Ρενέ Νικόλ Γκούντ ή το έγκλημα του βλέμματος: ανατομία ενός κρατικού θανατο-ευγονισμού
(Νεκρο-κυριαρχία • Κυβερνητική σκληρότητα • Παραγωγή της ατιμωρησίας)
Μινεάπολη, το νέο επίκεντρο της εξέγερσης κατά του Ντόναλντ Τραμπ: "Η ICE δεν το περίμενε αυτό".
Μετά τον θάνατο της Ρενέ Γκουντ, της 37χρονης μητέρας που πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε στις 7 Ιανουαρίου από τον Τζόναθαν Ρος, αστυνομικού της ICE, στο τιμόνι του αυτοκινήτου της, κάτι καινούργιο αποκρυσταλλώνεται στην παγωμένη ατμόσφαιρα της Μινεσότα. Οι κάτοικοι οργανώνονται, διαμαρτύρονται, παρακολουθούν τους πράκτορες, αντιστέκονται με σφυρίγματα. Ο Τύπος από όλη τη χώρα είναι εκεί, περιπολώντας με αυτοκίνητα στους δρόμους, σε αναζήτηση των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Le Monde - 17.01.2026
Sylvain George
lundimatin#504 - 14.01.2026
Ο Sylvain George) είναι Γάλλος σκηνοθέτης και συγγραφέας, γεννημένος το 1968. Μετά από μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία, το δίκαιο, τις πολιτικές επιστήμες και τον κινηματογράφο, σκηνοθετεί ταινίες με ποιητικό και πολιτικό περιεχόμενο.
[...] Με τον θάνατο της Ρενέ Νικόλ Γκούντ, δεν είναι πλέον μόνο το άτομο που προσάγεται, ελέγχεται ή θεωρείται ύποπτο εκείνο που εκτίθεται στη θανάτωση. Είναι η ίδια η θέση του βλέμματος που καθίσταται ανυπόφορη. Το έγκλημα δεν έγκειται πλέον σε μια πράξη, ούτε καν σε μια πραγματική ανυπακοή, αλλά σε μια παρουσία, σε μια προσοχή, στο ίδιο το γεγονός τού να παρίσταται κανείς και να βλέπει.
Η Ρενέ Νικόλ Γκούντ δεν καταζητούνταν, δεν ήταν οπλισμένη, ούτε συμμετείχε σε κάποια αντιπαράθεση. Δεν παρεμπόδιζε σωματικά την εν εξελίξει επιχείρηση. Η παρουσία της αποτελούσε μια κίνηση, διαδεδομένη πλέον στις πόλεις που υπόκεινται σε μεταναστευτικές επιδρομές: αυτήν της παρατήρησης του πολίτη, της τεκμηρίωσης, της παραμονής στο σημείο όταν άλλοι συλλαμβάνονται. Αυτή η χειρονομία δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Δεν εμπεριέχει ούτε ρητή πρόκληση ούτε θεαματική διεκδίκηση. Συνίσταται απλώς στην άρνηση της αποχώρησης, στο να μη στρέφει κανείς το βλέμμα αλλού, στο να κάνει δυνατή την ύπαρξη ενός ίχνους.
Ακριβώς αυτή η κοινοτοπία είναι που την καθιστά ανυπόφορη. Το βλέμμα του πολίτη, όταν επιμένει, εισάγει μια αστάθεια στην άσκηση της αστυνομικής παντοδυναμίας. Υπενθυμίζει ότι η δράση δεν αναπτύσσεται σε έναν κλειστό χώρο, αλλά υπό μια δυνητική ορατότητα. Δεν εμποδίζει υλικά την παρέμβαση, αλλά διαβρώνει την αδιαφάνειά της. Υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί άμεση απειλή, αλλά δομική απειλή, καθότι ανοίγει τη δυνατότητα μιας άλλης αφήγησης, μιας άλλης μνήμης, μιας άλλης κυκλοφορίας των εικόνων.
Το "έγκλημα του βλέμματος" δεν πρέπει λοιπόν να εκληφθεί ως μεταφορά. Προσδιορίζει μια νέα παράβαση, η οποία δεν έχει κωδικοποιηθεί ως τέτοια, αλλά τιμωρείται ήδη στην πράξη. Το να κοιτάς γίνεται εγκληματικό όχι επειδή το βλέμμα παραβιάζει κάποιον ρητό νόμο, αλλά επειδή αντιτίθεται στην πολιτική οικονομία της σύγχρονης βίας, η οποία βασίζεται στον έλεγχο των σκηνών, στην κατάσχεση των αφηγήσεων και στην εξουδετέρωση των ιχνών. Αυτό που η εξουσία δεν ανέχεται πια, δεν είναι η διακηρυγμένη αντίθεση, αλλά η σιωπηλή παρουσία που παρατηρεί χωρίς να αποσύρεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, η θανάτωση της Ρενέ Νικόλ Γκούντ εμφανίζεται ως μια επιχείρηση εξουδετέρωσης μιας λειτουργίας, περισσότερο και από ενός σώματος. Στόχος είναι η εξάλειψη της θέσης του κοινού αυτόπτη μάρτυρα, ώστε να σηματοδοτηθεί πως ο ρόλος αυτός καθίσταται ανέφικτος, πως εκθέτει πλέον σε θανάσιμη απειλή. Ο πυροβολισμός δεν στοχεύει μόνο εκείνη που βρίσκεται στο αυτοκίνητο. Στοχεύει όλες και όλους όσοι θα μπορούσαν να καταλάβουν την ίδια θέση αύριο, αλλού, σε μια άλλη πόλη, απέναντι σε μια άλλη επιχείρηση.
Αυτή η μετατόπιση σηματοδοτεί μια βαθιά ρήξη με τον ελάχιστο δημοκρατικό ορίζοντα, στον οποίο το βλέμμα του πολίτη θεωρούνταν ακόμη συνιστώσα του δημόσιου ελέγχου, έστω και εύθραυστη, έστω και συγκρουσιακή. Μέχρι τώρα, το να βιντεοσκοπείς, να παρατηρείς, να μαρτυρείς εξέθετε σε βία, συλλήψεις και εκφοβισμούς. Πλέον, εκθέτει στον θάνατο. Αυτή η μετατόπιση δεν αποτελεί μια μεμονωμένη εκτροπή. Σηματοδοτεί μια μετάβαση σε ένα καθεστώς όπου το ίδιο το βλέμμα καθίσταται πεδίο μάχης.
Η εγκληματοποίηση του βλέμματος επιφέρει επίσης μια ανησυχητική ολίσθηση στον ορισμό του εχθρού. Αυτός δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμος από μια προηγούμενη ένταξη, μια ιδιότητα ή μια συγκεκριμένη ενέργεια. Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε, από τη στιγμή που στέκεται στη λάθος πλευρά της απαιτούμενης αδιαφάνειας. Ο αυτόπτης μάρτυρας δεν είναι ένας πολιτικός αντίπαλος με την κλασική έννοια. Είναι μια διατάραξη. Ενσαρκώνει μια πιθανότητα αμφισβήτησης που δεν χρειάζεται να εκφωνηθεί για να είναι αποτελεσματική. Ακριβώς αυτήν τη σιωπηλή αποτελεσματικότητα επιδιώκει να εκριζώσει η εξουσία.
Από τη στιγμή που το βλέμμα ορίζεται ως ενοχλητικό, δεν αρκεί πλέον η φυσική του εξάλειψη. Πρέπει επιπλέον να απονομιμοποιηθεί η μορφή του, να καταστεί η παρουσία του αναδρομικά ύποπτη και μη αναγνώσιμη.
Λίγο μετά τον πυροβολισμό, μια εκστρατεία δυσφήμισης ξεκίνησε στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και στις ψηφιακές πλατφόρμες, με στόχο να ακυρωθεί η Ρενέ Νικόλ Γκούντ όχι μόνο ως άτομο αλλά και ως πολίτης-μάρτυρας. Ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι και η εκπρόσωπος τους προώθησαν αφηγήματα στα οποία η Ρενέ Νικόλ Γκούντ φέρεται να επιδείκνυε "εξτρεμιστικές θέσεις" ή "ριζοσπαστική δραστηριότητα", παρά την απουσία ανεξάρτητων αποδείξεων. Μοντάζ, δημοσιεύσεις για την ιδιωτική της ζωή, τις σχέσεις και τα γραπτά της κυκλοφόρησαν για να στηρίξουν κατηγορίες περί "ακτιβισμού" ή "ανατρεπτικής δράσης", ενώ ψηφιακά δίκτυα αναμετέδιδαν σχόλια με σκοπό την απανθρωποποίησή της, αποκαλώντας την "τρελή" ή κακή μητέρα, ή αποδίδοντάς της κηρύγματα μίσους. Στην εποχή των τεχνολογιών Τεχνητής Νοημοσύνης, όπου το αληθές και το ψευδές συγχέονται εύκολα, αυτή η μεταθανάτια κηλίδωση λειτουργεί ως συμβολική εξουδετέρωση του μάρτυρα: στοχεύει λιγότερο στην εξακρίβωση των γεγονότων και περισσότερο στο να καταστήσει το βλέμμα του πολίτη χωρία απήχηση και ύποπτο.
Ο θάνατος της Ρενέ Νικόλ Γκούντ υποδεικνύει έτσι ότι το βλέμμα δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα συμβολικό ή ηθικό διακύβευμα. Έχει καταστεί στρατηγικό διακύβευμα. Το να είσαι εκεί, να βλέπεις και να μην αποσύρεσαι συνιστά πλέον μια πράξη με πολιτικό πρόσημο, ακόμη και αν δεν κατονομάζεται ποτέ ως τέτοια. Αυτός ο σιωπηρός χαρακτηρισμός προετοιμάζει τη νομιμοποίηση ακραίας βίας, παρουσιάζοντάς την όχι ως επίθεση εναντίον πολιτών, αλλά ως απάντηση σε μια διάχυτη, εσωτερική, ασύλληπτη απειλή.
Από αυτό το σημείο και μετά, η ανάλυση πρέπει να μετατοπιστεί προς τον θεσμό που φέρει και οργανώνει αυτή τη νέα εχθρότητα απέναντι στην ορατότητα. Κι αυτό γιατί το "έγκλημα του βλέμματος" δεν είναι προϊόν μιας ατομικής ψυχολογίας ή μιας περιστασιακής υπερβολής. Εγγράφεται σε έναν μηχανισμό, σε ένα δόγμα παρέμβασης, σε έναν τρόπο αντίληψης της επικράτειας ως χώρου που πρέπει να ελεγχθεί, να καθαριστεί, να ειρηνευτεί. Αυτό το πέρασμα από το βλέμμα ως ενόχληση στο βλέμμα ως εχθρό απαιτεί πλέον μια ανάλυση της ICE (Υπηρεσία Επιβολής Μετανάστευσης και Τελωνείων) όχι πια ως απλής διοικητικής υπηρεσίας, αλλά ως συγκροτημένης δύναμης εσωτερικής αντεξέγερσης. [...]
*
Ο θανατο-ευγονισμός που εκδηλώνεται στη Μινεάπολη δεν μπορεί να κατανοηθεί σαν μια αυστηρά εσωτερική παθολογία. Είναι το αντεστραμμένο αποτέλεσμα μιας ευρύτερης διαδικασίας, όπου η βία που ασκείται εκτός συνόρων αποδυνάμωσε σταδιακά το δίκαιο, κένωσε τους κανόνες από τη δεσμευτική τους ισχύ και κατέστησε εφικτή μια αυξανόμενη απενοχοποίηση της εξουσίας απέναντι στους ίδιους της τους πληθυσμούς. Η σύγχρονη αμερικανική σκηνή είναι αδιαχώριστη από όσα παίχτηκαν, και εξακολουθούν να παίζονται, στη διεθνή σκηνή.
Εδώ και αρκετά χρόνια, και ακόμη περισσότερο μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία, η παραβίαση του διεθνούς δικαίου δεν αποτελεί πλέον γκρίζα ζώνη, ούτε συγκαλυμμένο κυνισμό. Υιοθετείται πλέον απροκάλυπτα ως μέθοδος. Ανεπιφύλακτη στήριξη σε επιχειρήσεις μαζικής καταστροφής αμάχων πληθυσμών, ανοιχτή δικαιολόγηση εγκλημάτων πολέμου, άρνηση του καθεστώτος του αμάχου, ρητές απειλές κατά κυρίαρχων κρατών, λόγοι περί προσάρτησης που διατυπώνονται ως νόμιμες πολιτικές επιλογές, μετωπική αμφισβήτηση των πολυμερών νομικών πλαισίων. Σε κάθε στάδιο, η απουσία αποτελεσματικών κυρώσεων, η παράλυση των διεθνών θεσμών, η στοίχιση ή η υπολογισμένη σιωπή των συμμάχων παρήγαγαν μία καθοριστική μαθητεία στην ατιμωρησία. Η εξουσία έμαθε ότι μπορεί να παρανομεί χωρίς να καταβάλλει κανένα διαρκές τίμημα.
Αυτή η διαδικασία μπορεί να ονομαστεί σωρευτική ατιμωρησία. Κάθε παραβίαση που γίνεται ανεκτή προετοιμάζει την επόμενη. Κάθε παραβίαση που δεν τιμωρείται χαμηλώνει το όριο του αποδεκτού. Το δίκαιο δεν εξαφανίζεται τυπικά. Παραμένει ως γλώσσα, ως βιτρίνα, ως ηθική ρητορική που επιστρατεύεται κατά βούληση. Όμως παύει να δρα. Δεν προβάλλει πλέον καμία αντίσταση. Γίνεται διακοσμητικό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Γάζα δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση ή ένα γεγονός που αντίκειται στον συλλογισμό μας. Αποτελεί ένα ακραίο εργαστήριο αυτής της ατιμωρησίας. Η μεθοδική καταστροφή ενός εδάφους, ο αφανισμός αμάχων πληθυσμών, η απροκάλυπτη χρήση της πείνας ως όπλου, η επανειλημμένη άρνηση των διεθνών ψηφισμάτων, όλα αυτά συνέβησαν μπροστά στα μάτια του κόσμου, χωρίς η διεθνής νομική τάξη να καταφέρει να παραγάγει οτιδήποτε άλλο πέρα από ανίσχυρες δηλώσεις. Αυτό που διακυβεύτηκε εκεί δεν είναι απλώς μια "περιφερειακή τραγωδία". Είναι ένα μάθημα εξουσίας. Μια επίδειξη σε πραγματική κλίμακα τού τι γίνεται εφικτό όταν το δίκαιο παύει να δεσμεύει. [...]
*
Ο θάνατος της Ρενέ Νικόλ Γκούντ δεν συνιστά ούτε ανωμαλία, ούτε ένα μεμονωμένο "λάθος", ούτε καν μια απλή ένδειξη. Σηματοδοτεί ένα κατώφλι. Ορίζει το σημείο όπου διάφορες λογικές, που για καιρό έμεναν ασύνδετες ή κρατημένες σε απόσταση, συγκλίνουν και γίνονται πλέον αντιληπτές ως μία ενιαία πολιτική ορθολογικότητα. Στη Μινεάπολη, αυτή την 7η Ιανουαρίου 2026, συμπυκνώνονται: μια αστυνομική δράση που κατέστη θανάσιμη για το βλέμμα του πολίτη, ένα κρατικό αφήγημα βασισμένο στην αντιστροφή των κατηγοριών, μια σκληρότητα που υιοθετείται ως μέθοδος διακυβέρνησης, ένας πολιτικός ευγονισμός που επιτελείται μέσω της επιλογής και της εγκατάλειψης, και μια συσσωρευμένη ατιμωρησία που κατέστη εφικτή από την προηγηθείσα κατάρρευση των διεθνών νομικών προτύπων. Τίποτα από όσα συνέβησαν δεν βρίσκεται έξω από αυτό το πλέγμα. Και τίποτα δεν νοείται ως εξαίρεση.
Αυτό που εμφανίζεται εδώ δεν είναι η ξαφνική εγκαθίδρυση ενός πρωτόγνωρου καθεστώτος, αλλά η απόληξη μιας διαδικασίας. Η συνέχεια είναι η ίδια η μορφή αυτής της καταστροφής. Συνέχεια ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική βία, συνέχεια ανάμεσα στην απομακρυσμένη καταστροφή και την εσωτερική εγκατάλειψη, συνέχεια ανάμεσα στην περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου και τη σταδιακή απενεργοποίηση των συνταγματικών εγγυήσεων. Η φύση της εξουσίας δεν έχει αλλάξει. Έχει απενοχοποιηθεί. Έμαθε, μέσα από την επανάληψη, ότι η παραβίαση μπορεί να γίνει κανόνας, ότι η βία μπορεί να υιοθετείται απροκάλυπτα, ότι η αδιαφορία μπορεί να χειραγωγηθεί.
Η Ρενέ Νικόλ Γκούντ πέθανε μέσα σε αυτό το συνεχές. Δεν σκοτώθηκε επειδή αποτελούσε μια πραγματική απειλή, αλλά επειδή κατείχε μια θέση που κατέστη ανυπόφορη στη σύγχρονη οικονομία της εξουσίας: τη θέση του απλού μάρτυρα, του βλέμματος του πολίτη, της μη ευθυγραμμισμένης παρουσίας. Ο θάνατός της δείχνει ότι αυτό που άλλοτε γινόταν ανεκτό ως δημοκρατικός θόρυβος, πλέον επαναπροσδιορίζεται ως πολιτικός κίνδυνος. Το να κοιτάζεις δεν είναι πια ένα εύθραυστο δικαίωμα. Είναι ρίσκο. Το να είσαι εκεί μετατρέπεται σε παράπτωμα. Το να μην αποχωρείς αμέσως, σε εκθέτει στον θάνατο.
Αυτό το κατώφλι συνεπάγεται μια ακόμη βαθύτερη μεταλλαγή. Η ιδιότητα του πολίτη παύει να αποτελεί προστατευτικό ανάχωμα. Καθίσταται υπό όρους, αναστρέψιμη, συναρτώμενη με την υποταγή και την αποχή. Η ανθρώπινη ζωή χάνει το τεκμήριο της αξιοπρέπειας που θα την έσωζε. Αξιολογείται με γνώμονα την άμεση συμβατότητά της με την πολιτική τάξη. Η άρνηση περίθαλψης, το διοικητικά επιβεβλημένο μαρτύριο, η απόλυτη αδιαφορία δεν αποτελούν ακρότητες. Είναι οι συνεκτικές κινήσεις ενός καθεστώτος που έχει ενσωματώσει την καταστροφή στον συνήθη τρόπο λειτουργίας του.
Ωστόσο, αυτή η συνέχεια δεν είναι ούτε ολοκληρωτική ούτε αδιάρρηκτη. Οι ρωγμές που εμφανίζονται στο εσωτερικό των ίδιων των θεσμών, οι θέσεις που λαμβάνουν ορισμένες πόλεις, οι ρητές αρνήσεις υιοθέτησης του ομοσπονδιακού αφηγήματος, υποδηλώνουν ότι η εξουσία δεν καταφέρνει να επιβληθεί χωρίς αντίσταση. Αυτές οι αντιστάσεις είναι εύθραυστες, ατελείς, εκτεθειμένες. Δεν αποτελούν μια σταθεροποιημένη πολιτική εναλλακτική. Εμποδίζουν όμως την πλήρη εξομάλυνση της βίας. Συντηρούν ένα πεδίο αντιπαράθεσης όπου η εξουσία οφείλει ακόμη να δικαιολογείται, να σκληραίνει, να αποκαλύπτεται.
Σε αυτόν τον στενό χώρο είναι που το όνομα της Ρενέ Νικόλ Γκούντ συνεχίζει να επιδρά. Όχι ως ένα παρηγορητικό σύμβολο, ούτε ως μια θυσιαστική φιγούρα, αλλά ως ένα σημείο κριτικής συμπύκνωσης. Το όνομά της εμποδίζει αυτόν τον θάνατο από το να απορροφηθεί στη συγκεχυμένη σειρά των αστυνομικών δελτίων. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε τι διακυβεύεται όταν το να κοιτάζεις γίνεται θανατηφόρο, όταν το να περιθάλπεις απαγορεύεται, όταν η αδιαφορία εκδηλώνεται χωρίς προκαλύμματα, και όταν η καταστροφή δεν παίρνει πια τη μορφή μιας ξαφνικής κατάρρευσης, αλλά εκείνη μιας διοικητικά επιβεβλημένης συνέχειας.
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραφε ότι η καταστροφή δεν είναι αυτό που συμβαίνει, αλλά το γεγονός "ότι τα πράγματα συνεχίζονται όπως πριν". Το να στοχαζόμαστε τον θάνατο της Ρενέ Νικόλ Γκούντ, να τον κατονομάζουμε, να τον ορίζουμε, δεν σημαίνει ότι διατεινόμαστε πως διακόπτουμε αυτή τη ροή, αλλά ότι αρνούμαστε να την ταυτίσουμε με τον ίδιο τον κόσμο. Σημαίνει ότι αρνούμαστε να αφήσουμε τον θάνατό της να γίνει αόρατος. Ότι αρνούμαστε να επιτρέψουμε στη σκληρότητα να κυβερνά χωρίς να αναγνωρίζεται ως τέτοια.
Αυτή η αναγνώριση αποτελεί το πρώτο κατώφλι. Επιβάλλει να δούμε στον θάνατο της Μινεάπολης όχι ένα ατύχημα, αλλά την έκφραση μιας πολιτικής αρχής που βρίσκεται πλέον σε ισχύ: τη ζωή που αντιμετωπίζεται ως ένα υπό αίρεση προνόμιο, ανακλητό από την αστυνομική κυριαρχία, και τον θάνατο που επιβάλλεται διοικητικά ως δίκαιη τιμωρία για κάθε ανυπακοή, ακόμη και σιωπηλή. Αυτή η αρχή δεν στοχεύει πλέον μόνο τους μετανάστες. Επιτιθέμενοι σε μια πολίτη-παρατηρήτρια, η ICE και η εξουσία που την καλύπτει στέλνουν ένα μήνυμα προς όλους: δεν υφίσταται πλέον ιδιότητα, δικαίωμα ή παρουσία που να εγγυάται, de facto, προστασία απέναντι στην κρατική βία όταν η τελευταία κρίνει ότι η τάξη —η δική της τάξη— διαταράσσεται.
Έτσι, τα διακυβεύματα ενός "βλέμματος" που θα παρέμενε εφικτό, ξεπερνούν την απλή επαγρύπνηση των πολιτών. Προέχει η ανασυγκρότηση —μέσα στο ρήγμα που ανοίγουν οι θεσμικές ρωγμές και η τοπική αλληλεγγύη — μιας πολιτικής που αντιστρέφει ριζικά τον θανατο-ευγονισμό. Μιας πολιτικής που δεν θα αρκούνταν στον περιορισμό των ακροτήτων της ICE, αλλά που θα αμφισβητούσε την ίδια της την εντολή ως εσωτερικής πολιτοφυλακής· που δεν θα διαπραγματευόταν τους όρους της σκληρότητας, αλλά θα καταργούσε την ίδια της την ορθολογικότητα· που θα έπαυε να διαχειρίζεται "αναλώσιμους" πληθυσμούς για να θεμελιώσει εκ νέου την κοινότητα πάνω στην απαράγραπτη αρχή ότι η ζωή δεν αποτελεί προνόμιο για κανέναν, αλλά την κοινή και ανεπιφύλακτη συνθήκη κάθε δικαιώματος.
Μόνο μέσα σε αυτόν τον ορίζοντα —όχι της απλής επετειακής μνήμης, αλλά της πολιτικής επανίδρυσης— το όνομα της Ρενέ Νικόλ Γκούντ παύει να είναι ένα σημείο συμπύκνωσης της καταστροφής και γίνεται παράγοντας υπέρβασής της. Το να κατονομάζουμε αυτό που συνέβη στη Μινεάπολη σημαίνει ότι αρχίζουμε ήδη να το καθιστούμε μη αποδεκτό. Σημαίνει ότι προετοιμάζουμε το έδαφος όπου η διοικητικά επιβεβλημένη συνέχεια της βίας δεν θα παρατηρείται πλέον με παραίτηση, αλλά θα μπορεί να διακοπεί από τη συλλογική βούληση.
Μόνο μέσα σε αυτόν τον ορίζοντα —όχι της απλής επετειακής μνήμης, αλλά της πολιτικής επανίδρυσης— το όνομα της Ρενέ Νικόλ Γκούντ αποκτά την πλήρη εμβέλειά του. Σκοπός δεν είναι να το μετατρέψουμε σε σύμβολο ή σε φορέα, αλλά να αναγνωρίσουμε σε αυτό ένα σημείο ιστορικής κρυστάλλωσης: της στιγμής όπου το "έγκλημα του βλέμματος" έγίνεται ευανάγνωστο, όπου η κυρίαρχη ακύρωση αποκαλύπτει το πιο γυμνό της πρόσωπο. Το να κατονομάζουμε αυτό που συνέβη στη Μινεάπολη σημαίνει ότι εγγράφουμε αυτόν τον θάνατο στον αστερισμό που τον καθιστά κατανοητό, πλάι σε εκείνους του Τζορτζ Φλόιντ, του Ναχέλ [17χρονος νεαρός Γάλλος αλγερινής καταγωγής που πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από έναν αστυνομικό κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου -σ.σ.] και τόσων άλλων· σημαίνει ότι αποσπάμε αυτή τη σκηνή από τη διαχείριση των συνηθισμένων καταστροφών για να την καταστήσουμε τόπο μιας πολιτικής τομής με την επιβολή μιας εναλλακτικής ανάμεσα στην υιοθέτηση της γραμματικής της εγκατάλειψης και τη θεμελίωση —μέσω του δικαίου, της αλληλεγγύης και της φροντίδας— μιας αναντίρρητης αρχής κοινής συμβίωσης.
"Δεν σας κρατώ κακία", ήταν τα τελευταία λόγια της Ρενέ Νικόλ Γκούντ. Αυτά τα λόγια δεν κλείνουν την ιστορία. Διακηρύσσουν το απαράδεκτο.