Η Ζιγκοάλα είναι ένα μέρος για το οποίο μιλάει όλη η Αθήνα. Βρίσκεται σε ένα στενό, κάπως μόνο του σε σχέση με τα υπόλοιπα εστιατόρια, πίσω από μία από τις πιο κεντρικές πλατείες της πόλης, την πλατεία Κοτζιά στην Ομόνοια. Σε αυτό το σημείο στεγαζόταν ένα παλιό εστιατόριο, το Αθήναιον. Οι άνθρωποι που το είχαν βγήκαν στη σύνταξη, ο χώρος άλλαξε χέρια, μπήκε ενοικιαστήριο. Ο Κωνσταντίνος Δαγριτζίκος, που μαζί με τον Θανάση Σοφιανό έφτιαξαν το εστιατόριο, μου εξηγεί πως το γεγονός ότι ήταν ήδη εστιατόριο είναι καθαρή σύμπτωση. «Κυκλοφορώ πολύ σε αυτά τα μέρη. Μου αρέσουν πολύ οι “off-Broadway” τοποθεσίες∙ επίσης μού αρέσει που είναι κάπως μόνο του και η τρομερή εναλλαγή ρυθμών που έχει η περιοχή. Το πρωί έχει πολύ έντονη ζωή, έχει παλμό. Το βράδυ ησυχάζει και οριακά νιώθεις μόνος σου. Στον χώρο του μαγαζιού υπάρχουν στοιχεία διαχρονικά, λαϊκά, χωρίς καμία διάθεση νοσταλγίας. Δεν παραπέμπει σε κάποια δεκαετία. Ήταν εντελώς τυχαίο το γεγονός ότι εδώ ήταν εστιατόριο, εμείς το γκρεμίσαμε και το φτιάξαμε από την αρχή».
Δεν κράτησαν τίποτα όπως ήταν. Κάτω από τα παλιά πλακάκια βρήκαν το παλιό μωσαϊκό και το ανέδειξαν. Τα κουφώματα επανήλθαν στη μορφή που είχαν αρχικά, προτού αντικατασταθούν από τους προηγούμενους. Ο χώρος αποκαλύφθηκε, όχι για να μοιάζει «παλιός», αλλά για να ξαναβρεί μια ισορροπία που είχε χαθεί.
Το φαγητό βασίζεται σε πολύ καλή ελληνική πρώτη ύλη. Στο μενού υπάρχουν επιρροές από Παλαιστίνη και Ιορδανία, λόγω των ριζών του Βασίλη Χαμάμ, αλλά δεν παρουσιάζονται ως concept. Είναι απλώς μέρος του φαγητού.
Η ταπετσαρία είναι found image, το σχέδιό της το βρίσκεις σε ταβέρνες και σουβλατζίδικα των ’80s και των ’90s. Όπως μου εξηγεί ο Κωνσταντίνος:«Είχα την ιδέα εδώ και 4-5 χρόνια ότι ήθελα να κάνω κάτι εντελώς εστιατορικό, και έγινε αυτό ακριβώς που είχα στο μυαλό μου. Παρ’ όλα αυτά, το φαγητό, το κρασί, όπως τα έχω οραματιστεί, ήθελα να έχουν αυτό το περιτύλιγμα, την ταπετσαρία που την είχα χρόνια στο μυαλό μου, ένα χάρτινο τραπεζομάντιλο που έχει τον δακτύλιο της Αθήνας, όπως αυτά που βλέπεις πηγαίνοντας στα νησιά, στην Αμοργό. Η ταπετσαρία ήταν κάτι που μου είχε κολλήσει στο μυαλό και το σχεδιάσαμε με τους γραφίστες. Το σχέδιο το είχα δει σε ένα σουβλατζίδικο της γειτονιάς όπου μεγάλωσα, στη Νέα Ιωνία, που λεγόταν “Ο Μερακλής”. Ήταν σε ένα στενάκι κάθετο στα Goody’s της περιοχής και ήταν για μένα τότε το πιο αδιανόητο σουβλάκι που είχα φάει στη ζωή μου. Ήταν ένα πολύ κλασικό σουβλατζίδικο της εποχής, όπου έψηνε ο άντρας και η γυναίκα έπαιρνε παραγγελίες και σέρβιρε, και είχε μια κλασική σάλα από αυτές τις ’80s-’90s. Είχε μια τεράστια ταπετσαρία με μια λίμνη και ένα βουνό. Για κάποιον λόγο είχε καρφωθεί στη μνήμη μου και ήθελα να το μεταφέρω σε κάτι που θα έκανα σε κάποια φάση, κι εδώ μου ταίριαζε πάρα πολύ».
Η κουζίνα είναι ανοιχτή. Βλέπεις τον Βασίλη Χαμάμ και την ομάδα του να δουλεύουν ασταμάτητα. Οι σερβιτόροι περνούν ανάμεσα στα τραπέζια γρήγορα, χωρίς περιττές κινήσεις.
Καθώς διαβάζουμε το μενού, ακούγονται ρεμπέτικα, πρώτα το «Μανάβισσα και Γαϊδουράκι» του Στράτου Παγιουμτζή, έπειτα ο «Σεργιάνης» και λίγο μετά, καθώς συζητάμε, συνειδητοποιώ ότι ακούω το «Η φωνή του ναργιλέ». Παραγγέλνουμε προζυμένιο ψωμί με έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, μια σαλάτα με τραγανά ρεβίθια, κουνουπίδι, φύλλα μουστάρδας, φινόκιο και μανταρίνι, σφυρίδα ωμή με καμένο μανταρίνι, ωμά κάστανα και λάδι καφέ, ωμό λαβράκι με σαλάτα λωτού και κόρνατς, γλώσσα μοσχαρίσια με ρωσική σαλάτα και λάχανο-καρότο, φασολάδα με πορτοκάλι, ταραμά και καπνιστή πέστροφα και κοτόπουλο Παλαιστίνης με πίτα. Τα φαγητά έρχονται και τώρα από τα ηχεία ακούγεται η φωνή της Αλίκης Βουγιουκλάκη να τραγουδάει τα «Χτυποκάρδια» του Χατζιδάκι.
Τρώμε, και κάθε τόσο ο Κωνσταντίνος σηκώνεται και χαμηλώνει λίγο ακόμη τα φώτα. Το κάνει ξανά μετά από λίγο. Μου εξηγεί ότι όσο περνάει η ώρα και βραδιάζει, ο φωτισμός στο μαγαζί χαμηλώνει σταδιακά, μέχρι τις δέκα το βράδυ.
Το φαγητό βασίζεται σε πολύ καλή ελληνική πρώτη ύλη. Στο μενού υπάρχουν επιρροές από Παλαιστίνη και Ιορδανία, λόγω των ριζών του Βασίλη Χαμάμ, αλλά δεν παρουσιάζονται ως concept. Είναι απλώς μέρος του φαγητού. Η Ζιγκοάλα δεν είναι μέρος για κοκτέιλ, είναι μέρος για να φας. Στα ψυγεία υπάρχουν ελληνικά κρασιά, κυρίως φυσικά αλλά όχι μόνο, μια μικρή κάβα με περίπου 35 ετικέτες που εναλλάσσονται και την οποία επιμελείται το Heteroclito, το πιο αγαπημένο του wine bar όλου του κόσμου, όπως μου λέει. Στον κατάλογο επίσης θα βρεις μπίρες από μικρές ελληνικές ζυθοποιίες, λίγα και επιλεγμένα αποστάγματα, ούζο και τσικουδιά και αναψυκτικά από την Κρήτη, ελληνική κομπούχα και τζιτζιμπίρα από την Κέρκυρα.
Η μουσική παίζει από playlists: ελληνική μουσική από διαφορετικές δεκαετίες, θεματικά δομημένη. «Δεν παίζει συγκεκριμένη μουσική συγκεκριμένες μέρες. Ας πούμε, τις Τρίτες μπορεί να παίζει μόνο θεϊκά ελληνικά instrumentals, μια άλλη μέρα παίζουμε ’60s πολύ περίεργα. Για παράδειγμα, στις 18 Ιανουαρίου γεννήθηκε ο Τσιτσάνης, ε, θα κάνουμε ένα εξάωρο μουσικό αφιέρωμα στη μουσική του, που δεν θα είναι μόνο μουσική, ηχητικά αποσπάσματα του Τσιτσάνη, επιρροές του».
Η Ζιγκοάλα αυτήν τη στιγμή έχει μεγάλο hype. Παρ’ όλα αυτά, μοιάζει με life project. Ο Κωνσταντίνος Δαγριτζίκος μου λέει με ενθουσιασμό: «Δεν ήθελα να φτιάξω ένα μαγαζί για επετείους και γενέθλια, ήθελα να γίνει ένα μέρος που να είναι μέσα στη ζωή σου και να σε κάνει να θες να επιστρέφεις». Μου δείχνει μια μικρή παρέα δίπλα μας και μου λέει ότι είναι η τέταρτη φορά που έρχονται.
Λυκούργου 9, Ομόνοια
@zigoalagr