— Ποια είναι σήμερα τα βασικά επιδημιολογικά δεδομένα για τον καρκίνο του παχέος εντέρου σε νεότερες ηλικίες στην Ελλάδα και διεθνώς και τι σας ανησυχεί περισσότερο ως επιδημιολόγο;
Διεθνώς, σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, η εμφάνιση του καρκίνου του παχέος εντέρου για τις ηλικιακές ομάδες κάτω των 50 φαίνεται να αυξάνεται, ενώ στους μεγαλύτερους συχνά σταθεροποιείται ή μειώνεται (εν μέρει λόγω των συστάσεων προσυμπτωματικού ελέγχου). Αυτό έχει τεκμηριωθεί σε μεγάλες συγκριτικές αναλύσεις χωρών και σε πρόσφατες συνθέσεις στοιχείων, σύμφωνα με το διεθνές επιστημονικό περιοδικό «Lancet Oncology».
— Εκτιμάται ότι περίπου 1 στα 10 νέα περιστατικά καρκίνου παχέος εντέρου παγκοσμίως αφορούν άτομα κάτω των 50 (αν και το ποσοστό διαφέρει σημαντικά ανά χώρα/περιοχή), σύμφωνα με τις διεθνείς βάσεις δεδομένων.
Για τη χώρα μας συνολικά, τα πιο σταθερά συγκρίσιμα νούμερα προέρχονται από ευρωπαϊκές αποτιμήσεις. Για τις νεότερες ηλικίες ειδικά, τα καλύτερα ελληνικά δεδομένα με χρονοσειρές προέρχονται από περιφερειακά μητρώα. Στο Μητρώο Καρκίνου Κρήτης (1992-2021) καταγράφεται σαφής αύξηση σε νεότερες ηλικίες, με ενδείξεις ότι η αύξηση είναι ιδιαίτερα έντονη σε πολύ νέες ομάδες (π.χ. 20-34) και προβολές περαιτέρω ανόδου.
Η διατροφή είναι σημαντικός τροποποιήσιμος άξονας κινδύνου για καρκίνο παχέος εντέρου και το σημαντικό είναι ότι οι αλλαγές έχουν μετρήσιμο αποτέλεσμα σε πληθυσμιακό επίπεδο.
— Τι σας ανησυχεί περισσότερο ως επιδημιολόγο;
Το ότι οι νεότερες γενιές φαίνεται να κουβαλούν υψηλότερο κίνδυνο από τις προηγούμενες, κάτι που υποδηλώνει αλλαγές σε εκθέσεις από την παιδική/εφηβική ηλικία (διατροφή, παχυσαρκία, μικροβίωμα, περιβάλλον). Κάτι επίσης ανησυχητικό είναι η διάγνωση με καθυστέρηση: σε νεότερους, τα συμπτώματα (π.χ. κοιλιακά άλγη, αίμα από το γαστρεντερικό, αλλαγή κενώσεων, αναιμία) ευνοήτως συχνά αποδίδονται σε «καλοήθη» αίτια, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η κολονοσκόπηση. Αυτό μεταφράζεται σε πιο προχωρημένο στάδιο σε ένα μέρος των ασθενών. Υπήρχε μέχρι πρόσφατα χαμηλή κάλυψη προσυμπτωματικού ελέγχου σε χώρες όπου δεν ήταν οργανωμένος (ιστορικά και στην Ελλάδα), με αποτέλεσμα να χάνεται το χρονικό παράθυρο αφαίρεσης πολυπόδων προτού εξαλλαγούν σε καρκίνο.
— Πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν οι διατροφικές μας συνήθειες στην εμφάνιση του καρκίνου του παχέος εντέρου και ποιες αλλαγές θα μπορούσαν να μειώσουν ουσιαστικά τον κίνδυνο;
Η διατροφή είναι σημαντικός τροποποιήσιμος άξονας κινδύνου για καρκίνο παχέος εντέρου και το σημαντικό είναι ότι οι αλλαγές έχουν μετρήσιμο αποτέλεσμα σε πληθυσμιακό επίπεδο. Με την ισχυρότερη και πιο σταθερή επιστημονική τεκμηρίωση, τα επεξεργασμένα κρέατα (όπως αλλαντικά, μπέικον και λουκάνικα) αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου και έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνα για τον άνθρωπο με αιτιολογική σχέση ειδικά για τη νόσο αυτή, ενώ το κόκκινο κρέας συνδέεται με πιθανή έως μέτρια αύξηση του κινδύνου, ιδιαίτερα όταν καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες· το αλκοόλ επίσης αυξάνει τον κίνδυνο, όσο μεγαλύτερη η κατανάλωση, τόσο υψηλότερος ο κίνδυνος. Αντίθετα, οι διαιτητικές ίνες, τα δημητριακά ολικής άλεσης και τα όσπρια έχουν προστατευτική δράση, όπως και τα γαλακτοκομικά και το ασβέστιο, τα οποία συνολικά φαίνεται να σχετίζονται με μειωμένο κίνδυνο, σύμφωνα με τις συστάσεις διεθνών φορέων που έχουν στηριχτεί σε μεγάλες μετα-αναλύσεις.
Τροποποιήσεις που μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά τον κίνδυνο θέλουν τα όσπρια, το ψάρι και τα πουλερικά να αποτελούν την κύρια πηγή πρωτεΐνης και το κόκκινο κρέας να περιορίζεται σε λίγες μερίδες την εβδομάδα, σημαντική μείωση των αλλαντικών (ιδανικά σε σπάνια ή μηδενική κατανάλωση), υιοθέτηση της λογικής του «ισορροπημένου πιάτου» (το μισό να καλύπτεται από λαχανικά, το ένα τέταρτο από πρωτεΐνη ή όσπρια και το υπόλοιπο από τρόφιμα ολικής άλεσης, όπως κριθάρι, καστανό ρύζι ή ψωμί ολικής άλεσης), τον περιορισμό του αλκοόλ, με την απλή αλλά σαφή αρχή ότι όσο μικρότερη είναι η κατανάλωση τόσο μεγαλύτερο είναι το όφελος για την υγεία.
— Πέρα από τη διατροφή, ποιοι άλλοι παράγοντες του σύγχρονου τρόπου ζωής επηρεάζουν τον κίνδυνο και τι πρακτικά μπορούμε να κάνουμε στην καθημερινότητά μας;
Το σωματικό βάρος και η μεταβολική υγεία αποτελούν βασικούς παράγοντες κινδύνου, καθώς η παχυσαρκία συνδέεται σταθερά με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου, μέσω μηχανισμών όπως η ινσουλινοαντίσταση και η χρόνια φλεγμονή, γεγονός που αναγνωρίζεται και από μεγάλα διεθνή προγράμματα πρόληψης. Παράλληλα, η συστηματική φυσική δραστηριότητα έχει προστατευτική δράση, ενώ ο παρατεταμένος χρόνος καθιστικής ζωής αποτελεί ανεξάρτητο επιβαρυντικό παράγοντα. Το κάπνισμα, αν και δεν είναι ο κυρίαρχος παράγοντας για τον καρκίνο του παχέος εντέρου όπως συμβαίνει με τον καρκίνο του πνεύμονα, αυξάνει τον συνολικό κίνδυνο και παραμένει σημαντικός και τροποποιήσιμος παράγοντας. Το χρόνιο στρες, από την άλλη, είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί ως άμεσος αιτιολογικός παράγοντας, ωστόσο επηρεάζει έμμεσα τον κίνδυνο οδηγώντας σε ανθυγιεινές συμπεριφορές, όπως αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, κακή διατροφή, διαταραχές ύπνου και μειωμένη άσκηση, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύει την πρόσβαση και τη συμμόρφωση στον προληπτικό έλεγχο. Σε πρακτικό επίπεδο, ρεαλιστικοί στόχοι περιλαμβάνουν την καθημερινή κίνηση με περίπου 7.000-8.000 βήματα ή 30 λεπτά γρήγορου περπατήματος τις περισσότερες ημέρες, τη διακοπή του παρατεταμένου καθισιού με σύντομα διαλείμματα κίνησης κάθε ώρα, τη διατήρηση σταθερών και επαρκών ωρών ύπνου και, σε περίπτωση περιττού βάρους, τη στοχευμένη απώλεια 5-10% μέσα σε 6-12 μήνες, που συχνά αρκεί για ουσιαστική βελτίωση της μεταβολικής υγείας.
— Πόσο σημαντικός είναι ο προληπτικός έλεγχος και σε ποια ηλικία θα πρέπει να ξεκινά, ιδιαίτερα για άτομα χωρίς οικογενειακό ιστορικό; Υπάρχουν εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν στην Ελλάδα;
Ο προληπτικός έλεγχος για τον καρκίνο του παχέος εντέρου είναι ιδιαίτερα σημαντικός, γιατί πρόκειται για έναν από τους λίγους καρκίνους στους οποίους ο έλεγχος δεν περιορίζεται μόνο στην έγκαιρη διάγνωση αλλά μπορεί να προλάβει την ίδια τη νόσο μέσω της ανίχνευσης και αφαίρεσης αδενωματωδών πολυπόδων προτού εξελιχθούν σε καρκίνο. Για άτομα μέσου κινδύνου και χωρίς οικογενειακό ιστορικό, στις Ηνωμένες Πολιτείες συστήνεται η έναρξη του ελέγχου από την ηλικία των 45 ετών, ενώ στην Ευρώπη τα οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου στοχεύουν συνήθως τις ηλικίες 50-74 ετών, με χρήση τεστ ανίχνευσης αίματος στα κόπρανα (FIT) ανά 1-2 χρόνια. Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ένα σημαντικό βήμα με την εφαρμογή εθνικού προγράμματος δωρεάν προσυμπτωματικού ελέγχου, που περιλαμβάνει self-test/FIT μέσω φαρμακείων και δωρεάν διαγνωστική κολονοσκόπηση για όσους έχουν θετικό αποτέλεσμα, με στόχο κυρίως τις ηλικίες 50-69 ετών. Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, η συμμετοχή στον έλεγχο παραμένει ιστορικά χαμηλή, καθώς εκτιμάται ότι το 2019 μόλις το 28% περίπου των ατόμων ηλικίας 50-74 ετών είχε υποβληθεί σε έλεγχο τα προηγούμενα δύο χρόνια. Τα βασικά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν στη χώρα μας αφορούν την ενημέρωση και την αποδοχή του ελέγχου από τον πληθυσμό, καθώς φόβος, ντροπή ή η εσφαλμένη αντίληψη ότι «αφού δεν έχω συμπτώματα είμαι καλά» συχνά αποτρέπουν τη συμμετοχή, όπως και τη διασφάλιση της έγκαιρης παραπομπής σε κολονοσκόπηση έπειτα από θετικό πρώτο τεστ αυτοδιάγνωσης, αλλά και τη συνολική ικανότητα του συστήματος υγείας, με λίστες αναμονής και ανισότητες στην πρόσβαση μεταξύ περιοχών. Τέλος, είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι σε περίπτωση συμπτωμάτων όπως αίμα στα κόπρανα, αναιμία, επίμονες αλλαγές στις κενώσεις ή ανεξήγητη απώλεια βάρους δεν μιλάμε για προληπτικό έλεγχο αλλά για άμεσο διαγνωστικό έλεγχο, ανεξαρτήτως ηλικίας.
— Υπάρχουν διαδεδομένοι μύθοι ή παρανοήσεις γύρω από τον καρκίνο του παχέος εντέρου που θεωρείτε επικίνδυνους; Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στο ευρύ κοινό;
Πρώτος μύθος είναι ότι πρόκειται για «καρκίνο των ηλικιωμένων». Ναι, ο κίνδυνος αυξάνει με την ηλικία, αλλά η αύξηση σε νεότερους είναι πραγματική σε πολλές χώρες. Ο δεύτερος μύθος αφορά όσους λένε «αν δεν έχω οικογενειακό ιστορικό, δεν κινδυνεύω». Το οικογενειακό ιστορικό αυξάνει τον κίνδυνο, αλλά πολλοί ασθενείς που νοσούν σε νεαρή ηλικία δεν έχουν ισχυρό ιστορικό/γνωστό σύνδρομο. Το βασικό μήνυμα που θα ήθελα να περάσει είναι ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον προληπτικό έλεγχο και, κυρίως, να μην αγνοούμε τα συμπτώματα, καθώς η έγκαιρη διερεύνησή τους μπορεί να σώσει ζωές· αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στις νεότερες ηλικίες, όπου συχνά υπάρχει η τάση υποτίμησης, με το σκεπτικό ότι «είμαστε πολύ νέοι για κάτι σοβαρό».
— Τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η κλιματική αλλαγή επηρεάζει και την υγεία. Ποια είναι τα επιστημονικά δεδομένα που συνδέουν την κλιματική αλλαγή με την αύξηση ορισμένων μορφών καρκίνου, όπως αυτοί του αναπνευστικού μέσω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ή ο καρκίνος του δέρματος και το μελάνωμα λόγω αυξημένης ηλιοφάνειας;
Η κλιματική αλλαγή δεν «προκαλεί» άμεσα τους περισσότερους καρκίνους, αλλά μπορεί να αυξάνει την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες ή να εντείνει ήδη υπάρχοντες κινδύνους. Η εξωτερική ατμοσφαιρική ρύπανση και τα αιωρούμενα σωματίδια έχουν ταξινομηθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) ως καρκινογόνα για τον άνθρωπο, με επαρκή τεκμήρια για τον καρκίνο του πνεύμονα και θετικές συσχετίσεις για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης, ενώ νεότερα επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η μακροχρόνια έκθεση σε συγκεκριμένα συστατικά των PM2.5 μπορεί να σχετίζεται και με αυξημένο κίνδυνο διάφορων καρκίνων. Ενώ η κλιματική αλλαγή μπορεί να επιδεινώσει την ποιότητα του αέρα μέσω συχνότερων και εντονότερων πυρκαγιών και επεισοδίων καπνού με αυξημένα επίπεδα PM2.5, ένα φαινόμενο που αναγνωρίζεται και από διεθνείς φορείς, όπως η IPCC, νεότερες επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι η έκθεση σε PM2.5 από πυρκαγιές σχετίζεται με αυξημένη θνησιμότητα, συμπεριλαμβανομένων θανάτων από καρκίνο, αν και το επιστημονικό πεδίο συνεχίζει να εξελίσσεται. Παράλληλα, για τον καρκίνο του δέρματος και ιδιαίτερα το μελάνωμα, η υπεριώδης (UV) ακτινοβολία αποτελεί τον κυρίαρχο αιτιολογικό παράγοντα, με εκτιμήσεις του IARC να δείχνουν ότι πάνω από το 80% των περιστατικών παγκοσμίως αποδίδονται στην UV έκθεση· η σχέση με την κλιματική αλλαγή είναι πιο άμεση, καθώς η ποσότητα UV που φτάνει στο έδαφος εξαρτάται από το όζον, τα αερολύματα και τη νέφωση, ωστόσο οι υψηλότερες θερμοκρασίες και οι περισσότερες ημέρες ζέστης ευνοούν την αυξημένη παραμονή σε εξωτερικούς χώρους και την έκθεση στον ήλιο. Γενικότερα, καθίσταται σαφές ότι, από την οπτική της δημόσιας υγείας, η συστηματική μείωση της UV έκθεσης (υπεριώδης ακτινοβολία) με την παραμονή στη σκιά, προστατευτικό ρουχισμό, αντηλιακό και αποφυγή solarium αποτελεί ένα ξεκάθαρα ωφέλιμο και ασφαλές μέτρο πρόληψης.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.