Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου Facebook Twitter
Εξόχως τρυφερός στην ερμηνεία του ο Δημήτρης Δρόσος ως Χούλιο, διατηρεί ζωντανή την προσοχή και τη συμπάθειά μας, ακόμη κι αν δεν ανοίγει ρωγμές προς την άβυσσο. Φωτ.: Μάριος Σαγιάς/Ύρια Τάμαρη
0

Μπορεί να υπάρξει αληθινή τέχνη σήμερα; Αν κάθε δημιουργική πράξη συνιστά μια μορφή αντίστασης (Ντελέζ), τότε ποιον δρόμο και ποιον τρόπο πρέπει να επινοήσει ένας καλλιτέχνης, ώστε να αντισταθεί στη μαζική εμπορευματοποίηση και ομογενοποίηση της αισθητικής μας; Πώς δύναται να ορθώσει το ανάστημά του και να ακουστεί σε μια εποχή κατάθλιψης, ηττοπάθειας και απόσυρσης στα ψηφιακά καταφύγια; Σε μια εποχή όπου η διαχείριση της ζωής και της υποκειμενικότητας έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στον καπιταλισμό, δαιμόνιο διαχειριστή των επιθυμιών και των τάσεων, ακούραστο ελεγκτή των ροών; Πώς θα μπορούσε να πατάξει τις αντενεργές δυνάμεις (Νίτσε), να χαράξει γραμμές φυγής προς έναν ορίζοντα αλληλεγγύης και απελευθέρωσης; Να κατασκευάσει πολεμικές μηχανές ενάντια στις διαρρυθμίσεις της εξουσίας; Να αρθρώσει έναν δυναμικό πολιτικό λόγο, να προκαλέσει εκτροπή, αναταραχή, διασάλευση των παγιωμένων οργανισμών και οργάνων;

Η «Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» μοιάζει ν’ απαντά αρνητικά, και σίγουρα απαισιόδοξα, στα παραπάνω ερωτήματα. Η κατάσταση είναι τόσο απελπιστική, το πολιτισμικό έλλειμμα τόσο βαθύ, το καθεστώς συναίνεσης τόσο εδραιωμένο, ώστε κάθε ρηξικέλευθη δημιουργία μοιάζει εκ προοιμίου καταδικασμένη – ακόμη χειρότερα, εξαγορασμένη από το καθεστώς. Για την ακρίβεια, από το κραταιό Ίδρυμα Σάντσεζ, πυλώνα του πολιτισμού και της αβανγκάρντ σκηνής του Μπουένος Άιρες, αλλά και ναυαρχίδα του Ομίλου Σάντσεζ, που διαχειρίζεται την κληρονομιά του εφοπλιστή Πέδρο Σάντσεζ του Πρεσβύτερου, ιστορικής προσωπικότητας της Αργεντινής, όπως πληροφορούμαστε στην αρχή της παράστασης.

Ο συγγραφέας δεν κρύβει τη νοσταλγία του για εκείνο το είδος καλλιτέχνη που αντιπροσωπεύει ο Χούλιο, και που τείνει να εκλείψει πια: απροσποίητα και απρογραμμάτιστα αναρχικός, απρόβλεπτος, καυστικός, τολμηρός, ο ήρωάς του έχει αφιερωθεί στην περσόνα του, σε τέτοιο βαθμό ώστε κανένας να μη γνωρίζει «ποιος είναι στ’ αλήθεια κι αν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα».

Το εν λόγω ίδρυμα, γέννημα-θρέμμα της επιχειρηματικής ασυδοσίας του Σάντσεζ, ο οποίος, σύμφωνα με τις φήμες, βύθισε καράβια επανδρωμένα με δεκάδες αθώους για να χτίσει την περιουσία του, επιδεικνύει, χρόνια τώρα, μια αδηφάγο όρεξη οικειοποίησης και καταβρόχθισης κάθε καινούργιας ιδέας ή πειραματικής συναρμογής. Όχι από γνήσια πρόθεση στήριξης της αγωνίας των καλλιτεχνών και της κοινωνίας, αλλά με κίνητρο την εξασφάλιση μιας ηγεμονικής θέσης στον πολιτιστικό χάρτη της χώρας, και με απώτερο, ανομολόγητο στόχο την απόλαυση του ιδιαίτερου εκείνου πρεστίζ που χαρίζει η ταύτιση με το «πρωτοποριακό», ακόμη κι όταν (ή ακριβώς επειδή) απορρέει από μια εμφανώς ναρκισσιστική μανία για κυριαρχία και αυτοπροβολή.

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου Facebook Twitter
Τα πράγματα περιγράφονται, «μιλιούνται», αλλά δεν ενσαρκώνονται. Φωτ.: Μάριος Σαγιάς/Ύρια Τάμαρη

Στον αντίποδα, μόνος μαζί με τους δύο συνεργάτες του, στέκεται ο Χούλιο Τόγκα: περφόρμερ, visual artist, συγγραφέας θεατρικών έργων, σκηνοθέτης με έντονη πολιτική δράση, φυλακισμένος κι έπειτα εξόριστος, «στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας», ο Τόγκα είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται το Ίδρυμα Σάντσεζ για να προσδώσει επαναστατική λάμψη στο προφίλ του. Όταν τον καλούν να αναλάβει την τελετή έναρξης λειτουργίας του, εκείνος, καίτοι ελαφρώς αψήφιστα, δέχεται.

Η παράσταση αφηγείται την ιστορία εκείνης της ιστορικής, πλέον, τελετής, που πραγματοποιήθηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια. «Μιλάμε για τον Χούλιο: γιατί αν είναι να μιλάμε για τον Χούλιο, καλύτερα να λέμε ιστορίες από τα παλιά», ακούγεται σαν επωδός, ξανά και ξανά, η φράση αυτή από τα χείλη του Οράσιο, αφηγητή και επιστήθιου φίλου του πρωταγωνιστή. Ο συγγραφέας δεν κρύβει τη νοσταλγία του για εκείνο το είδος καλλιτέχνη που αντιπροσωπεύει ο Χούλιο, και που τείνει να εκλείψει πια: απροσποίητα και απρογραμμάτιστα αναρχικός, απρόβλεπτος, καυστικός, τολμηρός, ο ήρωάς του έχει αφιερωθεί στην περσόνα του, σε τέτοιο βαθμό ώστε κανένας να μη γνωρίζει «ποιος είναι στ’ αλήθεια κι αν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα». Μιλάμε για τον Χούλιο που εμφανίστηκε ντυμένος κλόουν στο δικαστήριο επί δικτατορίας, και ζήτησε να δικαστεί ως τέτοιος· τον Χούλιο που παρέσυρε τον μεγαλοδημοσιογράφο υποστηρικτή του καθεστώτος σε μια λίμνη από σκατά· τον Χούλιο των σατιρικών κειμένων που οδηγήθηκε στη φυλακή: μια αλληλουχία καλλιτεχνικών-ακτιβιστικών δράσεων ο βίος του, στο πρότυπο των μεγάλων μορφών του Νταντά, που επετίθεντο στους περιχαρακωμένους αστούς, αποδομώντας σαρωτικά κάθε ριζωμένη αντίληψη και κάθε θεσμικό κανόνα για την πρέπουσα μορφή και λειτουργία του έργου τέχνης.

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου Facebook Twitter
Ιδανικός συμπαραστάτης του Δημήτρη Δρόσου ο Άρης Μπαλής-Οράσιο (διακρίνεται σε πρώτο πλάνο). Φωτ.: Μάριος Σαγιάς/Ύρια Τάμαρη

Τι θέση έχει ένα τέτοιο λαμπερό λείψανο στο σήμερα; Αποκαμωμένος, έμπλεος αμφιβολιών, παράταιρος, με πλούσιο παρελθόν, αλλά με αβέβαιο παρόν, ο Χούλιο αποδέχεται την πρόσκληση του Σάντσεζ, υποκύπτοντας στις παραινέσεις της συνεργάτιδος και αλλοτινής συντρόφου του, της Άλμα, που του υπόσχεται ότι «θα το κάνουμε με τους δικούς μας όρους». Η παιγνιώδης διάθεση που τον καταλαμβάνει στα πρώτα στάδια της προετοιμασίας υποχωρεί σταδιακά, ύστερα από διαδοχικά ραντεβού με τους γραφειοκράτες του Ιδρύματος, αλλά και μια κρίσιμη συνάντηση με τον πατέρα του, για να δώσει τη θέση της σε μια δριμεία υπαρξιακή κρίση. Τι θα κάνει ο γερο-cowboy με το λευκό άλογο; Θα ενδώσει στη συστημική παντοδυναμία; «Τρέχα, κοπρίτη, μπες στα σπίτια τους, κι όταν δεν κοιτάνε, κατούρα τους τα έπιπλα», μονολογεί κοιτάζοντας έναν κακοποιημένο σκύλο από το παράθυρο.

Είναι η στιγμή που συλλαμβάνει τη μεγάλη ιδέα του. Η στιγμή που συνειδητοποιεί ότι μπροστά του διαγράφεται μονάχα μία διέξοδος, αν θέλει να παραμείνει πιστός στον εαυτό του. Ένα μεγάλο «μπαμ» στα θεμέλια της υποκρισίας και της υποταγής. Μια θεαματική έκρηξη, το μόνο ταιριαστό τέλος στη φλεγόμενη επιθυμία του.

Η αναζήτηση για τη χαμένη αυθεντικότητα, η προσπάθεια ανάκτησης του χαμένου νοήματος βρίσκονται στην καρδιά του συγγραφικού εγχειρήματος. Δυστυχώς, ο μόνος τρόπος για να κερδηθούν εκ νέου αυτά, μας λέει το κείμενο, είναι ο θάνατος του καλλιτέχνη. Αν πρόκειται να υπάρξει σήμερα τέχνη που αντιστέκεται, αυτή θα προϋπέθετε τον αφανισμό του δημιουργού της. Την κυριολεκτική και μεταφορική αυτοκτονία του. Ούτε κι αυτή η «συναρπαστική εξέγερση», όμως, θ’ άλλαζε τα πράγματα: «το Ίδρυμα Σάντσεζ δεν πτοήθηκε από την καταστροφή, αφού του απέφερε ακόμη περισσότερα», μαθαίνουμε. Με το κατάλληλο marketing, προσεταιρίστηκε τη θυσία του Χούλιο, και την αξιοποίησε προς ίδιον όφελος. Τιμητικές εκδηλώσεις, παραστάσεις πάνω στα ερείπια του κτιρίου και μια προτομή στην αυλή στάθηκαν αρκετά για να ξεπλυθεί το αίμα από τη μαρκίζα – και από το brand του.

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου Facebook Twitter
Πιο «σκληρές», οι γυναικείες παρουσίες (μία εκ των οποίων η Μαρία Αποστολακέα που βλέπουμε στη φωτογραφία) συμπληρώνουν αντιστικτικά την ευαισθησία των ανδρών. Φωτ.: Μάριος Σαγιάς/Ύρια Τάμαρη

Είναι πράγματι εξόχως ενδιαφέρουσα η σύλληψη του Suyako, όπως και όλα τα ζητήματα που θέτει για τη σχέση εξουσίας και επιθυμητικής παραγωγής στα χρόνια του επικοινωνιακού καπιταλισμού. Η υλοποίηση της ιδέας, όμως, υστερεί σημαντικά του υψηλού ετούτου διακυβεύματος. «Να μιλάς για τον Χούλιο σημαίνει να μιλάς για τη δράση του, που σημαίνει να μιλάς για τη ζωή του», ακούμε τον αφηγητή να επιμένει, αλλά πώς να φτάσεις στον πυρήνα μιας αναρχικής, ασυμβίβαστης ψυχής καταφεύγοντας σε τόσο εύτακτα σχήματα, χαλαρούς, casual, διαλόγους και χαριτωμένα σκετς; Διότι αυτά αντιμετωπίζουμε διαρκώς, είτε πρόκειται για το παρόν της ομάδας που σχολιάζει τα τεκταινόμενα γύρω από έναν πάγκο εργασίας, είτε πρόκειται για το παρελθόν του Χούλιο που σκιαγραφείται με επιλεγμένα φλασμπάκ, σε μια σπονδυλωτή αφηγηματική δομή που επιχειρεί να ανασυνθέσει την προσωπικότητά του ήρωα μέσα από «καίριες» στιγμές της διαδρομής του.

Τα πράγματα περιγράφονται, «μιλιούνται», αλλά δεν ενσαρκώνονται. Αδυνατούμε να πάρουμε στα σοβαρά τον Χούλιο, όχι επειδή τον ειρωνεύεται η νέα γενιά –διά στόματος Λίλας–, αλλά επειδή το υποτιθέμενο βάθος του δεν μας αποκαλύπτεται ποτέ. Ναι, είναι αξιαγάπητος, ωραίος τύπος, μεγάλο πειραχτήρι, που σκαρφιζόταν κάποτε ακραίες αντιεξουσιαστικές φάρσες και τώρα τσιγκλάει περιπαικτικά τον project manager του Ιδρύματος, μελαγχολεί όταν βρέχει και τραγουδάει μεθυσμένος πάνω στα έπιπλα, αλλά μέχρι εκεί. Συνεχώς ακούμε για το ανατρεπτικό βλέμμα του Χούλιο, αλλά δεν βλέπουμε ποτέ τον κόσμο μέσα από αυτό. Αντιλαμβανόμαστε το αβάσταχτο της θέσης του, αλλά δεν το αισθανόμαστε: επειδή ούτε η ενέργεια του λόγου, ούτε των σωμάτων ή των μεταξύ τους σχέσεων, έτσι όπως τα ορίζει η σκηνοθεσία, εμπνέουν τη συγκίνηση αυτή. Το υπαρξιακό βάρος διαφεύγει, εξαϋλώνεται, συρρικνώνεται: όλα παρουσιάζονται υπό την αχλή της ελαφρότητας, μικροδιενέξεις και μικροδράματα πασπαλισμένα με ωραία τραγούδια και σπιρτόζικα χορευτικά. Ο διάλογος με τον τυφλό γεροαντάρτη πατέρα αποδίδεται με συναισθηματισμό και απλοϊκότητα («μπαμπά, εσύ πολέμησες αληθινά, με χειροβομβίδες, εγώ τι κάνω;»), ενώ ο αλλοτινός, «μυθικός» έρωτας με την Άλμα ουδόλως πείθει για το μεγαλείο του.

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου Facebook Twitter
Φωτ.: Μάριος Σαγιάς/Ύρια Τάμαρη

Εξού και όταν πεθαίνει ο Χούλιο δεν νιώθουμε πως χάνεται κάτι σημαντικό, κάτι αναντικατάστατο και κεφαλαιώδες. Αλλά ούτε και αγανακτούμε για τον θρίαμβο του «κατεστημένου». Η κορύφωση καταπίνεται. Η σκηνοθεσία προσπερνάει το μείζον συμβάν χωρίς να εμμείνει στην απώλεια και τη σημασία της. Καταβάλλεται μια προσπάθεια μέσω των ηχητικών μηνυμάτων που αφήνει ο Χούλιο στον τηλεφωνητή του Οράσιο, λίγα λεπτά πριν από το τέλος, είναι όμως αργά πια για να κερδηθεί το παραμελημένο συναισθηματικό έδαφος. Αν ο ήρωας βάζει μια βόμβα και τα τινάζει όλα στον αέρα, η παράσταση δεν αυτοπυρπολείται ποτέ, κι ας επικαλείται εμπρηστικά σλόγκαν του Μαγιακόφσκι: ούτε ο λόγος ούτε η σκηνική δράση ανυψώνονται στην ποιητικότητα και την ένταση που θα μπορούσε να γεννήσει ανάλογες σπίθες στο θυμικό μας.

Εξόχως τρυφερός στην ερμηνεία του ο Δημήτρης Δρόσος ως Χούλιο, διατηρεί ζωντανή την προσοχή και τη συμπάθειά μας, ακόμη κι αν δεν ανοίγει ρωγμές προς την άβυσσο. Ιδανικός συμπαραστάτης του ο Άρης Μπαλής-Οράσιο. Πιο «σκληρές», οι γυναικείες παρουσίες (Μαρία Αποστολακέα και Μελίνα Πολυζώνη) συμπληρώνουν αντιστικτικά την ευαισθησία των ανδρών.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ. 

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Όταν ο Αγγελάκας συναντά τον Μικρό Πρίγκιπα

Θέατρο / Γιάννης Αγγελάκας: «Έχουμε τσαλαπατήσει το παιδί μέσα μας»

Το σύμπαν του «Μικρού Πρίγκιπα» και του δημιουργού του, Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, ζωντανεύει στη σκηνή της Στέγης από τον Έλληνα τραγουδοποιό με στόχο να υπενθυμίσει την αξία της χαμένης μας παιδικότητας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ Waacking: Ο street χορός της κουίρ κοινότητας σε ένα φεστιβάλ στην Αθήνα

Χορός / Το waacking είναι γκέι, στρέιτ, κουίρ, αγκαλιάζει τα πάντα

Χορογράφος και βασική συνεργάτιδα της Μαρίνας Σάττι, η Ειρήνη Δαμιανίδου διοργανώνει το πανευρωπαϊκό φεστιβάλ Follow the Waack, συστήνοντας στο ελληνικό κοινό το είδος που γεννήθηκε στα αμερικανικά γκέι κλαμπ.
M. HULOT
Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

The Review / Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

Μετά τον θρίαμβο σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη, ο Ρόμπερτ Άικ σκηνοθετεί με Έλληνες ηθοποιούς τη σύγχρονη διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση – και ο θρίαμβος συνεχίζεται, με παράταση των παραστάσεων ως τις αρχές Φεβρουαρίου. Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητά με τη Στεφανία Γουλιώτη για το έργο και την παράσταση, τον σκηνοθέτη και το ρίσκο που συνιστούν πάντα οι διασκευές αρχαίου δράματος.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν ο Αγγελάκας συναντά τον Μικρό Πρίγκιπα

Θέατρο / Γιάννης Αγγελάκας: «Έχουμε τσαλαπατήσει το παιδί μέσα μας»

Το σύμπαν του «Μικρού Πρίγκιπα» και του δημιουργού του, Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, ζωντανεύει στη σκηνή της Στέγης από τον Έλληνα τραγουδοποιό με στόχο να υπενθυμίσει την αξία της χαμένης μας παιδικότητας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιώργος Κοτσιφάκης

Χορός / Γιώργος Κοτσιφάκης: «Θέλω και στη ζωή να κάνω όσα συμβαίνουν στη σκηνή»

Του είπαν «δεν θα γίνει χορευτής με τίποτα» – σήμερα θεωρείται από τους καλύτερους χορευτές της Ευρώπης. Ξεκίνησε την καριέρα του συμμετέχοντας στο «2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, και σήμερα κάνει διεθνή περιοδεία με το «My fierce ignorant step».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ο takis ξεκίνησε από το Κιάτο και έφτασε στα κορυφαία θέατρα του κόσμου

Θέατρο / Ο takis ξεκίνησε από το Κιάτο και έφτασε στα κορυφαία θέατρα του κόσμου

Έχει υπογράψει μερικά από τα πιο τολμηρά ανεβάσματα των τελευταίων ετών. Έφτασε στην πεντάδα υποψηφιοτήτων των Διεθνών Βραβείων Όπερας 2025. Ποιος είναι ο ταλαντούχος Έλληνας σκηνογράφος και ενδυματολόγος;
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Απόστολος Βέττας: «Στο θέατρο οι πιστοί δηλώνουν την πίστη τους με το χειροκρότημα»

Βιβλίο / Απόστολος Βέττας: «Στο θέατρο οι πιστοί δηλώνουν την πίστη τους με το χειροκρότημα»

Ο σπουδαίος σκηνογράφος συγκέντρωσε την πολύτιμη σαραντάχρονη εμπειρία του σε ένα δίτομο λεξικό για τη σκηνογραφία, αναδεικνύοντάς την ως αυτόνομη τέχνη και καταγράφοντας την εξέλιξή της στο ελληνικό θέατρο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιάννης Τσουμαράκης: «Στον Οιδίποδα βρίσκουμε τον Έπσταϊν και τους βιασμούς παιδιών»

Θέατρο / Γιάννης Τσουμαράκης: «Στον Οιδίποδα βρίσκουμε τον Έπσταϊν και τους βιασμούς παιδιών»

Με το βραβείο Χορν στις αποσκευές του αλλά και την ερμηνεία του στο ρόλο του Πολυνείκη στον Οιδίποδα του Ρόμπερτ Άικ, ο νεαρός ηθοποιός βρίσκεται ήδη «στον καλό δρόμο». Βραβεία, σημαντικοί ρόλοι, το θέατρο σήμερα. Πώς τα βλέπει όλα αυτά;
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ