«Η Λολίτα είναι ένα κακόμοιρο παιδάκι που το διαφθείρουν»

Το πίσω ράφι / Ναμπόκοφ «Λολίτα» Facebook Twitter
«Δεν καταπιάνομαι με κοινωνικά θέματα, δεν προσκομίζω κανένα ηθικό μήνυμα. Μ’ αρέσει απλώς να συνθέτω αινίγματα με κομψές λύσεις». Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image
0


«ΛΟΛΙΤΑ, ΦΩΣ ΤΗΣ ζωής μου, φλόγα των λαγόνων μου. Αμαρτία μου, ψυχή μου. Λο-λί-τα: της γλώσσας η άκρη τρέχει τρεις φορές στον ουρανίσκο, για να χτυπήσει με την άκρη απαλά πάνω στα δόντια. Λο.Λι.Τα.».

Ήταν Αύγουστος του 1955 όταν ο Olympia Press, εκδοτικός οίκος με έδρα το Παρίσι, ειδικευμένος στη δημοσίευση λογοκριμένων αγγλόφωνων κειμένων, δημοσίευε ένα μυθιστόρημα που έμελλε ν’ αποδειχτεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα του 20ού αιώνα και το οποίο, ως τότε, είχε βρει στις ΗΠΑ όλες τις πόρτες κλειστές: τη «Λολίτα» του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ. Ο τελευταίος, κακώς πληροφορημένος για το ποιόν του οίκου –τα περισσότερα βιβλία του ήταν είτε απλώς γαργαλιστικά είτε απροκάλυπτα χυδαία–, είχε σπεύσει να υπογράψει συμβόλαιο με τον επικεφαλής του, Μορίς Ζιροντιάς, καθώς στην Αμερική άλλοι εκδότες είχαν θεωρήσει τη «Λολίτα» «σκέτη πορνογραφία», άλλοι «απαίσια παρωδία ειδυλλίου», και όλοι φοβούνταν ενδεχόμενες δικαστικές εμπλοκές.

Αγνοημένη από τη συνήθη δημοσιογραφική κριτική, η «Λολίτα» πέρασε απαρατήρητη τους πρώτους έξι μήνες της κυκλοφορίας της. Τον χειμώνα του 1956, όμως, ο Γκράχαμ Γκριν γράφει έναν διθύραμβο στους «Sunday Times» για το βιβλίο, πυροδοτώντας έτσι μια πρωτοφανή πολεμική γύρω απ’ αυτό και στις δύο πλευρές του Αντλαντικού.

Σε αντίθεση με τον Εμπειρίκο, που αρνήθηκε να δημοσιεύσει όσο ήταν εν ζωή τον «Μεγάλο Ανατολικό», ο Ναμπόκοφ φλεγόταν να δει τη «Λολίτα» τυπωμένη. Ο πρώτος είχε πλήρη συνείδηση πως η ηδονική κιβωτός του, με τους καυλοπυρέσσοντες ήρωες και τις αχόρταγες παιδίσκες, που διασχίζει τον Ατλαντικό με προορισμό την απόλυτη ελευθερία, θα υπερέβαινε τα ηθικά όρια της εποχής του. Ο Ναμπόκοφ, όμως, πραγματευόμενος τον τυραννικό πόθο ενός μεσήλικα για μια δωδεκάχρονη και διερευνώντας μέσα από τη σκοτεινή εξομολόγηση του ήρωά του τον γάμο, τη ζήλια, τον έρωτα και την τέχνη, στοιχημάτιζε πως η γραφή του ήταν πιο ισχυρή από τις ενοχές της μακαρθικής Αμερικής.

Το πίσω ράφι / Ναμπόκοφ «Λολίτα» Facebook Twitter
Στιγμιότυπο από τη «Λολίτα» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (1962).

Όπως θα σημείωνε αργότερα ο ίδιος, στον επίλογο της αμερικανικής έκδοσης του βιβλίου, «σε μια ελεύθερη χώρα κανείς δεν πρέπει να περιμένει από έναν συγγραφέα να σκοτίζεται για τις σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο αισθητικό και το αισθησιακό». Κι όπως θα εξηγούσε σε δημοσιογράφο του ΒΒC που αναρωτιόταν γιατί καταπιάστηκε με μια διαστροφή που δεν τον αφορούσε προσωπικά, «δεν καταπιάνομαι με κοινωνικά θέματα, δεν προσκομίζω κανένα ηθικό μήνυμα. Μ’ αρέσει απλώς να συνθέτω αινίγματα με κομψές λύσεις».

Στην περίπτωση της «Λολίτας», το αίνιγμα πρέπει να το αναζητήσουμε εκεί όπου και ο ίδιος, στις αρχές του ’40, ένιωσε τον πρώτο παλμό για τη συγγραφή της. Στη βαθιά εντύπωση που του προκάλεσε, δηλαδή, ένα άρθρο για έναν πίθηκο στον ζωολογικό κήπο του Παρισιού, ο οποίος, ύστερα από κάμποσους μήνες με καλοπιάσματα ενός επιστήμονα, παρήγαγε την πρώτη ζωγραφιά που σχεδίασε ποτέ με κάρβουνο ένα ζώο: ένα σκίτσο με τα κάγκελα του κλουβιού του…

Αγνοημένη από τη συνήθη δημοσιογραφική κριτική, η «Λολίτα» πέρασε απαρατήρητη τους πρώτους έξι μήνες της κυκλοφορίας της. Τον χειμώνα του 1956, όμως, ο Γκράχαμ Γκριν γράφει έναν διθύραμβο στους «Sunday Times» για το βιβλίο, πυροδοτώντας έτσι μια πρωτοφανή πολεμική γύρω απ’ αυτό και στις δύο πλευρές του Αντλαντικού. Η περιπέτεια του εγκλωβισμένου στο πάθος του για τη Λολίτα Χάμπερτ Χάμπερτ θα βρεθεί στο στόχαστρο του γαλλικού υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο χαρακτηρίζει άσεμνο το μυθιστόρημα και απαγορεύει την κυκλοφορία του. Ο Ζιροντιάς, του Olympia Press, απαιτεί τεράστια αποζημίωση από το γαλλικό δημόσιο και μια σειρά από διανοούμενους –ανάμεσά τους ο Γκράχαμ Γκριν βεβαίως, ο Λόρενς Ντάρελ και ο Χένρι Μίλερ– ξεσηκώνονται.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ:
Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, «Λολίτα», μτφρ.: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Πατάκης

Κι όσο διακυβεύεται η ελεύθερη κυκλοφορία της «Λολίτας», ο σοβαρός Gallimard ψάχνει άνθρωπο να το μεταφράσει στα γαλλικά και τέσσερις τουλάχιστον αμερικανικοί οίκοι ανταγωνίζονται για την απόκτηση του κειμένου που είχαν απορρίψει. Η αποθέωση του Ναμπόκοφ από κοινό και κριτικούς είναι πια θέμα μηνών και το 1958, όταν οι κατηγορίες περί «ανηθικότητας» ξεπερνιούνται, η «Λολίτα» κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ. Με την απόσταση του χρόνου, απορεί κανείς με την άνεση με την οποία επιβλήθηκε τελικά το βιβλίο στην υπερσυντηρητική Αμερική της εποχής. Το μυστικό κρύβεται, φυσικά, μέσα στο ίδιο το κείμενο, η ομορφιά του οποίου σε παραλύει.

Εκείνο που καθιστά ακόμα και σήμερα προκλητικό το πιο υπαινικτικό και γλωσσικά παιγνιώδες μυθιστόρημα απ’ όσα γράφτηκαν στ’ αγγλικά μετά τον «Οδυσσέα» του Τζόυς, όπως έχει χαρακτηριστεί η «Λολίτα», είναι η οπτική γωνία που υιοθετεί ο συγγραφέας για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του. Να τι γράφει σχετικά η Νεζ Σιμό στον «Θλιβερό τίγρη», όπου εξιστορεί και τη δική της σεξουαλική κακοποίηση ως παιδιού και έφηβης από τον πατριό της (μτφρ. Λ. Τσιριμώκου, Εστία):

«Το γεγονός ότι ο αφηγητής είναι ο ένοχος, ο παιδόφιλος, κι ότι ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να μπει στο κεφάλι του, να εισχωρήσει στους δαιδάλους των επιχειρημάτων του, των δικαιολογιών του, των φαντασιώσεών του, αυτό είναι που καθιστά τούτο το ανάγνωσμα τόσο σαγηνευτικό και ανησυχητικό. Περνάς από τη συναίνεση στην απόρριψη, από την απέχθεια στον οίκτο, από το χαμόγελο μπροστά στην αίσθηση του ιδιόμορφου χιούμορ του αφηγητή στην απόλυτη φρίκη. Τον κατανοούμε και δεν τον κατανοούμε, συνοδεύουμε την τρέλα του ως το τέλος, τρέμουμε για τις νίκες του και χαιρόμαστε για την κατάρρευσή του. Η επιλογή αυτής της οπτικής υποχρεώνει το αναγνωστικό συμβόλαιο να υπαχθεί σε μιαν εκλεπτυσμένη φινέτσα: παίζουμε το παιχνίδι του συγγραφέα, ο οποίος μπαίνει στο πετσί του εγκληματία δίχως όμως να έχει ενσυναίσθηση προς τον χαρακτήρα. Κι αν, κατά τύχη, αφήσουμε τον εαυτό μας να παρασυρθεί, το κείμενο αναλαμβάνει να μας υπενθυμίσει, σε επιλεγμένες στιγμές, ότι αυτή η ενσυναίσθηση μάς μεταβάλλει σε συνενόχους του τέρατος».

Το πίσω ράφι / Ναμπόκοφ «Λολίτα» Facebook Twitter
Στιγμιότυπο από τη «Λολίτα» του Έιντριαν Λάιν (1997).

Ουσιαστικά, η ίδια η Λολίτα είναι απούσα από το μυθιστόρημα. Ό,τι μαθαίνουμε γι’ αυτήν είναι καρπός των φαντασιώσεων του αφηγητή, της διεστραμμένης του συνείδησης που ερωτικοποιεί το πλάσμα που πρόκειται να κακοποιήσει. Καλεσμένος του Μπερνάρ Πιβό, στην εκπομπή «Apostrophes» το 1975, ο Ναμπόκοφ φρόντισε να το διευκρινίσει ξανά: η Λολίτα δεν είναι ένα διεφθαρμένο κοριτσάκι αλλά «ένα κακόμοιρο παιδάκι που το διαφθείρουν». Στη μαζική κουλτούρα, όμως, με τη διπλή κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ (1962) και τον Έιντριαν Λάιν (1997), και την εμπορευματοποίηση του όρου «λολίτα» στη μόδα, στη διαφήμιση ακόμα και στη βιομηχανία πορνό, η λέξη αποσυνδέθηκε από την έννοια της θυματοποίησης και μετατράπηκε σταδιακά σ’ ένα κλισέ: στο νυμφίδιο που σαγηνεύει τους άντρες, στο κοριτσάκι που τους προκαλεί ερωτικά. Τι παρεξήγηση…

Η «Λολίτα» μεταφράστηκε –εξαιρετικά!– για πρώτη φορά στα ελληνικά από τον Ανδρέα Πάγκαλο το 1959 –ήταν από τις πρώτες μεταφράσεις που έγιναν διεθνώς–, ενώ από το 2002 κυκλοφορεί η σχολιασμένη έκδοση του μυθιστορήματος, με πρόλογο, εισαγωγή και σχόλια του Άλφρεντ Άπελ τζούνιορ (μτφρ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης, Πατάκης). Η συγκεκριμένη έκδοση προσφέρει ιδανικό υλικό για πανεπιστημιακές παραδόσεις, καθώς αποκρυπτογραφεί το μυθοπλαστικό σύμπαν του Ναμπόκοφ, το γεμάτο συμπτώσεις, υπαινιγμούς, παρωδίες και αυτοναναφορικά τεχνάσματα, ενώ τα οχτακόσια περίπου ερμηνευτικά σχόλια του Άπελ πλησιάζουν σε όγκο το πρωτότυπο έργο.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ