από την αντιπολίτευση. Από την άλλη πλευρά –και το τονίζω αυτό στο βιβλίο μου– κάποιοι απ’ όσους πολέμησαν τον Καποδίστρια φοβούνταν πραγματικά ότι χάνονταν οι στόχοι της Επανάστασης. Και αρκετοί από αυτούς μετανόησαν αργότερα. Ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος, λίγα χρόνια μετά, αλλάζει στάση. Όλοι βλέπουν τότε ότι η μεταβατική φάση που πρότεινε ο Καποδίστριας ίσως δεν ήταν τόσο παράλογη όσο φαινόταν αρχικά.

https://www.lifoshop.gr/product/i-ermoypoli-tis-syroy-1821-1950-apo-to-liverpoyl-tis-anatolikis-mesogeioy-sti-vamvakoypoli-ton-kykladon/
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ.: Χρήστος Λούκος, «Ιωάννης Καποδίστριας. Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας», εκδ. ΜΙΕΤ

• Όλα αυτά σε αναγκάζουν να ξαναδείς τα πράγματα. Και εγώ δεν φοβάμαι να πω ότι έκανα λάθος ή ότι δεν πρόσεξα κάτι. Αυτή είναι η δουλειά μας. Όσο για τον μύθο της πατάτας ή τον μύθο ότι τον δολοφόνησαν οι Άγγλοι, με κάποιον μυστικό φάκελο, πρόκειται για αφηγήματα που παρηγορούν. Τα έχω ψάξει εξαντλητικά. Δεν υπάρχει φάκελος. Έχω μιλήσει με ανθρώπους που είχαν πρόσβαση σε αρχεία, μέχρι και με τραπεζίτες που είχαν σχέσεις με τους Ρότσιλντ. Τίποτα. Δεν υπάρχει. Οι Μαυρομιχαλαίοι τον δολοφόνησαν. Για λόγους προσωπικούς. Όμως μέσα σε ένα πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα που έδινε στην πράξη τους ένα ευρύτερο, «νομιμοποιητικό» νόημα.

• Στην Ελλάδα υπάρχει ιστορική άγνοια, και αυτό φαίνεται και από τα χιλιάδες εισιτήρια που έκοψε η ταινία του Σμαραγδή. Υπήρχαν μάλιστα θεατές που χειροκροτούσαν. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Το πρόβλημα σήμερα είναι η ανάγκη για άσπρο και μαύρο. Για κάποιους αυτό λειτουργεί ως παρηγοριά: ή θα έχεις έναν σωτήρα και όλους τους άλλους προδότες ή έναν τύραννο και όλους τους άλλους ήρωες. Ο Καποδίστριας ήταν σπουδαίος. Δεν χρειάζεται τις αγιογραφίες του Σμαραγδή. Άκουσα μάλιστα τον ίδιο τον σκηνοθέτη να ισχυρίζεται ότι το κράτος δεν χρηματοδότησε την ταινία του επειδή προτιμά να στηρίζει έργα που «προωθούν τους γκέι» και όχι εκείνα που υπηρετούν το τρίπτυχο «πατρίς - θρησκεία - οικογένεια». Πρόκειται για αδιανόητες τοποθετήσεις. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ένα ντοκιμαντέρ του, εξαιρετικά προβληματικό, το οποίο μάλιστα επιδιώχθηκε να σταλεί στους εκπαιδευτικούς.

• Ο Καποδίστριας είχε αρνητικά στοιχεία, είχε και πολύ θετικά. Το ίδιο ισχύει και για τον Μαυροκορδάτο. Ο κίνδυνος σήμερα είναι ότι, ενώ επιχειρούμε να αποδομήσουμε παλιούς μύθους με νέα εργαλεία, καταλήγουμε συχνά να κατασκευάζουμε καινούργιους. Αυτό είναι και το μεγάλο μου άγχος τώρα που ετοιμάζω μια μονογραφία για τον Μαυροκορδάτο: πώς να μιλήσω για έναν σπουδαίο άνθρωπο χωρίς να πέσω είτε στην αποθέωση είτε στη δαιμονοποίηση. Γιατί η Ιστορία δεν είναι ούτε άσπρη ούτε μαύρη. Έχει γκρίζες ζώνες. Και αυτό, δυστυχώς, πολλοί δεν το θέλουν με τίποτα.

• Αυτό που με θυμώνει περισσότερο σήμερα στη δημόσια σφαίρα είναι, πρώτα απ’ όλα, η γενικευμένη έλλειψη ουσιαστικού αισθήματος ευθύνης. Υπάρχουν καλοί δημοσιογράφοι, όπως υπάρχουν και μέτριοι· το ίδιο ισχύει και για τους πολιτικούς. Δεν είναι όλοι ίδιοι. Εκείνο όμως που λείπει συνολικά είναι μια βαθύτερη ευθύνη απέναντι στην κοινωνία και, θα τολμούσα να πω, μια στοιχειώδης πνευματικότητα: ένα πιο ανοιχτό μυαλό, ικανό να ισορροπεί τα πράγματα και να βλέπει πέρα από το άμεσο συμφέρον. Χαίρομαι ειλικρινά όταν μαθαίνω ότι ένας γιατρός διαβάζει λογοτεχνία. Δεν σημαίνει ότι έτσι θα γίνει καλύτερος τεχνικά – δεν θα μάθει καλύτερα την ανατομία ή το νυστέρι. Σημαίνει όμως ότι θα βλέπει αλλιώς τον ασθενή και διαφορετικά τον ρόλο του μέσα στην κοινωνία.

Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή» Facebook Twitter
«Ο Καποδίστριας ήταν σπουδαίος. Δεν χρειάζεται τις αγιογραφίες του Σμαραγδή».

• Σήμερα, αντίθετα, όλοι σπρώχνουν τους νέους όσο γίνεται πιο γρήγορα προς μια δουλειά. Και τα παιδιά τι να κάνουν; Έχω φοιτητές που έχουν φτάσει μέχρι και το διδακτορικό και δεν βρίσκουν εργασία. Αναγκάζονται να κάνουν απίθανα πράγματα για να επιβιώσουν. Θυμάμαι ότι είπα κάποτε σε έναν φοιτητή μου, τον οποίο εκτιμώ ιδιαίτερα: «Αν σου έλεγαν να πας να δουλέψεις σε μια τράπεζα και να ασχολείσαι όλη μέρα με γραμμάτια, τι θα έκανες;». Μου απάντησε αμέσως: «Θα πήγαινα». Και αυτό λέει πολλά. Γιατί ύστερα από χρόνια σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το μυαλό ισοπεδώνεται. Αντίθετα, μέσα από την ανάγκη, αναζητώντας ένα ερευνητικό πρόγραμμα ή μια θέση στην εκπαίδευση, υπάρχει ακόμη η πιθανότητα να σωθεί κάτι.

• Σε αυτό το τοπίο προστίθενται και τα λεγόμενα «ιδιωτικά πανεπιστήμια», που για μένα συνιστούν μια παρωδία. Κάποτε ζήσαμε μια άνθηση: όταν εγώ έφευγα ως συνταξιούχος, έξι μήνες μετά ερχόταν ο επόμενος. Σήμερα περνούν τρία χρόνια, οι θέσεις μειώνονται, οι χρηματοδοτήσεις συρρικνώνονται και η γραφειοκρατία σε εξαντλεί. Ο πρόεδρος ενός τμήματος δεν κάνει σχεδόν τίποτε άλλο από το να απαντά σε ανούσια ερωτήματα. Έτσι χάνεται η ουσία. Γιατί το πανεπιστήμιο δεν είναι απλώς χώρος εξειδικευμένης γνώσης· είναι χώρος ευρύτερης παιδείας. Η δική μας φιλοσοφία –και δεν ήταν μόνο δική μου– ήταν ότι, ιδανικά, όλα τα παιδιά θα έπρεπε να μπαίνουν στο πανεπιστήμιο χωρίς εξετάσεις και η επιλογή να γίνεται στο πρώτο έτος. Αυτό βέβαια προϋποθέτει υποδομές και καθηγητές. Γιατί να μη δοθεί σε όλους τους νεοέλληνες η δυνατότητα να ζήσουν τη φοιτητική ζωή; Μια ζωή ανεπανάληπτη, όχι αυτήν τη μίζερη εκδοχή που βιώνουν σήμερα. Η φοιτητική ζωή δεν είναι μόνο γνώση: είναι οι παρέες, οι έρωτες, η συναισθηματική ωρίμανση μέσα σε ένα περιβάλλον που μπορεί πραγματικά να ανοίξει το μυαλό.

• Αν με ρωτούσε κανείς ποιο θεωρώ το πιο βασικό πρόβλημα της Ελλάδας, θα απαντούσα χωρίς δισταγμό την έλλειψη ουσιαστικής παιδείας. Όχι με την έννοια μιας ομοιόμορφης μόρφωσης για όλους, αλλά μιας βαθύτερης καλλιέργειας που διαπερνά την καθημερινή ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις και τη στάση μας απέναντι στον άλλον. Φυσικά, αυτό δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχουν άνθρωποι με μεγάλη καλλιέργεια που είναι εξαιρετικά προβληματικοί στις σχέσεις τους. Παρ’ όλα αυτά, χωρίς παιδεία, τίποτα δεν μπορεί να σταθεί πραγματικά.

• Για μένα, το πιο ουσιαστικό κριτήριο μιας πολιτικής τοποθέτησης είναι ένα: ποιος ενδιαφέρεται έμπρακτα για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να έκανε σοβαρά λάθη, όμως δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει ότι άνοιξε την πρόσβαση στην υγεία για ανθρώπους που ως τότε ήταν αποκλεισμένοι, ιδίως στην πρωτοβάθμια περίθαλψη. Δεν ήταν αρκετό, προφανώς, αλλά ήταν κρίσιμο. Η πλήρης ισότητα, ιστορικά, έχει αποδειχθεί ανέφικτη. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη για δίκαιη φορολογία και για πραγματικά ίσες ευκαιρίες. Αυτά είναι απολύτως αναγκαία. Με αυτό το μέτρο κρίνω τις πολιτικές επιλογές και με αυτό το μέτρο ονειρεύομαι πώς θα μπορούσε να είναι μια κοινωνία. Γιατί γνωρίζω ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Και γιατί, παρά τα λάθη, τις αντιφάσεις και τις διαψεύσεις μας, εξακολουθώ –ίσως και λίγο αφελώς– να πιστεύω σε μια κοινωνία πιο δίκαιη, πιο μορφωμένη και λιγότερο άνιση.

ΣΥΡΟς
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ.: Χρήστος Λούκος, «Η Ερμούπολη της Σύρου (1821-1950). Από το Λίβερπουλ της Ανατολικής Μεσογείου στη βαμβακούπολη των Κυκλάδων», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

• Η σχέση μου με την Ερμούπολη και τη Σύρο ξεκινά από τη γυναίκα μου. Είναι Συριανή και εκείνη με πήγε για πρώτη φορά στο νησί το 1972-73. Τότε η Σύρος δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είναι σήμερα: λίγος κόσμος, σχεδόν ερημιά. Κολυμπούσα, ψάρευα, ζούσα το νησί με έναν τρόπο σχεδόν πρωτόγονο. Το 1974 πέφτει η δικτατορία και εκλέγεται δημοκρατικός δήμαρχος. Λίγο προτού φύγω για την Αθήνα, τον ρωτώ: «Κύριε δήμαρχε, έχετε αρχείο;». Μου απαντά αφοπλιστικά: «Δεν ξέρω… νομίζω έχουμε κάτι έγγραφα, να σας τα κάνω ένα πακετάκι να σας τα στείλω». Του λέω τότε, μισοαστεία μισοσοβαρά: «Κύριε δήμαρχε, ούτε στον Θεό δεν πάω έτσι». Και πράγματι, λίγους μήνες αργότερα, ψάχνοντας μέσα στο τεράστιο δημαρχείο, ανακαλύψαμε ένα πλούσιο δημοτικό αρχείο: περίπου πεντακόσιες χιλιάδες έγγραφα. Αυτό ήταν το «πακετάκι». Εκείνη την περίοδο έκανα αυτό που αποκαλώ συχνά μια «ανήθικη πρόταση». Μια φίλη της γυναίκας μου είχε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Μαζευτήκαμε δεκαπέντε-είκοσι άνθρωποι, κοιμόμασταν στο πάτωμα και πηγαίναμε όλοι μαζί να ταξινομούμε το αρχείο. Ο Σαββόπουλος να παίζει, ο Αλέξης Πολίτης να τραγουδά Σαββόπουλο… Ήταν μια συλλογική εμπειρία μοναδική. Και, το κυριότερο, ήταν η ανακάλυψη του πλούτου ενός δημοτικού αρχείου.

• Από τότε «κόλλησα». Γιατί σε ένα δημοτικό αρχείο βλέπεις μια ολόκληρη κοινωνία απλωμένη μπροστά σου. Αν ο στόχος μας ως ιστορικών είναι να συνθέσουμε μια πραγματικότητα από όσο το δυνατόν περισσότερες ψηφίδες, δεν αρκεί ούτε μόνο το πολιτικό ούτε μόνο το οικονομικό στοιχείο, όσο σημαντικά κι αν είναι. Εκεί βλέπεις την καθημερινότητα, τις σχέσεις, τις συγκρούσεις, τις ανάγκες μιας τοπικής κοινωνίας. Ταξινομήσαμε το αρχείο για δυο τρία χρόνια. Από τότε, κάθε καλοκαίρι, όσο ήμουν στο πανεπιστήμιο, πήγαινα στη Σύρο με φοιτητές μου. Το υλικό ήταν τεράστιο και οι αρχειονόμοι ελάχιστοι.

• Το συνεχίζω μέχρι σήμερα, κάθε καλοκαίρι, με πρώην φοιτητές –κάποιοι πενηντάρηδες πια– που φέρνουν μαζί τους νεότερους. Ταξινομούμε νέα αρχεία ή υλικό που βρέθηκε πεταμένο σε αποθήκες. Στην αρχή μαζεύαμε χαρτιά μέσα από ερειπωμένα εργοστάσια, μέσα στη σκόνη, με αυτοθυσία των παιδιών, χωρίς μάσκες τότε, χωρίς τίποτα. Φέτος το καλοκαίρι ταξινομήσαμε το αρχείο του νοσοκομείου. Εκεί αποκαλύφθηκε ολόκληρη η ιστορία της υγείας, όχι μόνο της Ερμούπολης αλλά όλης της περιοχής. Υπήρχε και μια ειρωνεία: ενώ προς το τέλος του μήνα δούλευα αυτό το αρχείο, χρειάστηκε να πάω τη γυναίκα μου στο νοσοκομείο και το έζησα πια και «από μέσα».

• Όλη αυτή η διαδρομή με οδήγησε σιγά σιγά αλλού. Δεν άφησα ποτέ τον Καποδίστρια, ούτε το ’21. Όμως άρχισε να με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο η μελέτη μιας κοινωνίας στο σύνολό της. Το 1982 πήγα στο Παρίσι, στην ακμή της γαλλικής ιστορικής σχολής. Εκεί ευαισθητοποιήθηκα ακόμη περισσότερο. Είδα και τις πρώτες νέες τεχνολογίες –οι υπολογιστές τότε ήταν ολόκληρα δωμάτια– και σκέφτηκα ότι τα δεδομένα της Ερμούπολης έπρεπε να περάσουν σε ηλεκτρονική μορφή. Έτσι άρχισε να διαμορφώνεται μέσα μου η ανάγκη να μελετήσω συστηματικά αυτήν την πόλη. Την Ερμούπολη τη δίδαξα στο πανεπιστήμιο, όπως και την ιστορία της πόλης γενικότερα. Και κάποια στιγμή, μέσα στην περίοδο του Covid, είπα «ή τώρα ή ποτέ». Έγραψα το βιβλίο, που τιμήθηκε και με το Κρατικό Βραβείο. Είχα γράψει πολλά άρθρα, αλλά αυτό ήταν κάτι διαφορετικό. Αγαπώ πάρα πολύ αυτή την πόλη. Για μένα –και το λέω χωρίς υπερβολή– είναι η πιο όμορφη της Ελλάδας. Όχι ότι δεν είναι όμορφες πόλεις η Κέρκυρα ή τα Χανιά ή το Ναύπλιο. Αλλά στην Ερμούπολη η ομορφιά είναι συμπυκνωμένη.

• Με τη γυναίκα μου είμαστε μαζί από το 1972-73, πενήντα και πλέον χρόνια. Τι κρατά μια σχέση; Υπάρχει η συντροφικότητα, βέβαια. Υπάρχουν ανοίγματα, υπάρχουν πάνω και κάτω. Όμως το γεγονός ότι εκείνη έφερε στον κόσμο δύο παιδιά, κάτι που για μια γυναίκα είναι τεράστια εμπειρία, δημιουργεί έναν δεσμό βαθύ, που άντεξε χωρίς δραματικές ρήξεις. Η κόρη μου αρχικά ενδιαφερόταν για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Σήμερα είναι βιβλιοθηκονόμος στο αρχείο και τη βιβλιοθήκη των Πατέρων Ιησουιτών. Ο γιος μου, πολύ ευφυής, τόσο που καμιά φορά αυτό γίνεται βάρος, παλεύει με ένα διδακτορικό Θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Ο θάνατος δεν με φοβίζει. Είναι κάτι αναμενόμενο. Αυτό που δεν θέλω είναι να ταλαιπωρήσω τους δικούς μου ή να νιώσω ότι χάνω την αξιοπρέπειά μου. Θέλω να την κρατήσω όσο γίνεται. Και όσο μπορώ να δημιουργώ, αυτό με κρατά όρθιο. Με τα οικογενειακά προβλήματα, ιδίως με την υγεία της γυναίκας μου, η καθημερινότητά μου είναι συγκεκριμένη: μαγείρεμα, δουλειά, διάβασμα. Δουλεύω συστηματικά, συνήθως δέκα με δώδεκα ώρες στα δικά μου, και μετά επιτρέπω στον εαυτό μου λίγη φυγή: ένα καλό αστυνομικό, μια ταινία. Αυτό που με σώζει πραγματικά από τη μόνιμη κατάθλιψη είναι η κοινότητα. Το περιοδικό «Μνήμων». Σκόπιμα μπήκα αναπληρωματικό μέλος στο διοικητικό συμβούλιο, για να πηγαίνω στις συναντήσεις. Έρχονται νέα παιδιά, φρέσκα μυαλά. Οι ομιλίες γεμίζουν ασφυκτικά. Αυτή η κοινότητα είναι για μένα αναντικατάστατη.

• Τι μου έμαθε η Ιστορία ως κοσμοθεωρία; Ότι δεν επαναλαμβάνεται και δεν «διδάσκει» με τον εύκολο τρόπο που συχνά της αποδίδουμε. Αυτό που μας δείχνει είναι πόσο βαθιά σύνθετες είναι οι κοινωνίες, τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν. Αν καταλάβεις πόσο περίπλοκο ήταν το ’21 –πόσοι άνθρωποι ξεπέρασαν τεράστιες δυσκολίες και πόσοι όχι, είτε λόγω αδυναμιών είτε γιατί παρασύρθηκαν από το προσωπικό συμφέρον–, θα μπορέσεις να δεις πιο καθαρά και το σήμερα. Αυτό είναι που θα ήθελα να μάθουν τα παιδιά: να είναι πιο αυστηρά και πιο απαιτητικά απέναντι σε όσα ακούνε.

• Χωρίς τα λάθη μας, η ζωή δεν θα είχε νοστιμιά. Αλλά είναι ουσιώδες να έχεις ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να επικοινωνείς ουσιαστικά. Ο έρωτας είναι καθοριστικός. Η συντροφικότητα. Και πάνω απ’ όλα, να έχεις μια ιδεολογία, κάτι για το οποίο παλεύεις, ακόμη κι αν δεν βρίσκεσαι στην πρώτη γραμμή. Ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Συχνά να φαίνεται ότι κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση, όμως η ιστορία πάντα κυοφορεί εξελίξεις. Εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι μπορεί να συμβεί. Αν είχα σήμερα απέναντί μου τους φοιτητές μου και μου ζητούσαν μια συμβουλή, θα τους έλεγα: διαβάστε, δείτε καλές ταινίες, αναζητήστε ουσιαστικά βιβλία. Μιλήστε μεταξύ σας, ανταλλάξτε απόψεις. Και, κυρίως, να έχετε όραμα. Δεν γίνεται ένας νέος άνθρωπος να μην έχει όραμα, έστω κι αν μοιάζει απατηλό. Το όνειρο δεν σε απομακρύνει από την πραγματικότητα. Μπορεί να σε κάνει πιο απαιτητικό και πιο ανθρώπινο μέσα σε αυτήν. Δεν πρέπει να παραιτηθούμε από το δικαίωμα να ονειρευόμαστε έναν καλύτερο κόσμο, ακόμη κι αν, στιγμές στιγμές, μοιάζει ανέφικτος.

Τo βιβλίo του Χρήστου Λούκου «Η Ερμούπολη της Σύρου (1821-1950) - Από το Λίβερπουλ της Ανατολικής Μεσογείου στη βαμβακούπολη των Κυκλάδων» κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης και το «Ιωάννης Καποδίστριας. Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας» από τις εκδόσεις του ΜΙΕΤ.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΟΥΚΟΥ ΕΔΩ. 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Έλλη Σκοπετέα: Tο ανατρεπτικό έργο μιας ιστορικού που έφυγε νωρίς

Βιβλίο / Έλλη Σκοπετέα: Tο ανατρεπτικό έργο μιας ιστορικού που έφυγε νωρίς

Δεν υπάρχει μελέτη για τον ελληνικό εθνικισμό που να μην έχει αναφορές στο έργο της. Η επανακυκλοφορία του βιβλίου της «Το “Πρότυπο Βασίλειο” και η Μεγάλη Ιδέα» από τις εκδόσεις Νήσος συνιστά αναμφίβολα εκδοτικό γεγονός.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η Σάλι Ρούνεϊ μετά το hype: Το «Ιντερμέτζο» αλλάζει το παιχνίδι;

The Review / Σάλι Ρούνεϊ: Σημαντική συγγραφέας ή το trend της στιγμής;

Ωρίμασε η Ιρλανδή συγγραφέας που με το βιβλίο της «Κανονικοί Ανθρωποι», έγινε σταρ; Είναι το νέο της μυθιστόρημα «Ιντερμέτζο» (εκδόσεις Πατάκη) στροφή σε μια πιο απαιτητική και δύσκολη γραφή; Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον αρχισυντάκτη του πολιτιστικού των «Νέων» Δημήτρη Δουλγερίδη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Βιβλίο / «Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Μια ενδιαφέρουσα επιστημονική μελέτη του Κώστα Καμπουράκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, η οποία φωτίζει ζητήματα όσον αφορά το DNA και την εθνική καταγωγή αλλά και τα σχετικά εσφαλμένα ιδεολογήματα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Σωτήρης Ριζάς: «Δεν διδασκόμαστε σωστά την Ιστορία μας»

Βιβλίο / Σωτήρης Ριζάς: «Η απόβασή μας στη Σμύρνη ήταν μια ατυχής επιλογή»

Εκατό χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Έρευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών εξηγεί πώς φτάσαμε από τον θρίαμβο στην εθνική τραγωδία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Τζορτζ Φίνλεϊ: O Σκωτσέζος ιστορικός, φιλέλληνας και Αθηναίος

Ιστορία μιας πόλης / Τζορτζ Φίνλεϊ: Ένας Σκωτσέζος φιλέλληνας ιστορικός στην Αθήνα του 19ου αιώνα

Ένας νεαρός Σκωτσέζος φτάνει στην Αθήνα, εμπλέκεται ενεργά στον αγώνα για την ανεξαρτησία και δημιουργεί μια ιδιαίτερη σχέση με την πόλη: Η Αγιάτη Μπενάρδου συζητά με τον ιστορικό Μιχάλη Σωτηρόπουλο για τον Τζορτζ Φίνλεϊ.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Φάτμα Χασόνα: Η τελευταία φωτορεπόρτερ της Γάζας

Βιβλίο / Φάτμα Χασόνα: Η τελευταία φωτορεπόρτερ της Γάζας

Η απίστευτη ιστορία της νεαρής Παλαιστίνιας φωτορεπόρτερ που πρόλαβε να πρωταγωνιστήσει σε ντοκιμαντέρ και να τραβήξει την προσοχή με τις φωτογραφίες της προτού πέσει νεκρή από τους ισραηλινούς πυραύλους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Oι κεραίες της εποχής μου»: Η πολύτιμη παρακαταθήκη του Ανταίου Χρυσοστομίδη

Το πίσω ράφι / «Oι κεραίες της εποχής μου»: Η πολύτιμη παρακαταθήκη του Ανταίου Χρυσοστομίδη

Μια έκδοση που δεν αποτελεί απλή μεταγραφή της ομώνυμης λογοτεχνικής εκπομπής αλλά, χάρη στην ικανότητα του Χρυσοστομίδη, αναδεικνύει το μέγεθος των σημαντικών συγγραφέων που συμμετείχαν σε αυτήν.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Όταν ο MAGA Ιησούς αντικαθιστά τον αληθινό Ιησού

Βιβλίο / Όταν ο MAGA Ιησούς αντικαθιστά τον αληθινό

Η κυβέρνηση Τραμπ υπονομεύει την αυθεντική χριστιανική πίστη, προωθώντας στο όνομα του Ιησού τη βαναυσότητα και τη βούληση για απόλυτη εξουσία, τοποθετώντας τους χριστιανούς σε μια θεολογική ζώνη του λυκόφωτος.
THE LIFO TEAM
Η Σάλι Ρούνεϊ μετά το hype: Το «Ιντερμέτζο» αλλάζει το παιχνίδι;

The Review / Σάλι Ρούνεϊ: Σημαντική συγγραφέας ή το trend της στιγμής;

Ωρίμασε η Ιρλανδή συγγραφέας που με το βιβλίο της «Κανονικοί Ανθρωποι», έγινε σταρ; Είναι το νέο της μυθιστόρημα «Ιντερμέτζο» (εκδόσεις Πατάκη) στροφή σε μια πιο απαιτητική και δύσκολη γραφή; Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον αρχισυντάκτη του πολιτιστικού των «Νέων» Δημήτρη Δουλγερίδη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Βιβλίο / «Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Μια ενδιαφέρουσα επιστημονική μελέτη του Κώστα Καμπουράκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, η οποία φωτίζει ζητήματα όσον αφορά το DNA και την εθνική καταγωγή αλλά και τα σχετικά εσφαλμένα ιδεολογήματα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT