Μόλις τελείωσε το αριστούργημά του, ο Γκογκέν επιχείρησε να αυτοκτονήσει

Μόλις τελείωσε το αριστούργημά του, ο Γκογκέν επιχείρησε να αυτοκτονήσει Facebook Twitter
O πίνακας του Πολ Γκογκέν «Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πάμε;» (1897-1898)
0


ΑΦΟΥ Ο ΓΚΟΓΚΕΝ
 ολοκλήρωσε τον πίνακα που θα έφερε τον τίτλο «Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πάμε;» –μια ζωφόρο με κυματιστά βαθιά μπλε και πράσινα χρώματα με θερμές πινελιές καφέ, πράσινου και χρυσού και λάμψεις κόκκινου– περιπλανήθηκε στα βουνά κοντά στο σπίτι του στην Ταϊτή και αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. «Δεν ξέρω αν η δόση [αρσενικού] ήταν πολύ ισχυρή», θα εξηγούσε σ’ έναν φίλο του, «ή αν ο εμετός εξουδετέρωσε τη δράση του δηλητηρίου, αλλά μετά από μια νύχτα τρομερού πόνου, επέστρεψα στο σπίτι».

Ο Γκογκέν σχεδίαζε για αρκετό καιρό το έργο, ελπίζοντας ότι θα ήταν το αριστούργημά του, η τελευταία του διαθήκη, ένα έργο τέχνης που θα έλυνε επιτέλους, όπως ο ίδιος έλεγε, το «παράδοξο μεταξύ του κόσμου των συναισθημάτων και του κόσμου του μυαλού». Δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά κάτι καλύτερο, οπότε ζωγράφισε σε ένα κομμάτι χοντρού καμβά από λινάτσα, με διαστάσεις πάνω από 3,6 μέτρα πλάτος και 1,4 μέτρα ύψος. Στον πίνακα επιχείρησε να συνοψίσει σχεδόν τα πάντα: τη δική του τέχνη, τις τέχνες γενικότερα, τις εμπειρίες του στην Ταϊτή, τη φιλοσοφία του, την αίσθηση πνευματικότητας που τον διακατείχε – ολόκληρη την απίστευτη ζωή του.

Παρά τον θόρυβο που είχε η ζωή του Γκογκέν, υπάρχει κάτι ευλογημένα σιωπηλό και διαχέον στο έργο. Όσο περισσότερο το κοιτάζεις, τόσο περισσότερο μοιάζει να διαφεύγει.

Αφελώς (για να το θέσουμε ευγενικά), ο Γκογκέν είχε φανταστεί την Ταϊτή ως ένα μέρος όπου θα μπορούσε να ζήσει «σε έκσταση, σε ειρήνη και για την τέχνη», με «μια νέα οικογένεια, μακριά από τον ευρωπαϊκό αγώνα για το χρήμα» (όπως έγραψε στη σύζυγό του, Μετ), στη «σιωπή της υπέροχης τροπικής νύχτας». Δύο μήνες μετά την αναχώρησή του από τη Μασσαλία, βρέθηκε σε ένα μέρος διαλυμένο από τις ασθένειες, τον αλκοολισμό, τον εθισμό στο όπιο και τις αποικιακές διαμάχες εξουσίας. Η πολυνησιακή θρησκεία είχε σχεδόν εξαφανιστεί και αντικατασταθεί από τον προτεσταντισμό και τον καθολικισμό.

Ήταν 43 ετών όταν έφτασε στην Ταϊτή. Αρχικά συνδέθηκε με μια Αγγλο-ταϊτιανή κοπέλα που ονομαζόταν Τίτι. Αλλά τη βρήκε πολύ ομιλητική –και επίσης «καλογυαλισμένη από την επαφή με... Ευρωπαίους»–, οπότε την αντικατέστησε με την Τεχαμάνα, μια 13χρονη κοπέλα, την οποία του πρόσφερε η μητέρα της ως σύζυγο σε ηλικία που τότε (όπως επισημαίνει η πιο πρόσφατη βιογράφος του Γκογκέν, Σου Πριντό) ήταν η ηλικία συναίνεσης. Χάνοντας την ευκαιρία να παραδεχτεί ότι ήταν ήδη παντρεμένος, ο Γκογκέν την ερωτεύτηκε, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε γνωρίσει ποτέ μια «γυναίκα» τόσο αυτοδύναμη. Εν τω μεταξύ, στο Παρίσι, η εγκαταλελειμμένη έγκυος ερωμένη του, η Τζουλιέτ Χουέτ, γέννησε την κόρη τους.

Μόλις τελείωσε το αριστούργημά του, ο Γκογκέν επιχείρησε να αυτοκτονήσει Facebook Twitter
Π. Γκογκέν, Αυτοπροσωπογραφία (1893). Μουσείο Ορσέ, Παρίσι

Μέσα σε έναν χρόνο, ο Γκογκέν νοσταλγούσε ήδη την πατρίδα του και ήθελε απεγνωσμένα να επιστρέψει στη Γαλλία, αλλά ήταν άφραγκος, οπότε του πήρε άλλους δώδεκα μήνες να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο. Μετά από δύο χρόνια στη Γαλλία, όμως, επέστρεψε στην Ταϊτή. Μετακόμισε σε ένα νοικιασμένο οικόπεδο τρία μίλια από την πρωτεύουσα, όπου έχτισε μια καλύβα από μπαμπού και φύλλα φοίνικα και γνώρισε σε μια 14χρονη κοπέλα, την Παχούρα. Άπορος και εξαρτημένος από τη μορφίνη για να καταπραΰνει τον πόνο στο πόδι του, είχε τάση να βήχει αίμα και νοσηλεύτηκε αρκετές φορές. Τον Δεκέμβριο, η Παχούρα γέννησε ένα μωρό, το οποίο πέθανε λίγο μετά τη γέννα. Ένα άλλο παιδί, η 20χρονη κόρη του Αλίν, πέθανε στην Κοπεγχάγη τον επόμενο μήνα (Ιανουάριος 1897) μετά από μια κρίση πνευμονίας.

Όταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που είχε νοικιάσει πέθανε και οι κληρονόμοι του το πούλησαν, ο Γκογκέν αναγκάστηκε να μετακομίσει σε άλλο σπίτι. Καθισμένος στο κρεβάτι και ταλαιπωρημένος από μια λοίμωξη στα μάτια, ένα έκζεμα τόσο σοβαρό που τον εμπόδιζε να ζωγραφίζει και ένα πρόβλημα στον αστράγαλο που δεν θεραπευόταν, έγραψε στον φίλο του Ζορζ-Ντανιέλ ντε Μονφρέ ότι είχε «χάσει κάθε ελπίδα». Αφού υπέστη μια σειρά καρδιακών προσβολών, αποφάσισε να αυτοκτονήσει.

Δεδομένης της απόπειρας του Γκογκέν να αποτυπώσει στον πίνακα την αιώνια φύση του χρόνου, μοιάζει λογικό το ότι οι μελετητές δεν συμφωνούν καν ως προς τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Ενώ οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο Γκογκέν ζωγράφισε το «Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πηγαίνουμε;» πριν από αυτή την αποτυχημένη απόπειρα, η Πριντό εικάζει ότι το έργο δημιουργήθηκε μετά. Σε κάθε περίπτωση, παρά τον θόρυβο που είχε η ζωή του Γκογκέν, υπάρχει κάτι ευλογημένα σιωπηλό που διαχέεται στο έργο. Όσο περισσότερο το κοιτάζεις, τόσο περισσότερο μοιάζει να διαφεύγει.

Ο Γκογκέν δεν ενδιαφερόταν για την αλληγορία. Ήταν ένας θαυμάσιος συγγραφέας (τα δύο πρώτα μέρη του χρονικού του για την παραμονή του στην Ταϊτή, «Noa Noa», εκδόθηκαν περίπου την ίδια περίοδο). Αλλά ζωγράφιζε ακριβώς για να αποφύγει τις διπλωματικές εκφράσεις και τις προφανείς ερμηνείες. «Η ζωγραφική είναι η πιο όμορφη από όλες τις τέχνες», έγραψε κάποτε. «Είναι η σύνοψη όλων των αισθήσεών μας και, καθώς την παρατηρούμε, ο καθένας μας μπορεί, σύμφωνα με τη φαντασία του, να δημιουργήσει τη δική του ιστορία… Με μια μόνο ματιά, η ψυχή μας μπορεί να πλημμυρίσει με τις πιο βαθιές σκέψεις. Χωρίς καμία προσπάθεια μνήμης, όλα συνοψίζονται σε μια μόνο στιγμή».

Όπως και ο Ντεγκά, έτσι και ο Γκογκέν ανακύκλωνε συχνά τα δικά του έργα. Το «Από πού ερχόμαστε;…» αποτελεί μια ανθολογία των μορφών, των ιδεών και των χρωματικών συνδυασμών που είχε χρησιμοποιήσει σε παλαιότερους πίνακες του με θέμα την Ταϊτή. Είναι σαφώς ένας πίνακας με θέμα τη δημιουργία και την πτώση: μια αφήγηση για την εξέλιξη, τη διαφθορά, τον θεό και τον θάνατο ξεδιπλώνεται καθώς ο θεατής μετακινεί το βλέμμα του από τα δεξιά προς τα αριστερά του καμβά. Αλλά αυτό που είχε σημασία για τον Γκογκέν, περισσότερο από οποιαδήποτε αφηγηματική εξήγηση, ήταν το ξεδίπλωμα μιας συγκεκριμένης διάθεσης.

Το κλειδί γι' αυτήν τη διάθεση είναι το χρώμα. Ο Γκογκέν ήταν πεπεισμένος –προτού αυτή η αντίληψη γίνει εμμονή της πρωτοπορίας– ότι το χρώμα ήταν στενά συνδεδεμένο με τη μουσική. Θεωρούσε ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί «αινιγματικά». Μόνο οι βαθύτερες αλήθειες για τη ζωή, όπως είχε διαισθανθεί, προέρχονταν από την υπεκφυγή και την ψευδαίσθηση. Και έτσι μπαίνουμε σε ένα είδος ωκεάνιας ονειροπόλησης που δεν είναι πλέον μόνο του Γκoγκέν, αλλά μια αυτόνομη εμπειρία που περιμένει να ενεργοποιηθεί από όποιον επιλέξει να υποκύψει σε αυτήν μια δεδομένη ημέρα, στο παρελθόν, στο μέλλον ή σε αυτό το απαραβίαστο, κυλιόμενο παρόν, που είναι η αληθινή σφαίρα της τέχνης.

Με στοιχεία από τη «Washington Post»

«

Εικαστικά
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Είσαι ό,τι φοράς», μια έκθεση για την τέχνη και το ρούχο στον 21ο αιώνα

Εικαστικά / «Είσαι ό,τι φοράς» και ό,τι φοράς ίσως είναι τέχνη

Με επίκεντρο το έργο της Σοφίας Κοκοσαλάκη, η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη φέρνει σε δημιουργικό διάλογο 32 Έλληνες και διεθνείς καλλιτέχνες και σχεδιαστές, προτείνοντας τη μόδα ως μορφή τέχνης, στάση ζωής και πολιτισμική δήλωση.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Πότε θα προλάβουμε να δούμε τόσες εκθέσεις;

Εικαστικά / Πότε θα προλάβουμε να δούμε τόσες εκθέσεις;

Αληθινή πoπ αρτ από τον πρωτοπόρο Τομ Γουέσελμαν, ποίηση με νέον από τον Stephen Antonakos, τα λησμονημένα αλλά αριστουργηματικά έργα της Αλεξάνδρας Χρήστου. Όλες οι εκθέσεις εικαστικών που έχουν εγκαίνια τώρα και αξίζουν την προσοχή σας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Βαγγέλης Γκόκας ανακαλύπτει τη ζωγραφική ξανά

Εικαστικά / Βαγγέλης Γκόκας: «Αυτό που πρέπει να μείνει στο τέλος είναι μια συγκίνηση»

Μπορεί να σταθεί σε ένα μήλο, σε ένα αχλάδι πολλές μέρες, δουλεύει σε οικείες επιφάνειες, όχι στο παγωμένο λευκό του τελάρου και έχει πάντα τον θεατή στο μυαλό του. Στη νέα του έκθεση δείχνει μικρά έργα που έχουν περάσει άπειρα στάδια και αποτυπώνουν μια κατάσταση που δεν τελειώνει.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Όσο ζούσε η ζωγραφική της δεν εκτιμήθηκε. Τώρα θριαμβεύει

Αλεξάνδρα Χρήστου / Όσο ζούσε η ζωγραφική της δεν εκτιμήθηκε. Τώρα θριαμβεύει

Η Αλεξάνδρα Χρήστου δεν κατόρθωσε όσο ήταν εν ζωή να δει τους πίνακές της σε μια γκαλερί. Τα θέματά της, μια μοναδική καταγραφή των ανθρώπων του περιθωρίου, ήταν απαγορευτικά. 16 χρόνια μετά τον θάνατό της, πήραν τη θέση που τους αξίζει με εκθέσεις στο εξωτερικό και την Ελλάδα. Αυτή είναι η ιστορία της.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Χλόη Ακριθάκη: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Βερολίνο, ζει στα Εξάρχεια.

Οι Αθηναίοι / Χλόη Ακριθάκη: «Θαύμαζα τον πατέρα μου, κάποιες φορές τον αμφισβήτησα»

Μεγάλωσε δίπλα σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους ενώ από την ηλικία των 8 έζησε το θρυλικό εστιατόριο της μητέρας της, το Fofi's Bar στο Βερολίνο. Είναι φωτογράφος και ακόμα θυμάται τον Χέλμουτ Νιούτον να της λέει στα πρώτα της βήματα «Τι κάθεστε και διαβάζετε; Βγείτε έξω, ζήστε». Η Χλόη Ακριθάκη αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Μιχάλης Κιούσης ζωγραφίζει ανθρώπινες φιγούρες σε αφρικανικά τοπία

Εικαστικά / Η αγάπη του Μιχάλη Κιούση για την Αφρική φαίνεται στα έργα του

Στην τρίτη προσωπική του έκθεση με τίτλο «The spaces in between», ο μυστικισμός, ο ανιμισμός και ο θρησκευτικός συμβολισμός συνυπάρχουν και συγκρούονται σε συνθέσεις μεγάλων διαστάσεων που δημιουργούν έναν δικό του κόσμο, αναγνωρίσιμο και γεμάτο χρώματα.
M. HULOT
Stephen Antonakos, ο καλλιτέχνης που έκανε ποίηση με νέον

Εικαστικά / Stephen Antonakos, ο καλλιτέχνης που έκανε ποίηση με νέον

Εκατό χρόνια από τη γέννησή του, το Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη τιμά τον σπουδαίο εικαστικό με μια μεγάλη έκθεση που φέρνει το έργο του σε δημιουργικό διάλογο με κορυφαίες μορφές της διεθνούς πρωτοπορίας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΕΠΕΞ Έξι χώροι τέχνης των Εξαρχείων ενώνουν τις δυνάμεις τους με θέμα το νερό

Εικαστικά / Έξι γκαλερί των Εξαρχείων, έξι εκθέσεις για το νερό

Μια διαδρομή σε έξι χώρους τέχνης μέσα από τα έργα 46 καλλιτεχνών/καλλιτέχνιδων διαμορφώνει μια συνολική εμπειρία που αναδεικνύει το κέντρο της πόλης σε τόπο παραγωγής, συνομιλίας και πνευματικής κίνησης.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«The End»: Το εμβληματικό έργο του Νίκου Αλεξίου εκτίθεται ξανά

Εικαστικά / «The End»: Το εμβληματικό έργο του Νίκου Αλεξίου εκτίθεται ξανά

Η γκαλερί Ζουμπουλάκη οργανώνει μια έκθεση τιμώντας τον πρόωρα χαμένο καλλιτέχνη, στην οποία θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε την εμβληματική εγκατάσταση που μας εκπροσώπησε το 2007 στην Μπιενάλε της Βενετίας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Diriyah Biennale 2026: Ράπερ, αραβικό χιπ χοπ και σύγχρονη τέχνη

Αποστολή στο Ριάντ / Diriyah Biennale 2026: Ράπερ, αραβικό χιπ χοπ και σύγχρονη τέχνη

Η LiFO ταξίδεψε στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας για την 3η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Ντιρίγια. Από τις μνήμες της προσφυγιάς έως τα σύγχρονα εικαστικά τοπία, η φετινή διοργάνωση εξερευνά την κίνηση ως θεμελιώδη εμπειρία της εποχής μας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Επιτύμβιο του Νίκου Στεφάνου

Guest Editors / Επιτύμβιο του Νίκου Στεφάνου

Mε αφορμή το έργο του «Νεκρή φύση σε άσπρο τραπέζι», θυμόμαστε τον σπουδαίο εικαστικό που χάθηκε πριν από μερικούς μήνες, τον τρόπο που τα τοπία του υπαινίσσονται την πραγματικότητα, χωρίς να υπενθυμίζουν τον χυδαίο χαρακτήρα της.
Ν. Π. ΠΑΪ́ΣΙΟΣ
Μια αποκαλυπτική επιστολή του Γιάννη Τσαρούχη από το μακρινό 1951

Εικαστικά / «Υπέροχη κόλαση, η Αθήνα»: Μια αποκαλυπτική επιστολή του Γιάννη Τσαρούχη από το 1951

Ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος γράφει από το Παρίσι στη φίλη του και ζωγράφο Ελένη Σταθοπούλου για την εμπειρία της έκθεσής του στην Πόλη του Φωτός, τονίζοντας τη νοσταλγία του για την «υπέροχη κόλαση, την Αθήνα».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Οι «Άηχοι διάλογοι» του Νίκου και του Γιώργου Χουλιαρά

Εικαστικά / Μια έκθεση φέρνει κοντά το έργο του Νίκου και του Γιώργου Χουλιαρά

Τα έργα των δύο Ηπειρωτών δημιουργών παρουσιάζονται στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων με τον τίτλο «Άηχοι Διάλογοι». Παρότι οι καλλιτεχνικές τους διαδρομές αποκλίνουν, ένα κοινό ρεύμα τις διαπερνά, επιτρέποντας μια διακριτική αλλά ουσιαστική «συνομιλία» ανάμεσά τους.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ