ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΑΠΟ κοντά, λόγω επαγγέλματος, ένα μεγάλο μέρος από την πρόσφατη μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία της χώρας μας, είναι εύκολο να συναγάγω ένα σχετικά ασφαλές συμπέρασμα. Είμαστε ένας λαός ο οποίος συχνά πυκνά και σε ένα μεγάλο τουλάχιστον ποσοστό (ικανό μερικές φορές να επηρεάσει τις πολιτικές ή κοινωνικές εξελίξεις) δείχνουμε να έχουμε ανάγκη από κάποιους σωτήρες. Προσδοκούμε δηλαδή ότι θα βρεθεί ένα «φωτισμένο» άτομο, το οποίο θα μας βγάλει από ατομικά και συλλογικά αδιέξοδα, ένας εκπρόσωπος του καλού (όπως η ατομική μας συγκρότηση εννοεί το καλό και το κακό) που θα μας σώσει, κάποιος/-α που ως από μηχανής θεός θα βρει τις λύσεις και απαντήσεις που χρειάζονται κάθε φορά για τη χώρα και τα προβλήματά της.
Το έργο με τον τίτλο «σωτήρες» έχει παιχτεί αρκετές φορές σε αυτήν τη χώρα και πάντα θα βρίσκονται κάποιοι πρόθυμοι να πρωταγωνιστήσουν. Αυτοί οι τελευταίοι πρέπει να έχουν κυρίως δύο χαρακτηριστικά για να συμβεί αυτό και να έχει μια σχετική επιτυχία. Πρώτον, ένα μικρό ή μεγαλύτερο επικοινωνιακό χάρισμα, να μπορούν να μεταδώσουν δηλαδή με μια άνεση το μήνυμά τους και αυτό να περάσει σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, ασχέτως του αν το περιεχόμενο του μηνύματος είναι επαρκές ή όχι, ασχέτως του αν οι υποσχέσεις είναι εφικτό να πραγματοποιηθούν ή όχι. Δεύτερον, οι «σωτήρες» θα πρέπει με ένα τρόπο να αποϊδεολογικοποιούν πράγματα και καταστάσεις. Δεν υπάρχουν ιδεολογίες, μόνο σωτήριες λύσεις.
Χαρακτηριστική και αρκετά πιο πρόσφατη περίπτωση φερόμενου σωτήρα είναι αυτή του Στέφανου Κασσελάκη, ο οποίος απέδειξε ότι η έννοια του σωτήρα μπορεί να ευδοκιμήσει σε οποιονδήποτε χώρο, ακόμα και στην Αριστερά.
Αν παρατηρήσει προσεκτικά κάποιος παραδείγματα τέτοιων σωτήρων, δεν έχουν ιδεολογικές και πολιτικές αναφορές και επίδικα, δηλώνουν ότι τα έχουν ξεπεράσει και περίπου ισχυρίζονται –έστω παρερμηνεύοντας τη θεωρία του Φράνσις Φουκουγιάμα– ότι ήρθε το τέλος της ιστορίας. Οι έννοιες αριστερά, δεξιά, φιλελευθερισμός, κεντρώος χώρος κ.ο.κ. είναι σχεδόν ξεπερασμένες, αυτό ισχυρίζονται. Και κάθε φορά, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρησιμοποιούν κάποιους όρους δικής τους επινόησης για να ενδυναμώσουν τα επιχειρήματά τους.
Το μακρινό 1990 ο Αντώνης Σαμαράς, γέννημα θρέμμα της συντηρητικής παράταξης και μάλιστα πολιτικός απόγονος του σκληρού εκπροσώπου της, Ευάγγελου Αβέρωφ, για να επενδύσει σε ένα πολιτικό στίγμα που είχε ανάγκη το πολιτικό εγχείρημα της Πολιτικής Άνοιξης, το οποίο ήταν προϊόν έκφρασης μιας ομάδας βουλευτών της ΝΔ που ήταν πολύ δυσαρεστημένοι από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (ανεξάρτητα από το αν αυτή η δυσαρέσκεια είχε κάποια βάση), άρχισε να μιλάει για «υπέρβαση». Και περίπου έλεγε πως το κόμμα της Πολιτικής Άνοιξης υπερέβαινε τα όρια αριστερά-δεξιά και εξέφραζε κάτι διαφορετικό. Δύσκολο να κατανοήσει κάποιος τη διαφορετικότητά του, αλλά για πολλούς αυτό μικρή σημασία είχε. Παίρνοντας πρόσωπα και από τους δυο όμορους χώρους (από δεξιά και από αριστερά), ο Σαμαράς έπεισε αρχικά τουλάχιστον ένα μεγάλο ποσοστό κόσμου ότι μπορούσε να εκπροσωπήσει κάτι το οποίο δεν είχε σαφές ιδεολογικό στίγμα.
Χαρακτηριστική και αρκετά πιο πρόσφατη περίπτωση φερόμενου σωτήρα είναι αυτή του Στέφανου Κασσελάκη, ο οποίος απέδειξε ότι η έννοια του σωτήρα μπορεί να ευδοκιμήσει σε οποιονδήποτε χώρο, ακόμα και στην Αριστερά. Το μοναδικό πλεονέκτημα με το οποίο κατάφερε τον Σεπτέμβριο του 2023 να εκλεγεί πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το επικοινωνιακό του χάρισμα, το οποίο κατά κοινή ομολογία ήταν δεδομένο. Όσοι τον ψήφισαν ωστόσο, ψήφισαν έναν άνθρωπο για την ταυτότητα του οποίου δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα: ήρθε (ή τον έφεραν) από τις ΗΠΑ, έκανε μερικές δημόσιες εμφανίσεις και αυτά ήταν αρκετά για να τον προτιμήσει η πλειονότητα όσων ψήφισαν για νέο αρχηγό του κόμματος. Ο Κασσελάκης για αυτούς ήταν ένα σωτήρας. Δεν πίστεψαν ότι η πτώση του κόμματος είχε πολλά, διαφορετικά και πιο βαθιά αίτια· θεώρησαν ότι ήταν αρκετός ένας τύπος με επικοινωνιακό χάρισμα και μια εντελώς θολή πολιτική ταυτότητα για να σώσει το κόμμα τους.
Σωτήρες δεν υπάρχουν· ούτε οι προαναφερθέντες, ούτε όσοι μεσολάβησαν τα χρόνια που πέρασαν, ούτε αυτοί που θα εμφανιστούν τα χρόνια που έρχονται, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την κ. Καρυστιανού, μπορούν να μας σώσουν από οτιδήποτε. Το παιχνίδι της δημοκρατίας παίζεται επάνω σε επίδικα με σαφείς πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές, οτιδήποτε άλλο αργά ή γρήγορα θα σβήσει, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται ως τότε να προκαλέσει μια πολιτική θολούρα και αρκετές δυσάρεστες (sic) καταστάσεις.