«ΛΟΛΙΤΑ, ΦΩΣ ΤΗΣ ζωής μου, φλόγα των λαγόνων μου. Αμαρτία μου, ψυχή μου. Λο-λί-τα: της γλώσσας η άκρη τρέχει τρεις φορές στον ουρανίσκο, για να χτυπήσει με την άκρη απαλά πάνω στα δόντια. Λο.Λι.Τα.».
Ήταν Αύγουστος του 1955 όταν ο Olympia Press, εκδοτικός οίκος με έδρα το Παρίσι, ειδικευμένος στη δημοσίευση λογοκριμένων αγγλόφωνων κειμένων, δημοσίευε ένα μυθιστόρημα που έμελλε ν’ αποδειχτεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα του 20ού αιώνα και το οποίο, ως τότε, είχε βρει στις ΗΠΑ όλες τις πόρτες κλειστές: τη «Λολίτα» του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ. Ο τελευταίος, κακώς πληροφορημένος για το ποιόν του οίκου –τα περισσότερα βιβλία του ήταν είτε απλώς γαργαλιστικά είτε απροκάλυπτα χυδαία–, είχε σπεύσει να υπογράψει συμβόλαιο με τον επικεφαλής του, Μορίς Ζιροντιάς, καθώς στην Αμερική άλλοι εκδότες είχαν θεωρήσει τη «Λολίτα» «σκέτη πορνογραφία», άλλοι «απαίσια παρωδία ειδυλλίου», και όλοι φοβούνταν ενδεχόμενες δικαστικές εμπλοκές.
Αγνοημένη από τη συνήθη δημοσιογραφική κριτική, η «Λολίτα» πέρασε απαρατήρητη τους πρώτους έξι μήνες της κυκλοφορίας της. Τον χειμώνα του 1956, όμως, ο Γκράχαμ Γκριν γράφει έναν διθύραμβο στους «Sunday Times» για το βιβλίο, πυροδοτώντας έτσι μια πρωτοφανή πολεμική γύρω απ’ αυτό και στις δύο πλευρές του Αντλαντικού.
Σε αντίθεση με τον Εμπειρίκο, που αρνήθηκε να δημοσιεύσει όσο ήταν εν ζωή τον «Μεγάλο Ανατολικό», ο Ναμπόκοφ φλεγόταν να δει τη «Λολίτα» τυπωμένη. Ο πρώτος είχε πλήρη συνείδηση πως η ηδονική κιβωτός του, με τους καυλοπυρέσσοντες ήρωες και τις αχόρταγες παιδίσκες, που διασχίζει τον Ατλαντικό με προορισμό την απόλυτη ελευθερία, θα υπερέβαινε τα ηθικά όρια της εποχής του. Ο Ναμπόκοφ, όμως, πραγματευόμενος τον τυραννικό πόθο ενός μεσήλικα για μια δωδεκάχρονη και διερευνώντας μέσα από τη σκοτεινή εξομολόγηση του ήρωά του τον γάμο, τη ζήλια, τον έρωτα και την τέχνη, στοιχημάτιζε πως η γραφή του ήταν πιο ισχυρή από τις ενοχές της μακαρθικής Αμερικής.
Όπως θα σημείωνε αργότερα ο ίδιος, στον επίλογο της αμερικανικής έκδοσης του βιβλίου, «σε μια ελεύθερη χώρα κανείς δεν πρέπει να περιμένει από έναν συγγραφέα να σκοτίζεται για τις σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο αισθητικό και το αισθησιακό». Κι όπως θα εξηγούσε σε δημοσιογράφο του ΒΒC που αναρωτιόταν γιατί καταπιάστηκε με μια διαστροφή που δεν τον αφορούσε προσωπικά, «δεν καταπιάνομαι με κοινωνικά θέματα, δεν προσκομίζω κανένα ηθικό μήνυμα. Μ’ αρέσει απλώς να συνθέτω αινίγματα με κομψές λύσεις».
Στην περίπτωση της «Λολίτας», το αίνιγμα πρέπει να το αναζητήσουμε εκεί όπου και ο ίδιος, στις αρχές του ’40, ένιωσε τον πρώτο παλμό για τη συγγραφή της. Στη βαθιά εντύπωση που του προκάλεσε, δηλαδή, ένα άρθρο για έναν πίθηκο στον ζωολογικό κήπο του Παρισιού, ο οποίος, ύστερα από κάμποσους μήνες με καλοπιάσματα ενός επιστήμονα, παρήγαγε την πρώτη ζωγραφιά που σχεδίασε ποτέ με κάρβουνο ένα ζώο: ένα σκίτσο με τα κάγκελα του κλουβιού του…
Αγνοημένη από τη συνήθη δημοσιογραφική κριτική, η «Λολίτα» πέρασε απαρατήρητη τους πρώτους έξι μήνες της κυκλοφορίας της. Τον χειμώνα του 1956, όμως, ο Γκράχαμ Γκριν γράφει έναν διθύραμβο στους «Sunday Times» για το βιβλίο, πυροδοτώντας έτσι μια πρωτοφανή πολεμική γύρω απ’ αυτό και στις δύο πλευρές του Αντλαντικού. Η περιπέτεια του εγκλωβισμένου στο πάθος του για τη Λολίτα Χάμπερτ Χάμπερτ θα βρεθεί στο στόχαστρο του γαλλικού υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο χαρακτηρίζει άσεμνο το μυθιστόρημα και απαγορεύει την κυκλοφορία του. Ο Ζιροντιάς, του Olympia Press, απαιτεί τεράστια αποζημίωση από το γαλλικό δημόσιο και μια σειρά από διανοούμενους –ανάμεσά τους ο Γκράχαμ Γκριν βεβαίως, ο Λόρενς Ντάρελ και ο Χένρι Μίλερ– ξεσηκώνονται.
Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, «Λολίτα», μτφρ.: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Πατάκης
Κι όσο διακυβεύεται η ελεύθερη κυκλοφορία της «Λολίτας», ο σοβαρός Gallimard ψάχνει άνθρωπο να το μεταφράσει στα γαλλικά και τέσσερις τουλάχιστον αμερικανικοί οίκοι ανταγωνίζονται για την απόκτηση του κειμένου που είχαν απορρίψει. Η αποθέωση του Ναμπόκοφ από κοινό και κριτικούς είναι πια θέμα μηνών και το 1958, όταν οι κατηγορίες περί «ανηθικότητας» ξεπερνιούνται, η «Λολίτα» κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ. Με την απόσταση του χρόνου, απορεί κανείς με την άνεση με την οποία επιβλήθηκε τελικά το βιβλίο στην υπερσυντηρητική Αμερική της εποχής. Το μυστικό κρύβεται, φυσικά, μέσα στο ίδιο το κείμενο, η ομορφιά του οποίου σε παραλύει.
Εκείνο που καθιστά ακόμα και σήμερα προκλητικό το πιο υπαινικτικό και γλωσσικά παιγνιώδες μυθιστόρημα απ’ όσα γράφτηκαν στ’ αγγλικά μετά τον «Οδυσσέα» του Τζόυς, όπως έχει χαρακτηριστεί η «Λολίτα», είναι η οπτική γωνία που υιοθετεί ο συγγραφέας για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του. Να τι γράφει σχετικά η Νεζ Σιμό στον «Θλιβερό τίγρη», όπου εξιστορεί και τη δική της σεξουαλική κακοποίηση ως παιδιού και έφηβης από τον πατριό της (μτφρ. Λ. Τσιριμώκου, Εστία):
«Το γεγονός ότι ο αφηγητής είναι ο ένοχος, ο παιδόφιλος, κι ότι ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να μπει στο κεφάλι του, να εισχωρήσει στους δαιδάλους των επιχειρημάτων του, των δικαιολογιών του, των φαντασιώσεών του, αυτό είναι που καθιστά τούτο το ανάγνωσμα τόσο σαγηνευτικό και ανησυχητικό. Περνάς από τη συναίνεση στην απόρριψη, από την απέχθεια στον οίκτο, από το χαμόγελο μπροστά στην αίσθηση του ιδιόμορφου χιούμορ του αφηγητή στην απόλυτη φρίκη. Τον κατανοούμε και δεν τον κατανοούμε, συνοδεύουμε την τρέλα του ως το τέλος, τρέμουμε για τις νίκες του και χαιρόμαστε για την κατάρρευσή του. Η επιλογή αυτής της οπτικής υποχρεώνει το αναγνωστικό συμβόλαιο να υπαχθεί σε μιαν εκλεπτυσμένη φινέτσα: παίζουμε το παιχνίδι του συγγραφέα, ο οποίος μπαίνει στο πετσί του εγκληματία δίχως όμως να έχει ενσυναίσθηση προς τον χαρακτήρα. Κι αν, κατά τύχη, αφήσουμε τον εαυτό μας να παρασυρθεί, το κείμενο αναλαμβάνει να μας υπενθυμίσει, σε επιλεγμένες στιγμές, ότι αυτή η ενσυναίσθηση μάς μεταβάλλει σε συνενόχους του τέρατος».
Ουσιαστικά, η ίδια η Λολίτα είναι απούσα από το μυθιστόρημα. Ό,τι μαθαίνουμε γι’ αυτήν είναι καρπός των φαντασιώσεων του αφηγητή, της διεστραμμένης του συνείδησης που ερωτικοποιεί το πλάσμα που πρόκειται να κακοποιήσει. Καλεσμένος του Μπερνάρ Πιβό, στην εκπομπή «Apostrophes» το 1975, ο Ναμπόκοφ φρόντισε να το διευκρινίσει ξανά: η Λολίτα δεν είναι ένα διεφθαρμένο κοριτσάκι αλλά «ένα κακόμοιρο παιδάκι που το διαφθείρουν». Στη μαζική κουλτούρα, όμως, με τη διπλή κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ (1962) και τον Έιντριαν Λάιν (1997), και την εμπορευματοποίηση του όρου «λολίτα» στη μόδα, στη διαφήμιση ακόμα και στη βιομηχανία πορνό, η λέξη αποσυνδέθηκε από την έννοια της θυματοποίησης και μετατράπηκε σταδιακά σ’ ένα κλισέ: στο νυμφίδιο που σαγηνεύει τους άντρες, στο κοριτσάκι που τους προκαλεί ερωτικά. Τι παρεξήγηση…
Η «Λολίτα» μεταφράστηκε –εξαιρετικά!– για πρώτη φορά στα ελληνικά από τον Ανδρέα Πάγκαλο το 1959 –ήταν από τις πρώτες μεταφράσεις που έγιναν διεθνώς–, ενώ από το 2002 κυκλοφορεί η σχολιασμένη έκδοση του μυθιστορήματος, με πρόλογο, εισαγωγή και σχόλια του Άλφρεντ Άπελ τζούνιορ (μτφρ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης, Πατάκης). Η συγκεκριμένη έκδοση προσφέρει ιδανικό υλικό για πανεπιστημιακές παραδόσεις, καθώς αποκρυπτογραφεί το μυθοπλαστικό σύμπαν του Ναμπόκοφ, το γεμάτο συμπτώσεις, υπαινιγμούς, παρωδίες και αυτοναναφορικά τεχνάσματα, ενώ τα οχτακόσια περίπου ερμηνευτικά σχόλια του Άπελ πλησιάζουν σε όγκο το πρωτότυπο έργο.